Νέα ένταση σημειώθηκε στη δίκη για την τραγωδία των Τεμπών, με τη διαδικασία να διακόπτεται ξανά μέσα σε κλίμα φορτισμένο και τους συγγενείς των θυμάτων να αντιδρούν έντονα στις συνεχείς καθυστερήσεις. Η συνεδρίαση της Τετάρτης 1 Ιουλίου 2026 οδηγήθηκε σε νέα διακοπή, έπειτα από καβγά μέσα στη δικαστική αίθουσα ανάμεσα στη Ζωή Κωνσταντοπούλου και συνηγόρους υπεράσπισης, αλλά και μετά την ανάδειξη δικονομικού ζητήματος που αφορούσε την εκπροσώπηση κατηγορουμένου.
Η υπόθεση των Τεμπών παραμένει μία από τις πιο βαριές και ευαίσθητες δικαστικές διαδικασίες των τελευταίων ετών. Κάθε διακοπή, κάθε καθυστέρηση και κάθε ένταση μέσα στην αίθουσα δεν αντιμετωπίζεται από τις οικογένειες των θυμάτων ως μια απλή δικονομική εξέλιξη, αλλά ως ακόμη ένα βάρος σε μια ήδη εξαντλητική αναμονή για δικαιοσύνη. Η σημερινή εξέλιξη ήρθε να επιβεβαιώσει ότι η δίκη δεν κινείται μόνο πάνω σε νομικές ράγες, αλλά και μέσα σε ένα εκρηκτικό περιβάλλον πόνου, πίεσης και βαθιάς δυσπιστίας.
Η διακοπή που άναψε το κλίμα
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, όλα ξεκίνησαν μετά από διακοπή σχεδόν δύο ωρών, προκειμένου να προσέλθει η Ζωή Κωνσταντοπούλου και να αγορεύσει επί της εισαγγελικής πρότασης για νέα αιτήματα των συνηγόρων υποστήριξης της κατηγορίας. Η πρόεδρος της έδρας είχε επισημάνει ότι, δικονομικά, έπρεπε να ολοκληρωθούν οι τοποθετήσεις των συνηγόρων υποστήριξης της κατηγορίας πριν δοθεί ο λόγος στην υπεράσπιση, με την κ. Κωνσταντοπούλου να είναι η τελευταία που θα μιλούσε από την πλευρά αυτή.
Η καθυστέρηση, όμως, όξυνε ήδη ένα κλίμα που ήταν βαρύ. Στη συνέχεια, με την επανέναρξη της διαδικασίας, η πρόεδρος ρώτησε κατηγορούμενο αν διαθέτει συνήγορο, καθώς το δικαστήριο είχε ενημερωθεί ότι δεν εκπροσωπείται πλέον από τον μέχρι τότε δικηγόρο του. Ο ίδιος φέρεται να επικαλέστηκε οικονομική αδυναμία, ζητώντας ουσιαστικά τον αυτεπάγγελτο διορισμό συνηγόρου.
Το σημείο αυτό είναι κρίσιμο: όσο κι αν οι καθυστερήσεις εξοργίζουν τις οικογένειες, μια ποινική διαδικασία τέτοιου μεγέθους δεν μπορεί να προχωρήσει χωρίς να τηρούνται τα δικαιώματα υπεράσπισης. Το πρόβλημα είναι ότι η θεσμική ορθότητα συγκρούεται με την ανθρώπινη αντοχή όσων περιμένουν απαντήσεις.
Η αντίδραση των συγγενών
Η νέα εξέλιξη προκάλεσε άμεση αντίδραση από συγγενείς θυμάτων. Ο Παύλος Ασλανίδης, πρόεδρος του συλλόγου συγγενών θυμάτων «Τέμπη 2023», παρενέβη έντονα, εκφράζοντας την αγανάκτησή του για την αναμονή και την οικονομική και ψυχική φθορά που υφίστανται οι οικογένειες. Αμέσως μετά, αποχώρησε από την αίθουσα.
Η στάση των συγγενών δεν μπορεί να διαβαστεί αποκομμένη από το συνολικό βάρος της υπόθεσης. Για τις οικογένειες, η δίκη δεν είναι μια τυπική ποινική διαδικασία. Είναι ο χώρος όπου ζητούν να ακουστεί η αλήθεια, να αποδοθούν ευθύνες και να μη μετατραπεί η τραγωδία σε μια ακόμη υπόθεση που θα χαθεί μέσα σε αναβολές, ενστάσεις και διαδικαστικές καθυστερήσεις.
