Η πρώτη μεγάλη δοκιμασία για τη Συνταγματική Αναθεώρηση
Στην πρώτη αποφασιστική κοινοβουλευτική δοκιμασία εισέρχεται σήμερα, Δευτέρα 27 Ιουλίου 2026, η διαδικασία της Συνταγματικής Αναθεώρησης, με την Ολομέλεια να καλείται να αποφασίσει ποια από τα 33 άρθρα και συνταγματικές διατάξεις που περιλαμβάνονται στην πρόταση της Νέας Δημοκρατίας θα χαρακτηριστούν αναθεωρητέα.
Η ηλεκτρονική, ονομαστική και φανερή ψηφοφορία έχει προγραμματιστεί να ξεκινήσει λίγο μετά τις 18:00, έπειτα από την πολυήμερη συζήτηση στην Ολομέλεια και τις προηγούμενες εργασίες της Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος.
Στο χαρτί, πρόκειται για μια θεσμική διαδικασία με αυστηρούς κανόνες. Στην πολιτική πραγματικότητα, όμως, η απογευματινή ψηφοφορία αποτελεί κάτι πολύ περισσότερο:
Είναι η πρώτη καταγραφή των συσχετισμών πάνω στους οποίους θα οικοδομηθεί η επόμενη πολιτική περίοδος.
Κάθε «ναι», κάθε «όχι» και κάθε «παρών» δεν αφορά μόνο το περιεχόμενο μιας συνταγματικής διάταξης. Αφορά το ποια κόμματα μπορούν να συνεννοηθούν, πού μπορούν να υπάρξουν μελλοντικές συγκλίσεις και —κυρίως— πόσο δεσμευμένη ή πόσο ελεύθερη θα είναι η Βουλή που θα προκύψει από τις επόμενες εθνικές εκλογές.
Το παιχνίδι των 151 και των 180 ψήφων
Το κλειδί της σημερινής ψηφοφορίας βρίσκεται στο άρθρο 110 του Συντάγματος, το οποίο προβλέπει μια σύνθετη διαδικασία δύο διαδοχικών Βουλών.
Η σημερινή, προτείνουσα Βουλή δεν αποφασίζει την τελική διατύπωση των νέων άρθρων. Αποφασίζει μόνο ποιες διατάξεις πρέπει να αναθεωρηθούν.
Η τελική διαμόρφωση του περιεχομένου τους θα γίνει από την επόμενη Βουλή, η οποία θα αναδειχθεί μετά τις εθνικές εκλογές.
Η αριθμητική, όμως, είναι καθοριστική:
Εάν ένα άρθρο συγκεντρώσει τουλάχιστον 180 ψήφους στην παρούσα Βουλή, τότε στην επόμενη Αναθεωρητική Βουλή θα αρκεί η απόλυτη πλειοψηφία των 151 βουλευτών για να καθοριστεί το νέο περιεχόμενό του.
Εάν συγκεντρώσει από 151 έως 179 ψήφους, τότε η επόμενη Βουλή θα χρειαστεί αυξημένη πλειοψηφία 180 ψήφων για να ολοκληρώσει την αναθεώρηση.
Οι διατάξεις που δεν θα περάσουν σήμερα το όριο των 151 ψήφων θα τεθούν εκτός διαδικασίας και δεν θα συμπεριληφθούν στη δεύτερη ψηφοφορία, η οποία αναμένεται να πραγματοποιηθεί την τελευταία εβδομάδα του Αυγούστου.
Αυτό ακριβώς μετατρέπει τη σημερινή διαδικασία σε μια σκακιέρα υψηλού πολιτικού ρίσκου.
Το παράδοξο της Συνταγματικής Αναθεώρησης
Στη συνταγματική διαδικασία, μια μεγάλη πλειοψηφία σήμερα μπορεί να σημαίνει μικρότερο έλεγχο αύριο.
Εάν, για παράδειγμα, η αντιπολίτευση συναινέσει ώστε ένα άρθρο να συγκεντρώσει 180 ψήφους, τότε μετά τις εκλογές μια μελλοντική κυβερνητική πλειοψηφία 151 βουλευτών θα μπορεί να καθορίσει μόνη της το τελικό περιεχόμενο της διάταξης.
Αντίθετα, εάν το άρθρο εγκριθεί σήμερα μόνο με 151 έως 179 ψήφους, η επόμενη Βουλή θα υποχρεωθεί να αναζητήσει ευρύτερη συναίνεση 180 βουλευτών.
Έτσι, τα κόμματα της αντιπολίτευσης βρίσκονται αντιμέτωπα με ένα σύνθετο δίλημμα:
Να ψηφίσουν υπέρ μιας αναθεώρησης με την οποία συμφωνούν επί της αρχής, διακινδυνεύοντας όμως να παραδώσουν τον τελικό έλεγχο στην επόμενη κυβερνητική πλειοψηφία;
Ή να περιορίσουν σήμερα τις θετικές ψήφους, ώστε να εξασφαλίσουν ότι αύριο καμία παράταξη δεν θα μπορεί να διαμορφώσει μόνη της το νέο Σύνταγμα;
Αυτή είναι η ουσία πίσω από το πολιτικό «παρών» που έχουν επιλέξει ή εξετάζουν κόμματα σε κρίσιμες διατάξεις. Δεν αποτελεί πάντοτε ουδέτερη στάση. Μπορεί να αποτελεί συνειδητή στρατηγική για να διατηρηθεί το όριο των 180 ψήφων στην επόμενη Βουλή.
