Στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης βρέθηκε εκ νέου ο βουλευτής Δράμας της Νέας Δημοκρατίας, Δημήτρης Κυριαζίδης, μετά την αναφορά του στο περιστατικό με τη Ζωή Κωνσταντοπούλου και την επίμαχη φράση «κάνε κανένα παιδί», που είχε προκαλέσει σφοδρές αντιδράσεις πριν από περίπου ενάμιση χρόνο. Μιλώντας από το βήμα της Βουλής, ο κ. Κυριαζίδης υποστήριξε ότι επρόκειτο για μία «ευχή» που παρερμηνεύτηκε, ενώ χαρακτήρισε τον εαυτό του «Ιφιγένεια» της υπόθεσης, υποστηρίζοντας ότι βρέθηκε στο στόχαστρο για λόγους πολιτικής και επικοινωνιακής προβολής. Οι τοποθετήσεις του προκάλεσαν νέο κύκλο έντονων αντιδράσεων τόσο από την αντιπολίτευση όσο και από κυβερνητικά στελέχη.
«Ήταν μια ευχή, όχι προσβολή», υποστήριξε ο Κυριαζίδης
Κατά την τοποθέτησή του στην Ολομέλεια της Βουλής, ο Δημήτρης Κυριαζίδης επιχείρησε να δώσει τη δική του εκδοχή για το περιστατικό που είχε οδηγήσει σε σφοδρή πολιτική αντιπαράθεση.
Ο βουλευτής της ΝΔ ανέφερε ότι η φράση που απηύθυνε στη Ζωή Κωνσταντοπούλου δεν είχε προσβλητικό χαρακτήρα, αλλά αποτελούσε, όπως είπε, «μία ευχή», η οποία –κατά την άποψή του– αλλοιώθηκε και παρερμηνεύθηκε.
Παράλληλα, υποστήριξε ότι για περισσότερο από έναν χρόνο αποτέλεσε στόχο συνεχών επιθέσεων από την πρόεδρο της Πλεύσης Ελευθερίας, η οποία, όπως είπε, τον χαρακτήριζε μαζί με άλλους βουλευτές ως «δολοφόνους», «παιδεραστές» και «παιδόφιλους».
Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσε η αναφορά του ότι «αποτέλεσα την Ιφιγένεια», υπονοώντας πως το περιστατικό αξιοποιήθηκε πολιτικά εις βάρος του, προκειμένου –όπως ισχυρίστηκε– να δημιουργηθεί επικοινωνιακός αντίκτυπος.
Ένταση στην Ολομέλεια και σφοδρές αντιδράσεις
Οι δηλώσεις του προκάλεσαν άμεσες αντιδράσεις μέσα στην αίθουσα της Βουλής.
Η βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Έλενα Ακρίτα αντέδρασε έντονα, καλώντας τον να μην επαναλαμβάνει τους ίδιους χαρακτηρισμούς και επισημαίνοντας ότι ουδέποτε υπήρξε πραγματική μεταμέλεια για την αρχική του δήλωση.
Ακολούθησε έντονη λεκτική αντιπαράθεση, ενώ ο προεδρεύων της συνεδρίασης, Γιώργος Λαμπρούλης, επιχείρησε να αποκαταστήσει την τάξη, χαρακτηρίζοντας απαράδεκτο το επίπεδο της αντιπαράθεσης και προειδοποιώντας ότι το Προεδρείο θα λάβει μέτρα εφόσον συνεχιστεί η ένταση.
Στο ίδιο κλίμα κινήθηκε και ο βουλευτής Επικρατείας της Πλεύσης Ελευθερίας Αλέξανδρος Καζαμίας, ο οποίος κατηγόρησε τον κ. Κυριαζίδη ότι όχι μόνο δεν ανακάλεσε, αλλά επέμεινε στις αρχικές του θέσεις, κάνοντας λόγο για αμετανόητη στάση.
Η παρέμβαση Μενδώνη και οι αντιδράσεις των κομμάτων
Ιδιαίτερο πολιτικό ενδιαφέρον προκάλεσε η δημόσια παρέμβαση της υπουργού Πολιτισμού, Λίνας Μενδώνη, η οποία αποδοκίμασε όσα ειπώθηκαν στη Βουλή, εκφράζοντας τη λύπη της για το επίπεδο της αντιπαράθεσης.
Η υπουργός σημείωσε ότι τέτοιου είδους συμπεριφορές πλήττουν το κύρος του Ελληνικού Κοινοβουλίου, επισημαίνοντας ότι αντίστοιες ακραίες τοποθετήσεις, ανεξαρτήτως πολιτικής προέλευσης, δεν συμβάλλουν στον δημόσιο διάλογο.
Παράλληλα, ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΠΑΣΟΚ Παύλος Χρηστίδης υποστήριξε ότι η νέα παρέμβαση του Δημήτρη Κυριαζίδη αποδεικνύει πως η αρχική δήλωση δεν ήταν μία «άτυχη στιγμή», αλλά εκφράζει συγκεκριμένη πολιτική αντίληψη, καλώντας τη Νέα Δημοκρατία να τοποθετηθεί επίσημα.
Αντίστοιχα, από τον ΣΥΡΙΖΑ διατυπώθηκαν έντονες επικρίσεις, με τον Χρήστο Γιαννούλη να κάνει λόγο για συμπεριφορές που δεν συνάδουν με τον κοινοβουλευτισμό και να ζητά σαφή αντίδραση από την κυβερνητική πλειοψηφία
Η απάντηση της Ζωής Κωνσταντοπούλου
Απαντώντας από το βήμα της Βουλής, η πρόεδρος της Πλεύσης Ελευθερίας έκανε λόγο για «νέα μισογυνική και σεξιστική τοποθέτηση», υποστηρίζοντας ότι ο Δημήτρης Κυριαζίδης όχι μόνο δεν ανακάλεσε ουσιαστικά την αρχική του δήλωση, αλλά επιχείρησε να τη δικαιολογήσει.
Η Ζωή Κωνσταντοπούλου υπενθύμισε ότι, μετά το αρχικό περιστατικό, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης είχε αποδοκιμάσει δημόσια τη συγκεκριμένη φράση, ενώ ευχαρίστησε όσους βουλευτές και υπουργούς αντέδρασαν και αυτή τη φορά.
Παράλληλα, κάλεσε τον πρόεδρο της Βουλής και την κυβέρνηση να λάβουν σαφή θέση απέναντι σε φαινόμενα που –όπως υποστήριξε– αναπαράγουν σεξιστικά στερεότυπα στον δημόσιο λόγο.
Η επαναφορά της συγκεκριμένης υπόθεσης αναζωπύρωσε τη συζήτηση γύρω από τα όρια του κοινοβουλευτικού λόγου, τον σεβασμό μεταξύ των πολιτικών αντιπάλων και τη θέση που έχουν στον δημόσιο διάλογο εκφράσεις οι οποίες θεωρούνται σεξιστικές ή υποτιμητικές. Παράλληλα, ανέδειξε εκ νέου το ζήτημα της πολιτικής ευθύνης και της στάσης των κομμάτων απέναντι σε συμπεριφορές που προκαλούν έντονες αντιδράσεις, με τη συζήτηση να αποκτά ευρύτερες διαστάσεις τόσο εντός όσο και εκτός Βουλής.