Η οργή τους δεν στρέφεται μόνο απέναντι σε συγκεκριμένα πρόσωπα. Στρέφεται απέναντι σε μια αίσθηση ότι ο χρόνος κυλά εις βάρος τους. Ότι κάθε καθυστέρηση μεγαλώνει το τραύμα. Ότι η δικαιοσύνη, όσο αναγκαία κι αν είναι η τήρηση των κανόνων της, δεν πρέπει να φαίνεται αδύναμη μπροστά στο μέγεθος της υπόθεσης.
Ο καβγάς Κωνσταντοπούλου με συνηγόρους
Η ένταση κορυφώθηκε όταν η Ζωή Κωνσταντοπούλου απευθύνθηκε στην πρόεδρο της έδρας, διατυπώνοντας αιχμές για τον τρόπο με τον οποίο χειρίστηκε το ζήτημα της δήλωσης του κατηγορουμένου περί μη ύπαρξης συνηγόρου. Στη συνέχεια, ο συνήγορος Δημήτρης Σκαρίμπας ζήτησε να διευκρινιστούν οι λόγοι της προηγούμενης διακοπής, με αποτέλεσμα να ξεσπάσει αντιπαράθεση.
Το κλίμα ξέφυγε, με ανταλλαγή βαριών χαρακτηρισμών ανάμεσα στην κ. Κωνσταντοπούλου και συνηγόρους υπεράσπισης. Η αντιπαράθεση συνεχίστηκε και μετά την αποχώρηση της έδρας από την αίθουσα, ενώ στο επίκεντρο βρέθηκε και η συνήγορος Στέλλα Βαλάνη, με την οποία υπήρξε νέος γύρος έντασης.
Η εικόνα αυτή είναι ιδιαίτερα προβληματική για μια δίκη τέτοιας σημασίας. Δεν πρόκειται για μια απλή λεκτική σύγκρουση μεταξύ δικηγόρων. Σε μια υπόθεση όπου δεκάδες οικογένειες αναζητούν απαντήσεις για τον θάνατο των ανθρώπων τους, κάθε επεισόδιο που μετατοπίζει το κέντρο βάρους από την ουσία στη σύγκρουση προσώπων επιβαρύνει ακόμη περισσότερο το ήδη φορτισμένο περιβάλλον.
Η δικαστική αίθουσα δεν μπορεί να μετατρέπεται σε πεδίο προσωπικής αντιπαράθεσης. Όποιος κι αν έχει δίκιο σε επιμέρους ζητήματα, όταν η εικόνα γίνεται καβγάς, η ουσία της υπόθεσης χάνει χώρο. Και στα Τέμπη αυτό είναι απαράδεκτα επικίνδυνο.
Το έγγραφο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους
Μετά την ένταση, η Ζωή Κωνσταντοπούλου κατέθεσε στο δικαστήριο έγγραφο με ημερομηνία 6 Μαρτίου 2026, σύμφωνα με το οποίο η πρόεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ενημέρωνε τους αρμόδιους υπουργούς ότι δεν είχε περιέλθει στο ΝΣΚ κλήση από τον αρμόδιο εισαγγελέα για παράσταση του Δημοσίου και ότι, ως εκ τούτου, δεν είχε πρόσβαση στα κατηγορητήρια και στη δικογραφία της υπόθεσης.
Το ζήτημα αυτό συνδέθηκε με την παράσταση του Δημοσίου προς υποστήριξη της κατηγορίας. Σύμφωνα με το ίδιο ρεπορτάζ, στις 20 Μαρτίου, με έγγραφο που χαρακτηριζόταν «Εξαιρετικά Επείγον», ο τότε αναπληρωτής υπουργός Μεταφορών Κωνσταντίνος Κυρανάκης ζήτησε από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους να παρασταθεί προς υποστήριξη της κατηγορίας αποκλειστικά κατά τριών σταθμαρχών και του επιθεωρητή διοίκησης.
Η κ. Κωνσταντοπούλου φέρεται να υποστήριξε ότι το γεγονός πως το ΝΣΚ είχε δηλώσει ότι δεν είχε πρόσβαση στη δικογραφία εγείρει ερωτήματα για τη βάση πάνω στην οποία αποδέχθηκε το αίτημα του υπουργείου και περιόρισε την παράσταση του Δημοσίου στους συγκεκριμένους κατηγορουμένους.