Η πολιτική στόχευση της Νέας Δημοκρατίας
Η Νέα Δημοκρατία επιχειρεί να παρουσιάσει την Αναθεώρηση ως ένα μεγάλο θεσμικό και εκσυγχρονιστικό άλμα, το οποίο εκτείνεται από την τεχνητή νοημοσύνη και την κλιματική αλλαγή έως τη λειτουργία της Δικαιοσύνης, την αξιολόγηση στο Δημόσιο, την ανώτατη εκπαίδευση και τη σταθερότητα του πολιτικού συστήματος.
Η κυβερνητική πρόταση κατατέθηκε με τις υπογραφές της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της ΝΔ και περιλαμβάνει παρεμβάσεις σε περισσότερες από 30 συνταγματικές διατάξεις.
Η κυβερνητική στρατηγική κινείται σε δύο επίπεδα.
Στο πρώτο, το Μέγαρο Μαξίμου επιδιώκει να εμφανίσει τη ΝΔ ως τη δύναμη που αναλαμβάνει την πρωτοβουλία για τη «θεσμική Ελλάδα της επόμενης δεκαετίας».
Στο δεύτερο, επιχειρεί να μεταφέρει την πίεση προς την αντιπολίτευση, ζητώντας της να τοποθετηθεί συγκεκριμένα για ζητήματα με μεγάλη κοινωνική και πολιτική απήχηση:
- την αλλαγή του νόμου περί ευθύνης υπουργών,
- την αξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων,
- τα μη κρατικά πανεπιστήμια,
- την επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης,
- την επιστολική ψήφο,
- τη σταθερότητα του εκλογικού συστήματος,
- την προστασία της κατοικίας,
- την κλιματική αλλαγή,
- και τη διαφάνεια στη λειτουργία του κράτους.
Η κυβερνητική αφήγηση είναι σαφής:
«Όποιος απορρίπτει την Αναθεώρηση, θα πρέπει να εξηγήσει τι ακριβώς θέλει να παραμείνει ίδιο».
Η αντιπολίτευση, από την πλευρά της, αντιστρέφει το επιχείρημα και κατηγορεί την κυβέρνηση ότι προωθεί μια μονοκομματική και προεκλογικά φορτισμένη διαδικασία, λίγο πριν από την τελική ευθεία προς τις εκλογές του 2027.
Το άρθρο 86 και η «καρδιά» της θεσμικής σύγκρουσης
Στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης βρίσκεται το άρθρο 86 για την ποινική ευθύνη των υπουργών.
Η πρόταση της Νέας Δημοκρατίας προβλέπει ότι η ανάκριση, η προανάκριση και η προκαταρκτική εξέταση θα διενεργούνται από εισαγγελικό ή ανώτατο δικαστικό όργανο, αντί από κοινοβουλευτική προανακριτική επιτροπή.
Ωστόσο, η τελική απόφαση για την άσκηση δίωξης σε υπουργό ή υφυπουργό θα εξακολουθεί να απαιτεί απόφαση της Βουλής με την απόλυτη πλειοψηφία των 151 βουλευτών.
Η κυβερνητική πλευρά υποστηρίζει ότι με αυτόν τον τρόπο περιορίζεται δραστικά ο πολιτικός χαρακτήρας της προκαταρκτικής διερεύνησης και η υπόθεση περνά στα χέρια της Δικαιοσύνης.
Το ΠΑΣΟΚ, ωστόσο, ζητά πλήρη απομάκρυνση της Βουλής από τη διαδικασία δίωξης, προτείνοντας η σχετική κρίση να ανατεθεί αποκλειστικά σε ειδικό δικαστικό συμβούλιο.
Εδώ βρίσκεται μια από τις βασικές πολιτικές διαχωριστικές γραμμές.
Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η λαϊκή αντιπροσωπεία δεν μπορεί να αποξενωθεί πλήρως από μια διαδικασία που αφορά πράξεις υπουργών κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.
Η αντιπολίτευση απαντά ότι όσο διατηρείται το τελικό «κλειδί» στη Βουλή, τόσο παραμένει ανοικτός ο δρόμος για κομματικούς συμψηφισμούς, προστατευτικές πλειοψηφίες και εργαλειοποίηση των εξεταστικών διαδικασιών.
Η σύγκρουση δεν είναι τεχνική. Αγγίζει άμεσα την κοινωνική απαίτηση για ίση λογοδοσία πολιτικών και πολιτών.
Η μάχη για τα μη κρατικά πανεπιστήμια
Εξίσου ισχυρός πολιτικός συμβολισμός συνοδεύει την πρόταση αλλαγής του συνταγματικού πλαισίου για την ανώτατη εκπαίδευση.
Παρότι στο υλικό της συζήτησης εμφανίζονται επιμέρους παραπομπές σε διαφορετικές διατάξεις, η βασική θεσμική συζήτηση αφορά το ισχύον άρθρο 16, το οποίο κατοχυρώνει ότι η ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται από ιδρύματα που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου.
Η κυβερνητική πρόταση επιδιώκει να επιτρέψει την παροχή ανώτατης εκπαίδευσης και από μη κρατικά ή ιδιωτικά νομικά πρόσωπα πανεπιστημιακού χαρακτήρα, υπό κρατική εποπτεία, ακαδημαϊκή αυτοδιοίκηση και αυστηρές προϋποθέσεις ποιότητας.
