Η Τράπεζα της Ελλάδος αποσαφηνίζει τον ρόλο της
Απάντηση στις αιτιάσεις και τα ερωτήματα που έθεσε η τομεάρχης Οικονομίας του ΠΑΣΟΚ, Μιλένα Αποστολάκη, σχετικά με τις αυξήσεις στα ιδιωτικά ασφάλιστρα υγείας, έδωσε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, με εκτενή επιστολή στην οποία αποσαφηνίζει τα όρια της εποπτικής αρμοδιότητας της κεντρικής τράπεζας και το ισχύον ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο.
Το βασικό μήνυμα της επιστολής είναι σαφές: η τιμολόγηση των ασφαλιστηρίων συμβολαίων υγείας είναι ελεύθερη και δεν υπόκειται σε προληπτική έγκριση από την Τράπεζα της Ελλάδος. Αντίθετα, η εποπτική αρχή έχει ως αποστολή να διασφαλίζει τη φερεγγυότητα των ασφαλιστικών επιχειρήσεων και την προστασία των ασφαλισμένων μέσω της εποπτείας της ποιότητας των ασφαλιστικών προϊόντων.
«Η τιμολόγηση είναι ελεύθερη»
Στην επιστολή του, ο κ. Στουρνάρας επισημαίνει ότι, σύμφωνα με το ευρωπαϊκό πλαίσιο λειτουργίας της ασφαλιστικής αγοράς, καμία εποπτική αρχή δεν εγκρίνει εκ των προτέρων τις αυξήσεις των ασφαλίστρων.
Η Τράπεζα της Ελλάδος, όπως αναφέρει, παρακολουθεί διαρκώς τις εξελίξεις στην αγορά και βρίσκεται σε συνεχή συνεργασία με το Υπουργείο Ανάπτυξης, τη Γενική Γραμματεία Εμπορίου, τις αρχές προστασίας του καταναλωτή, τις ενώσεις καταναλωτών και την Ένωση Ασφαλιστικών Εταιρειών Ελλάδος, χωρίς ωστόσο να διαθέτει αρμοδιότητα παρέμβασης στον καθορισμό των τιμών.
Παράλληλα, υπογραμμίζει ότι η βασική της αποστολή είναι να διασφαλίζει πως οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις διαθέτουν επαρκή κεφάλαια ώστε να μπορούν να καλύπτουν τις υποχρεώσεις τους χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η χρηματοοικονομική τους σταθερότητα.
Ο νέος μηχανισμός αναπροσαρμογής ασφαλίστρων
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στον νόμο 5170/2025, ο οποίος εισήγαγε τον Ετήσιο Δείκτη Αναπροσαρμογής (Ε.Δ.Α.) για τα μακροχρόνια ασφαλιστήρια υγείας.
Ο διοικητής της ΤτΕ εξηγεί ότι ο δείκτης βασίζεται σε δύο βασικούς παράγοντες: την εξέλιξη των πραγματικών δαπανών νοσηλείας και την ηλικιακή μεταβολή των ασφαλισμένων.
Ωστόσο, διευκρινίζει ότι ο συγκεκριμένος δείκτης δεν αποτελεί ανώτατο όριο αυξήσεων για όλες τις ασφαλιστικές εταιρείες, καθώς κάθε επιχείρηση διαθέτει διαφορετικό ασφαλιστικό χαρτοφυλάκιο, διαφορετικό ηλικιακό προφίλ πελατών και διαφορετική εμπειρία αποζημιώσεων.
Με τον τρόπο αυτό, η Τράπεζα της Ελλάδος επιχειρεί να αποσαφηνίσει ότι η ύπαρξη του δείκτη δεν συνεπάγεται ενιαία τιμολογιακή πολιτική για το σύνολο της αγοράς.
Η συζήτηση για τις αυξήσεις στα ασφάλιστρα
Ο κ. Στουρνάρας αναγνωρίζει ότι το αυξανόμενο κόστος νοσηλείας αποτελεί τον σημαντικότερο παράγοντα πίεσης για τα ιδιωτικά ασφαλιστήρια υγείας.