Το ζήτημα είναι σοβαρό, διότι αφορά τον θεσμικό ρόλο του Δημοσίου μέσα στη δίκη και το εύρος της συμμετοχής του στη διαδικασία. Σε μια υπόθεση όπου οι ευθύνες δεν εξετάζονται μόνο σε επίπεδο μεμονωμένων χειρισμών, αλλά και μέσα σε ένα ευρύτερο πλαίσιο λειτουργίας του σιδηροδρομικού συστήματος, κάθε απόφαση για το ποιος εκπροσωπείται, κατά ποιων στρέφεται και με ποια γνώση της δικογραφίας αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
Η νέα διακοπή και η επόμενη δικάσιμος
Μετά τις εντάσεις και την ανάδειξη του ζητήματος εκπροσώπησης κατηγορουμένου, το δικαστήριο διέκοψε τη διαδικασία για τη Δευτέρα 6 Ιουλίου. Ως λόγος της διακοπής ανακοινώθηκε η ανάγκη αναζήτησης συνηγόρου για τον κατηγορούμενο που δήλωσε οικονομική αδυναμία.
Η εξέλιξη αυτή σημαίνει ότι η δίκη θα συνεχιστεί με ακόμη μεγαλύτερη πίεση. Από τη μία πλευρά, το δικαστήριο οφείλει να διασφαλίσει ότι κανένας κατηγορούμενος δεν θα μείνει χωρίς υπεράσπιση, ώστε η διαδικασία να είναι έγκυρη και θωρακισμένη. Από την άλλη, οι οικογένειες των θυμάτων βλέπουν τη διαδικασία να καθυστερεί ξανά, γεγονός που εντείνει την αγανάκτησή τους.
Αυτή είναι η δύσκολη ισορροπία της υπόθεσης. Η δίκη των Τεμπών πρέπει να είναι γρήγορη, αλλά όχι πρόχειρη. Πρέπει να είναι αυστηρή, αλλά όχι εκδικητική. Πρέπει να είναι θεσμικά άψογη, αλλά και να δείχνει ότι αντιλαμβάνεται το ανθρώπινο βάρος που κουβαλά. Αν χαθεί οποιοδήποτε από αυτά τα στοιχεία, η αξιοπιστία της διαδικασίας θα πληγεί.
Το βάρος μιας δίκης που παρακολουθεί όλη η χώρα
Η δίκη για τα Τέμπη δεν αφορά μόνο τους διαδίκους. Παρακολουθείται από ολόκληρη την κοινωνία, επειδή η τραγωδία ξεπέρασε από την πρώτη στιγμή τα όρια ενός δυστυχήματος. Έγινε σύμβολο κρατικής αποτυχίας, ελλείψεων ασφαλείας, θεσμικών κενών και μιας βαθιάς ανάγκης για λογοδοσία.
Γι’ αυτό η εικόνα μέσα στη δικαστική αίθουσα έχει τεράστια σημασία. Η κοινωνία δεν περιμένει θέαμα. Περιμένει απαντήσεις. Οι συγγενείς δεν αντέχουν άλλες συγκρούσεις που μοιάζουν να απομακρύνουν τη διαδικασία από την ουσία. Οι κατηγορούμενοι, από την άλλη, έχουν δικαίωμα σε πλήρη υπεράσπιση. Και το δικαστήριο καλείται να κρατήσει τη διαδικασία όρθια, μέσα σε ένα περιβάλλον όπου κάθε λέξη μπορεί να προκαλέσει έκρηξη.
Η δίκη των Τεμπών δεν έχει το περιθώριο να μοιάζει χαμένη μέσα σε εντάσεις και διακοπές. Το διακύβευμα είναι πολύ βαρύ. Αν η διαδικασία δεν σταθεί στο ύψος της, το τραύμα δεν θα κλείσει. Θα βαθύνει.
Η επόμενη συνεδρίαση θα δείξει αν η διαδικασία μπορεί να επιστρέψει σε πιο σταθερή τροχιά ή αν οι εντάσεις θα συνεχίσουν να κυριαρχούν. Το βέβαιο είναι ότι οι οικογένειες των θυμάτων θα παραμείνουν παρούσες, απαιτώντας να μη χαθεί η ουσία πίσω από δικονομικές εμπλοκές και προσωπικές αντιπαραθέσεις.
Η υπόθεση των Τεμπών χρειάζεται δικαιοσύνη που να είναι και ουσιαστική και ορατή. Όχι απλώς μια διαδικασία που προχωρά στα χαρτιά, αλλά μια δίκη που να πείθει ότι κάθε ευθύνη θα εξεταστεί με σοβαρότητα, επιμονή και σεβασμό στους ανθρώπους που χάθηκαν.
Πηγή: Pagenews.gr