Για τη Νέα Δημοκρατία, η αλλαγή αποτελεί όρο για να σταματήσει η φυγή χιλιάδων φοιτητών και κεφαλαίων στο εξωτερικό, να ενισχυθεί ο διεθνής χαρακτήρας της ελληνικής εκπαίδευσης και να αναπτυχθεί ανταγωνισμός με κανόνες.
Για την Αριστερά και ένα σημαντικό τμήμα της αντιπολίτευσης, όμως, πρόκειται για ανατροπή του δημόσιου χαρακτήρα του πανεπιστημίου και για κίνδυνο δημιουργίας ενός συστήματος εκπαίδευσης πολλών ταχυτήτων.
Το ΠΑΣΟΚ εμφανίζεται να αναγνωρίζει την ανάγκη αλλαγών στο πανεπιστημιακό τοπίο, αλλά θέτει αυστηρότερες προϋποθέσεις και επιδιώκει να αποφύγει την πλήρη ταύτιση με την κυβερνητική διατύπωση.
Αυτό εξηγεί και τη στάση «παρών» που καταγράφηκε στην Επιτροπή τόσο για τις εκπαιδευτικές διατάξεις όσο και για το άρθρο 86.
Αξιολόγηση στο Δημόσιο: Η κοινωνική απήχηση και η πολιτική παγίδα
Ένα από τα άρθρα με τη μεγαλύτερη δυνατότητα κοινωνικής διείσδυσης είναι το άρθρο 103, που αφορά τους δημοσίους υπαλλήλους.
Η πρόταση προβλέπει συνταγματική κατοχύρωση της υποχρεωτικής αξιολόγησης με βάση:
- την αμεροληψία,
- την ουδετερότητα,
- την επαγγελματική ικανότητα,
- την αποτελεσματικότητα,
- και την απόδοση.
Προβλέπει επίσης αμφίδρομη αξιολόγηση, ακόμη και από υφισταμένους προς προϊσταμένους, οικονομικές επιβραβεύσεις που θα συνδέονται με την απόδοση, αλλά και συνέπειες που θα μπορούσαν να φτάσουν έως την οριστική παύση, έπειτα από απόφαση υπηρεσιακού συμβουλίου.
Για την κυβέρνηση, το άρθρο 103 αποτελεί το θεσμικό θεμέλιο για ένα Δημόσιο που θα επιβραβεύει τους ικανούς, θα εντοπίζει τις δυσλειτουργίες και δεν θα αντιμετωπίζει τη μονιμότητα ως ασυλία απέναντι στην αδιαφορία ή τη συστηματική ανεπάρκεια.
Για τα κόμματα της αντιπολίτευσης και τα συνδικάτα, όμως, η κρίσιμη λέξη δεν είναι η «αξιολόγηση», αλλά οι συνέπειές της.
Το πολιτικό ερώτημα είναι ποιος θα αξιολογεί, με ποια κριτήρια, ποιοι θα ελέγχουν τους αξιολογητές και αν η διαδικασία θα χρησιμοποιείται ως εργαλείο βελτίωσης ή ως μηχανισμός πειθαρχίας και απολύσεων.
Η κυβέρνηση γνωρίζει ότι η κοινωνική πλειοψηφία υποστηρίζει την αξιολόγηση ως γενική αρχή. Η αντιπολίτευση γνωρίζει ότι μια απλή άρνηση μπορεί να την εμφανίσει ως υπερασπιστή της ακινησίας.
Η πραγματική μάχη, επομένως, θα δοθεί στις εγγυήσεις εφαρμογής.
Δικαιοσύνη χωρίς κυβερνητική «σκιά»
Ιδιαίτερη θεσμική βαρύτητα έχει η προτεινόμενη αλλαγή στο άρθρο 90, με την οποία επιδιώκεται να περιοριστεί η κυβερνητική παρέμβαση στην επιλογή των προέδρων και αντιπροέδρων των ανωτάτων δικαστηρίων.
Η πρόταση προβλέπει την επιλογή τους από ειδική κοινοβουλευτική επιτροπή, μεταξύ καταλόγου υποψηφίων που θα προτείνουν οι ολομέλειες των ίδιων των δικαστηρίων.
Η ρύθμιση επιχειρεί να απαντήσει στη διαχρονική κριτική ότι η εκάστοτε κυβέρνηση μπορεί, μέσω της επιλογής της ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων, να δημιουργεί τουλάχιστον την εικόνα πολιτικής εξάρτησης της Δικαιοσύνης.
Ωστόσο, η μεταφορά της απόφασης από το Υπουργικό Συμβούλιο σε μια κοινοβουλευτική επιτροπή δεν εξαφανίζει αυτομάτως τον κίνδυνο κομματικοποίησης.
Το κρίσιμο ερώτημα θα είναι:
Με ποια πλειοψηφία θα αποφασίζει η επιτροπή;
Εάν αρκεί η κυβερνητική πλειοψηφία, η αλλαγή μπορεί να αποδειχθεί περισσότερο θεσμική αναδιάταξη παρά πραγματική αποκομματικοποίηση.
Εάν απαιτείται ευρύτερη συναίνεση, τότε η νέα ρύθμιση μπορεί πράγματι να μετατρέψει την επιλογή της δικαστικής ηγεσίας σε πεδίο συνεννόησης.