Σημειώνει, μάλιστα, ότι εάν επιβαλλόταν στις ασφαλιστικές εταιρείες ένα μόνιμο πλαφόν στις ετήσιες αυξήσεις των ασφαλίστρων, χωρίς αντίστοιχη συγκράτηση του πραγματικού κόστους αποζημιώσεων, οι επιχειρήσεις θα υποχρεώνονταν να ενισχύσουν σημαντικά τα τεχνικά τους αποθέματα.
Στην επιστολή γίνεται αναφορά και σε σχετική μελέτη της ασφαλιστικής αγοράς, σύμφωνα με την οποία ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα μπορούσε να οδηγήσει σε ανάγκη πρόσθετων προβλέψεων άνω των 5 δισ. ευρώ.
Οι προτάσεις της ΤτΕ για χαμηλότερο κόστος
Πέρα από τη θεσμική αποσαφήνιση, η επιστολή περιλαμβάνει και συγκεκριμένες προτάσεις πολιτικής για τον περιορισμό των ασφαλίστρων υγείας.
Η πρώτη αφορά την υιοθέτηση του διεθνώς διαδεδομένου συστήματος Diagnosis Related Groups (DRGs), μέσω του οποίου οι νοσηλείες τιμολογούνται ανά διάγνωση και όχι ανά επιμέρους ιατρική πράξη.
Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, το συγκεκριμένο μοντέλο μπορεί να περιορίσει τις υπερβολικές χρεώσεις, να ενισχύσει την αποδοτικότητα των νοσοκομείων και να συμβάλει στη συγκράτηση του ασφαλιστικού κόστους.
Παράλληλα, προτείνεται η διεύρυνση της συνεργασίας μεταξύ ιδιωτικών ασφαλιστικών εταιρειών και δημόσιων νοσοκομείων, μέσω συμπράξεων δημόσιου και ιδιωτικού τομέα (ΣΔΙΤ), ώστε μέρος των υπηρεσιών που σήμερα παρέχονται αποκλειστικά από ιδιωτικές κλινικές να μπορεί να προσφέρεται και από το Εθνικό Σύστημα Υγείας υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
Κατά την εκτίμηση της ΤτΕ, μια τέτοια προσέγγιση θα μπορούσε να δημιουργήσει συνθήκες μεγαλύτερου ανταγωνισμού, περιορίζοντας το συνολικό κόστος των ασφαλιστικών αποζημιώσεων.
Τα όρια της εποπτικής παρέμβασης
Ο Γιάννης Στουρνάρας καταλήγει υπογραμμίζοντας ότι, με βάση το ισχύον εθνικό και ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο, η Τράπεζα της Ελλάδος δεν διαθέτει τη δυνατότητα να παρεμβαίνει ούτε στις τιμές των ασφαλίστρων ούτε στα λειτουργικά έξοδα των ασφαλιστικών επιχειρήσεων.
Όπως σημειώνει, ο ρόλος της περιορίζεται στην εποπτεία της χρηματοοικονομικής επάρκειας των εταιρειών και στη διασφάλιση ότι τα ασφαλιστικά προϊόντα παρέχουν εύλογη σχέση ποιότητας και αξίας προς τους καταναλωτές.
Η επιστολή προς τη Μιλένα Αποστολάκη αποκτά ιδιαίτερη πολιτική και οικονομική σημασία, καθώς παρεμβαίνει σε μια δημόσια συζήτηση που εντείνεται το τελευταίο διάστημα γύρω από τις αυξήσεις στα ιδιωτικά ασφάλιστρα υγείας. Παράλληλα, επαναφέρει στο προσκήνιο το ζήτημα της ισορροπίας ανάμεσα στην προστασία των ασφαλισμένων, τη βιωσιμότητα των ασφαλιστικών επιχειρήσεων και τις μεταρρυθμίσεις που απαιτούνται για τη συγκράτηση του κόστους στον χώρο της υγείας.