Προληπτικός έλεγχος συνταγματικότητας: Μια μεγάλη αλλαγή στην ισορροπία εξουσιών
Με τα άρθρα 77 και 100 προτείνεται η εισαγωγή προληπτικού ελέγχου της συνταγματικότητας ψηφισμένων νομοσχεδίων πριν από τη δημοσίευσή τους.
Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο πρωθυπουργός ή η Βουλή θα μπορούν, υπό προϋποθέσεις, να παραπέμπουν ένα ψηφισμένο νομοσχέδιο στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, ενώ για κρίσιμα νομοσχέδια που αφορούν το εκλογικό δικαίωμα και το εκλογικό σύστημα προβλέπεται υποχρεωτική παραπομπή.
Πρόκειται για μια αλλαγή με σημαντικές συνέπειες.
Η Ελλάδα παραδοσιακά ακολουθεί το σύστημα του διάχυτου και παρεμπίπτοντος ελέγχου συνταγματικότητας, όπου κάθε δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να εφαρμόσει έναν νόμο που κρίνει αντισυνταγματικό.
Με τη νέα πρόταση εισάγεται ένας ισχυρός κεντρικός μηχανισμός, ο οποίος θα μπορεί να σταματήσει έναν νόμο πριν ακόμη τεθεί σε ισχύ.
Οι υποστηρικτές της αλλαγής θεωρούν ότι έτσι θα αποτρέπονται θεσμικές εκκρεμότητες, αντιφατικές δικαστικές αποφάσεις και χρόνια νομικής αβεβαιότητας.
Οι επικριτές προειδοποιούν ότι το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο μπορεί να μετατραπεί σε ένα είδος οιονεί Συνταγματικού Δικαστηρίου, χωρίς να έχει προηγηθεί πλήρης συζήτηση για τα όρια, τη σύνθεση και τη δημοκρατική νομιμοποίησή του.
Εκλογικός νόμος, κυβερνησιμότητα και το τέλος της ουδετερότητας
Με την αναθεώρηση του άρθρου 54, η Νέα Δημοκρατία προτείνει να κατοχυρωθεί συνταγματικά ότι το εκλογικό σύστημα πρέπει να εξασφαλίζει όχι μόνο «εύλογη αναλογικότητα», αλλά και την κυβερνησιμότητα της χώρας.
Η ένταξη της κυβερνησιμότητας στο Σύνταγμα δεν είναι μια ουδέτερη τεχνική προσθήκη.
Μπορεί να λειτουργήσει ως συνταγματικό επιχείρημα υπέρ εκλογικών συστημάτων που προβλέπουν μπόνους εδρών, ενισχυμένη αναλογική ή άλλους μηχανισμούς διευκόλυνσης του πρώτου κόμματος.
Για τη ΝΔ, το δίδαγμα από περιόδους αστάθειας είναι ότι το εκλογικό σύστημα οφείλει να επιτρέπει τον σχηματισμό βιώσιμων κυβερνήσεων.
Για την αντιπολίτευση, η συνταγματική κατοχύρωση της κυβερνησιμότητας μπορεί να αποτελέσει όχημα για μόνιμη ενίσχυση του πρώτου κόμματος εις βάρος της αναλογικής εκπροσώπησης.
Η διάταξη συνδέεται άμεσα με την επόμενη ημέρα του πολιτικού συστήματος, σε μια περίοδο κατά την οποία οι αυτοδύναμες κυβερνήσεις γίνονται δυσκολότερες και το ενδεχόμενο κυβερνήσεων συνεργασίας βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο.
Η επιστολική ψήφος και το νέο εκλογικό σώμα
Η πρόταση αναθεώρησης του άρθρου 51 ανοίγει τον δρόμο για επιστολική ψήφο όχι μόνο για τους εκλογείς του εξωτερικού, αλλά και για όσους βρίσκονται στο εσωτερικό της χώρας.
Η κυβέρνηση παρουσιάζει την αλλαγή ως μέσο διευκόλυνσης της συμμετοχής, με ιδιαίτερη αναφορά:
- στους ηλικιωμένους,
- στα άτομα με αναπηρία,
- στους εποχικούς εργαζομένους,
- στους πολίτες που εργάζονται μακριά από τον τόπο εγγραφής τους,
- και σε όσους αντιμετωπίζουν αντικειμενικά εμπόδια μετακίνησης.
Η αντιπολίτευση ζητά ισχυρές εγγυήσεις μυστικότητας, ταυτοπροσωπίας και προστασίας από πιέσεις ή οργανωμένες παρεμβάσεις.
Η σύγκρουση εδώ δεν αφορά τόσο την αρχή όσο το ζήτημα της εμπιστοσύνης στη διαδικασία.
Πολιτικά κόμματα και «κόφτης» στις εκλογές
Με την αλλαγή του άρθρου 29 προτείνεται να καθοριστούν συνταγματικά οι προϋποθέσεις ίδρυσης και λειτουργίας των πολιτικών κομμάτων και να ανατεθεί στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο ο έλεγχος της δυνατότητας συμμετοχής τους στις εκλογές.
Η πρόταση επιχειρεί να αποκτήσει μονιμότερο συνταγματικό έρεισμα το θεσμικό πλαίσιο αποκλεισμού κομμάτων που συνδέονται με εγκληματικές οργανώσεις ή στρέφονται κατά της δημοκρατικής λειτουργίας του πολιτεύματος.
Ωστόσο, η διατύπωση για τις «αρχές δημοκρατικής λειτουργίας» θα αποτελέσει πεδίο έντονης νομικής συζήτησης.
Το ζητούμενο είναι να προστατεύεται η Δημοκρατία από οργανώσεις που επιδιώκουν να την καταλύσουν, χωρίς να δημιουργείται ένας αόριστος μηχανισμός περιορισμού του πολιτικού ανταγωνισμού.
Μία εξαετία για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας
Η Νέα Δημοκρατία προτείνει μία και μοναδική εξαετή θητεία για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, αντί της σημερινής πενταετούς θητείας με δυνατότητα επανεκλογής.
Η πρόταση επιδιώκει να αποσυνδέσει τον ανώτατο πολιτειακό άρχοντα από τη συζήτηση για δεύτερη θητεία και να περιορίσει το ενδεχόμενο ο Πρόεδρος να λειτουργεί με το βλέμμα στραμμένο στην επανεκλογή του.
Οι υποστηρικτές της θεωρούν ότι έτσι ενισχύεται η ανεξαρτησία και η θεσμική ουδετερότητα του αξιώματος.
Οι επικριτές σημειώνουν ότι μια εξαετής θητεία είναι ιδιαίτερα μεγάλη και ενδέχεται να δημιουργεί παρατεταμένη αναντιστοιχία ανάμεσα στον Πρόεδρο και στους νέους πολιτικούς συσχετισμούς.
Τέλος στη διάλυση της Βουλής με επίκληση «εθνικού θέματος»
Με την προτεινόμενη αλλαγή του άρθρου 41, καταργείται η δυνατότητα διάλυσης της Βουλής από την κυβέρνηση με επίκληση εθνικού θέματος εξαιρετικής σημασίας.
Η διάλυση θα απαιτεί πλέον πρόταση της κυβέρνησης και απόφαση της Βουλής για ανανέωση της λαϊκής εντολής.
Η ρύθμιση επιχειρεί να βάλει τέλος σε μια συνταγματική πρόβλεψη που χρησιμοποιήθηκε επανειλημμένα ως νομική φόρμουλα για πρόωρες εκλογές, ακόμη και όταν το πραγματικό κίνητρο ήταν η πολιτική συγκυρία.
Πολιτικά, πρόκειται για μια προσπάθεια να περιοριστεί το προνόμιο του εκάστοτε πρωθυπουργού να επιλέγει μονομερώς τον χρόνο των εκλογών.
Ωστόσο, η δυνατότητα αυτοδιάλυσης με κοινοβουλευτική απόφαση θα εξακολουθεί να προσφέρει στην κυβερνητική πλειοψηφία σημαντικό έλεγχο του εκλογικού ημερολογίου.
Στέγη, κλιματική αλλαγή και δικαιώματα νέας γενιάς
Η αναθεώρηση δεν περιορίζεται στη λειτουργία του πολιτικού συστήματος.
Το νέο πλαίσιο για το άρθρο 21 προβλέπει κρατική μέριμνα για την προσιτή στέγη και ενσωμάτωση της αρχής της διαγενεακής δικαιοσύνης στον σχεδιασμό των δημόσιων πολιτικών.
Το άρθρο 24 εμπλουτίζεται με ρητές αναφορές:
- στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής,
- στη διαχείριση των υδάτινων πόρων,
- στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας,
- στο περιβαλλοντικό ισοζύγιο,
- και στην προστασία των ζώων.
Παράλληλα, με την πρόταση για νέο άρθρο 5Β, εισάγεται στο συνταγματικό κείμενο η αρχή ότι η τεχνητή νοημοσύνη οφείλει να υπηρετεί την ελευθερία του ανθρώπου και την κοινωνική ευημερία.
Οι διατάξεις αυτές διαθέτουν υψηλό συμβολικό φορτίο, αλλά η ουσιαστική αξία τους θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο θα δημιουργούν συγκεκριμένες και δικαστικά ελέγξιμες υποχρεώσεις για το κράτος.
Διαφορετικά, κινδυνεύουν να λειτουργήσουν περισσότερο ως διακηρύξεις προθέσεων παρά ως πραγματικά εργαλεία προστασίας.
Φορολογική σταθερότητα και δημοσιονομικός «κόφτης»
Με τις αλλαγές στα άρθρα 78 και 79, η κυβερνητική πρόταση επιδιώκει:
- την πλήρη απαγόρευση αναδρομικής επιβολής φόρων και οικονομικών βαρών,
- τη δυνατότητα παροχής σταθερού φορολογικού καθεστώτος σε στρατηγικές επενδύσεις,
- τη συνταγματική υποχρέωση βιώσιμης δημοσιονομικής λειτουργίας,
- και την ενίσχυση της λογοδοσίας φορέων που χρηματοδοτούνται από τον κρατικό προϋπολογισμό.
Πρόκειται για μια απόπειρα να μεταφερθούν στο Σύνταγμα στοιχεία οικονομικής πολιτικής που μέχρι σήμερα ρυθμίζονται κυρίως με κοινούς νόμους ή ευρωπαϊκούς δημοσιονομικούς κανόνες.
Για τους υποστηρικτές, οι ρυθμίσεις δημιουργούν ασφάλεια δικαίου, προβλεψιμότητα για τις επενδύσεις και προστασία των επόμενων γενεών από ανεξέλεγκτο δανεισμό.
Για τους επικριτές, η υπερβολική συνταγματοποίηση της δημοσιονομικής πολιτικής μπορεί να περιορίσει τον χώρο άσκησης πολιτικής από μελλοντικές κυβερνήσεις, ιδίως σε περιόδους οικονομικής ή κοινωνικής κρίσης.
Αυτοδιοίκηση με φόρους: Μεταρρύθμιση ή νέες τοπικές ανισότητες;
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η πρόταση για το άρθρο 102, η οποία επιτρέπει στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης να επιβάλλουν τοπικούς ή ειδικούς φόρους και οικονομικά βάρη.
Η φορολογική αποκέντρωση μπορεί να αυξήσει την αυτονομία δήμων και περιφερειών, να ενισχύσει τη λογοδοσία των τοπικών αρχών και να περιορίσει την εξάρτησή τους από τις μεταβιβάσεις της κεντρικής κυβέρνησης.
Ταυτόχρονα, όμως, δημιουργεί τον κίνδυνο μιας Ελλάδας διαφορετικών ταχυτήτων.
Οι πλούσιοι, τουριστικοί ή οικονομικά ισχυροί δήμοι θα μπορούν να αντλούν σημαντικά περισσότερα έσοδα από τους μικρούς, ορεινούς, νησιωτικούς ή δημογραφικά αποδυναμωμένους δήμους.
Χωρίς ισχυρό μηχανισμό εξισορρόπησης, η φορολογική αποκέντρωση μπορεί να ενισχύσει αντί να μειώσει τις περιφερειακές ανισότητες.
Οι 33 διατάξεις δεν έχουν το ίδιο πολιτικό βάρος
Παρότι η ψηφοφορία αφορά δεκάδες άρθρα και παραγράφους, η πολιτική μάχη αναμένεται να επικεντρωθεί σε έναν πολύ μικρότερο αριθμό μεγάλων θεμάτων:
- Άρθρο 86: Ποινική ευθύνη υπουργών και ρόλος της Βουλής.
- Άρθρο 16: Μη κρατικά πανεπιστήμια και δημόσιος χαρακτήρας της ανώτατης εκπαίδευσης.
- Άρθρο 103: Αξιολόγηση, μονιμότητα και αποδοτικότητα στο Δημόσιο.
- Άρθρο 90: Επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης.
- Άρθρα 77 και 100: Προληπτικός έλεγχος συνταγματικότητας.
- Άρθρο 54: Εκλογικό σύστημα και συνταγματική κατοχύρωση της κυβερνησιμότητας.
- Άρθρο 51: Επιστολική ψήφος στο εσωτερικό.
- Άρθρο 29: Όροι συμμετοχής πολιτικών κομμάτων στις εκλογές.
- Άρθρο 102: Φορολογική αυτονομία της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
- Άρθρο 21: Προσιτή κατοικία και διαγενεακή δικαιοσύνη.
Τα υπόλοιπα άρθρα μπορεί να συγκεντρώνουν μικρότερη δημοσιότητα, αλλά θα λειτουργήσουν ως χώρος επιμέρους συγκλίσεων και ανταλλαγής πολιτικών σημάτων.
Το ΠΑΣΟΚ κρατά το κλειδί των 180 ψήφων
Με τη Νέα Δημοκρατία να μην διαθέτει από μόνη της την αυξημένη πλειοψηφία, το μεγαλύτερο ενδιαφέρον στρέφεται στη στάση του ΠΑΣΟΚ.
Το κόμμα της αξιωματικής ή μείζονος αντιπολιτευτικής διεκδίκησης καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα σε τρεις ανάγκες:
Πρώτον, να μην εμφανιστεί ως δύναμη θεσμικής ακινησίας.
Δεύτερον, να μην προσφέρει στην κυβέρνηση τη δυνατότητα να καθορίσει μόνη της στην επόμενη Βουλή το περιεχόμενο κρίσιμων διατάξεων.
Τρίτον, να προβάλει τη δική του αυτόνομη συνταγματική ατζέντα, ιδίως για την ευθύνη υπουργών, τη Δικαιοσύνη, τις ανεξάρτητες αρχές και την εκπαίδευση.
Η επιλογή του «παρών» σε ορισμένες κρίσιμες διατάξεις επιτρέπει στο ΠΑΣΟΚ να δηλώσει ότι αναγνωρίζει την ανάγκη αλλαγής, χωρίς όμως να επικυρώνει την κυβερνητική κατεύθυνση ή να απεμπολεί τη δυνατότητα διαπραγμάτευσης μετά τις εκλογές.
Η στάση αυτή μπορεί να δεχθεί πίεση και από τις δύο πλευρές.
Η ΝΔ θα κατηγορεί το ΠΑΣΟΚ ότι αποφεύγει τις καθαρές απαντήσεις.
Η Αριστερά θα το κατηγορεί ότι αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο μελλοντικής σύμπλευσης με τη ΝΔ.
Ωστόσο, σε καθαρά κοινοβουλευτικούς όρους, η τακτική του επιδιώκει να διατηρήσει το ΠΑΣΟΚ στον ρόλο του απαραίτητου διαμεσολαβητή.
Η Αναθεώρηση ως πρόβα κυβερνητικών συνεργασιών
Η απογευματινή ψηφοφορία θα διαβαστεί και ως άτυπη πρόβα της μετεκλογικής γεωμετρίας.
Δεν σημαίνει ότι όποια κόμματα ψηφίσουν μαζί ένα άρθρο προετοιμάζουν κυβερνητική συνεργασία.
Ωστόσο, η Συνταγματική Αναθεώρηση αποκαλύπτει:
- ποια κόμματα μπορούν να συζητήσουν για τη θεσμική λειτουργία του κράτους,
- πού υπάρχουν προγραμματικές συγκλίσεις,
- ποια θέματα αποτελούν απόλυτες κόκκινες γραμμές,
- και ποιοι πολιτικοί χώροι μπορούν να συγκροτήσουν πλειοψηφία 180 ψήφων.
Σε ένα κατακερματισμένο κομματικό σύστημα, αυτά τα δεδομένα έχουν ιδιαίτερη αξία.
Η επόμενη Βουλή μπορεί να μην διαθέτει εύκολη αυτοδυναμία. Κατά συνέπεια, οι συμμαχίες που θα απαιτηθούν για το Σύνταγμα ενδέχεται να συμπέσουν με τις συμμαχίες που θα απαιτηθούν για τον σχηματισμό ή τη στήριξη μιας κυβέρνησης.
Το πολιτικό ρίσκο για την κυβέρνηση
Η κυβέρνηση επενδύει στην εικόνα μιας μεγάλης μεταρρυθμιστικής πρωτοβουλίας.
Υπάρχει, όμως, και αντίστροφο ρίσκο.
Εάν οι περισσότερες διατάξεις εγκριθούν μόνο με τις ψήφους της Νέας Δημοκρατίας ή οριακά πάνω από τους 151, η αντιπολίτευση θα υποστηρίξει ότι η Αναθεώρηση στερείται της ευρείας πολιτικής και κοινωνικής νομιμοποίησης που απαιτεί μια αλλαγή του θεμελιώδους νόμου της χώρας.
Εάν, αντίθετα, πολλές διατάξεις φτάσουν τις 180 ψήφους, η κυβέρνηση θα μπορεί να μιλήσει για επιτυχία της στρατηγικής συναίνεσης.
Την ίδια στιγμή, όμως, θα δεσμευθεί πολιτικά από την ανάγκη να αποδείξει ότι δεν επιδίωξε τις 180 ψήφους απλώς για να αποκτήσει η επόμενη κοινοβουλευτική πλειοψηφία μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων.
Το πολιτικό ρίσκο για την αντιπολίτευση
Η αντιπολίτευση κινδυνεύει να παγιδευτεί ανάμεσα στην καταγγελία και την ευθύνη.
Η απόρριψη μιας ολόκληρης αναθεωρητικής προσπάθειας μπορεί να συσπειρώσει τα κομματικά ακροατήρια, αλλά δύσκολα απαντά στην κοινωνική απαίτηση για:
- αλλαγή του νόμου περί ευθύνης υπουργών,
- ταχύτερη και περισσότερο ανεξάρτητη Δικαιοσύνη,
- αξιολόγηση του κράτους,
- λογοδοσία,
- προστασία της κατοικίας,
- και σύγχρονους κανόνες για την τεχνολογία και το περιβάλλον.
Από την άλλη πλευρά, η άκριτη υπερψήφιση κυβερνητικών προτάσεων μπορεί να θολώσει τις πολιτικές διαφορές και να επιτρέψει στη ΝΔ να διεκδικήσει την πατρότητα μιας συναινετικής μεταρρύθμισης.
Για τα κόμματα της αντιπολίτευσης, συνεπώς, η μεγαλύτερη πρόκληση είναι να διαχωρίσουν με σαφήνεια το «ναι στην ανάγκη αλλαγής» από το «ναι στο περιεχόμενο που προτείνει η κυβέρνηση».
Η δεύτερη ψηφοφορία και το ορόσημο του Αυγούστου
Η σημερινή ψηφοφορία δεν ολοκληρώνει την πρώτη φάση.
Σύμφωνα με το άρθρο 110 του Συντάγματος, θα ακολουθήσει δεύτερη ψηφοφορία μετά την παρέλευση τουλάχιστον ενός μήνα. Η διαδικασία τοποθετείται στην τελευταία εβδομάδα του Αυγούστου και θα αφορά μόνο τις διατάξεις που σήμερα θα έχουν συγκεντρώσει τουλάχιστον 151 θετικές ψήφους.
Οι απαιτούμενες πλειοψηφίες θα υπολογιστούν τελικά με βάση και τις δύο ψηφοφορίες της προτείνουσας Βουλής.
Αυτό σημαίνει ότι η σημερινή κάλπη είναι η πρώτη, αλλά όχι η τελευταία ευκαιρία για αλλαγή στάσης, διαπραγμάτευση ή ανασύνταξη συμμαχιών.
Ο Αύγουστος δεν θα είναι μια τυπική επανάληψη.
Θα είναι ο δεύτερος γύρος μιας διαδικασίας όπου κάθε κόμμα θα έχει πλέον μετρήσει:
- τις εσωτερικές του διαρροές,
- τις κοινωνικές αντιδράσεις,
- το πολιτικό κόστος,
- και τη στάση των πιθανών μετεκλογικών εταίρων.
Τι πρέπει να παρακολουθήσουμε στην ψηφοφορία
Η ουσία δεν βρίσκεται μόνο στο αν κάθε άρθρο θα περάσει τους 151.
Τα πραγματικά πολιτικά μηνύματα θα προκύψουν από πέντε σημεία:
1. Ποια άρθρα θα πλησιάσουν ή θα ξεπεράσουν τους 180
Εκεί θα καταγραφεί η πραγματική δυνατότητα διακομματικής συναίνεσης.
2. Πού θα επιλέξει το ΠΑΣΟΚ το «ναι» και πού το «παρών»
Η στάση του θα δείξει ποια πεδία θεωρεί ώριμα για συνεννόηση και ποια επιθυμεί να μεταφέρει στην επόμενη Βουλή.
3. Εάν υπάρξουν διαφοροποιήσεις μέσα στη Νέα Δημοκρατία
Η κυβέρνηση απέσυρε ήδη από τη συζήτηση πρόταση για ασυμβίβαστο μεταξύ βουλευτικής και υπουργικής ιδιότητας έπειτα από εσωκομματικές ενστάσεις, γεγονός που έδειξε ότι ακόμη και εντός της κυβερνητικής πλειοψηφίας δεν υπάρχει απόλυτη ομοφωνία για όλες τις θεσμικές παρεμβάσεις.
4. Ποια άρθρα θα απορριφθούν πριν από τη δεύτερη ψηφοφορία
Μια διάταξη κάτω από τους 151 ψήφους βγαίνει ουσιαστικά από τον αναθεωρητικό κύκλο.
5. Πού θα σχηματιστούν απρόσμενες πλειοψηφίες
Συγκλίσεις γύρω από τη στέγη, την κλιματική αλλαγή, την προστασία των ζώων ή την τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να δημιουργήσουν διαφορετικές πλειοψηφίες από εκείνες των άρθρων για υπουργούς, Δικαιοσύνη και πανεπιστήμια.
Η μεγάλη μάχη θα γίνει μετά τις εκλογές
Η σημερινή Βουλή ανοίγει τις πόρτες της Αναθεώρησης.
Η επόμενη, όμως, θα αποφασίσει τι ακριβώς θα υπάρχει πίσω από αυτές.
Γι’ αυτό και η σημερινή διαδικασία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τις εθνικές εκλογές του 2027.
Η σύνθεση της επόμενης Βουλής θα καθορίσει:
- αν η Νέα Δημοκρατία θα διαθέτει την πλειοψηφία για να επιβάλει τη δική της κατεύθυνση σε άρθρα που σήμερα θα περάσουν με 180,
- αν θα απαιτηθεί συνεργασία με το ΠΑΣΟΚ ή άλλα κόμματα,
- αν η αντιπολίτευση θα μπορεί να μπλοκάρει ή να αναδιατυπώσει κρίσιμες αλλαγές,
- και αν τελικά η Αναθεώρηση θα είναι εκτεταμένη ή περιορισμένη.
Με αυτή την έννοια, το Σύνταγμα μετατρέπεται σε μέρος του εκλογικού διακυβεύματος.
Οι πολίτες δεν θα ψηφίσουν μόνο για κυβέρνηση.
Θα ψηφίσουν έμμεσα και για το ποια πολιτική δύναμη θα διαθέτει τον πρώτο λόγο στη διαμόρφωση των νέων συνταγματικών κανόνων.
Η ώρα των πραγματικών απαντήσεων
Η σημερινή ψηφοφορία δεν θα δώσει το τελικό Σύνταγμα.
Θα αποκαλύψει, όμως, ποια κόμματα επιθυμούν πραγματικά να το αλλάξουν, σε ποια κατεύθυνση και με ποιους συμμάχους.
Η Νέα Δημοκρατία επιδιώκει να κατοχυρώσει την εικόνα της μεταρρυθμιστικής δύναμης και να μεταφέρει στην επόμενη Βουλή όσο το δυνατόν περισσότερα άρθρα με την ευνοϊκή πλειοψηφία των 180.
Η αντιπολίτευση επιχειρεί να αποφύγει μια «λευκή επιταγή», χωρίς να εμφανιστεί εχθρική απέναντι σε αλλαγές που διαθέτουν ισχυρή κοινωνική υποστήριξη.
Το ΠΑΣΟΚ αναζητεί τον ρόλο του ρυθμιστή.
Η Αριστερά επιχειρεί να αποτρέψει αλλαγές που θεωρεί ότι αποδυναμώνουν το κοινωνικό κράτος, τη δημόσια εκπαίδευση και την αναλογική εκπροσώπηση.
Και ολόκληρο το πολιτικό σύστημα γνωρίζει ότι οι σημερινοί αριθμοί μπορεί να γίνουν οι αυριανοί συσχετισμοί εξουσίας.
Η απογευματινή ονομαστική ψηφοφορία, επομένως, δεν αφορά απλώς 33 άρθρα.
Αφορά το ποιος θα έχει τη δύναμη να γράψει τους κανόνες της Ελλάδας της επόμενης δεκαετίας.
Το κείμενο διορθώνει επίσης τη βασική θεσμική αναφορά: η συζήτηση για τα μη κρατικά πανεπιστήμια αφορά κατά κύριο λόγο το άρθρο 16 του Συντάγματος και όχι το άρθρο 15.
