Στη διερεύνηση των συνθηκών κάτω από τις οποίες συγκρούστηκαν στον αέρα τα δύο πυροσβεστικά ελικόπτερα στην Ψάθα επικεντρώνονται οι αρμόδιες Αρχές, μετά την τραγωδία που στοίχισε τη ζωή σε έναν Δανό χειριστή και έναν Έλληνα συντονιστή.
Το δυστύχημα σημειώθηκε το απόγευμα της Κυριακής 2 Αυγούστου, ενώ τα δύο μισθωμένα ελικόπτερα τύπου Bell επιχειρούσαν στη μεγάλη πυρκαγιά της Αττικοβοιωτίας. Από τη σύγκρουση, το ένα ελικόπτερο διαλύθηκε και κατέπεσε σε δύσβατη περιοχή, ενώ το δεύτερο παρέμεινε ελεγχόμενο και πραγματοποίησε αναγκαστική προσγείωση.
Οι πρώτες εκτιμήσεις ειδικών στρέφονται στην πιθανή απώλεια οπτικής επαφής μεταξύ των χειριστών, χωρίς αυτό να αποτελεί ακόμη επίσημο συμπέρασμα για τα αίτια.
Το κρίσιμο δευτερόλεπτο της σύγκρουσης
Από την αρχική ανάλυση του διαθέσιμου οπτικού υλικού φαίνεται ότι τα δύο ελικόπτερα προσέγγισαν το ίδιο σημείο πετώντας σε διαφορετικά ύψη. Το ελικόπτερο που βρισκόταν ψηλότερα φέρεται να πλησίασε το δεύτερο χωρίς οι χειριστές να έχουν αντιληφθεί εγκαίρως την επικίνδυνη σύγκλιση των πορειών τους.
Ο αντιπτέραρχος εν αποστρατεία Βασίλης Βρεττός εκτίμησε ότι πιθανότατα κανένας από τους δύο χειριστές δεν είχε καθαρή οπτική επαφή με το άλλο ελικόπτερο πριν από τη σύγκρουση.
Οι ακριβείς κινήσεις των δύο εναέριων μέσων, οι εντολές που είχαν λάβει και οι επικοινωνίες με το κέντρο επιχειρήσεων θα εξεταστούν στο πλαίσιο της επίσημης έρευνας.
Η εικόνα του βίντεο μπορεί να υποδείξει την αλληλουχία των γεγονότων, δεν αρκεί όμως από μόνη της για να αποδώσει ευθύνες ή να αποκαλύψει το σύνολο των παραγόντων που οδήγησαν στο δυστύχημα.
Το ερώτημα για τον επιχειρησιακό ρόλο των δύο ελικοπτέρων
Σημαντικό μέρος της έρευνας αφορά τον ρόλο που είχε ανατεθεί σε κάθε ελικόπτερο. Ο πιλότος και εμπειρογνώμονας Παντελής Φραγκούλης επισήμανε ότι πρέπει να αποσαφηνιστεί εάν το ένα από τα δύο εκτελούσε καθήκοντα εναέριου συντονισμού.
Εφόσον επιβεβαιωθεί ένα τέτοιο ενδεχόμενο, θα εξεταστεί γιατί βρέθηκε στο ίδιο επιχειρησιακό ύψος με ελικόπτερο που συμμετείχε στις ρίψεις νερού. Τα μέσα συντονισμού πρέπει να διατηρούν κατάλληλη απόσταση και υψομετρικό διαχωρισμό από όσα πραγματοποιούν τις διαδοχικές προσεγγίσεις στο πύρινο μέτωπο.
Μέχρι στιγμής, πάντως, δεν έχει ανακοινωθεί επίσημα ο ακριβής ρόλος καθενός από τα δύο ελικόπτερα. Επομένως, οποιοδήποτε συμπέρασμα για λανθασμένο επιχειρησιακό διαχωρισμό παραμένει πρόωρο.
Το ένα διαλύθηκε, το δεύτερο προσγειώθηκε
Η σφοδρότητα της σύγκρουσης είχε εντελώς διαφορετικές συνέπειες για τα δύο ελικόπτερα. Σύμφωνα με την πρώτη τεχνική αποτίμηση του αεροναυπηγού Φαίδωνα Καραϊωσηφίδη, το ένα διαλύθηκε στον αέρα, με αποτέλεσμα να χαθούν οι δύο επιβαίνοντες.
Στο δεύτερο ελικόπτερο, ο Βρετανός χειριστής κατάφερε να διατηρήσει τον έλεγχο και να πραγματοποιήσει αναγκαστική προσγείωση σε δρόμο. Ο ίδιος και ο Έλληνας συντονιστής απομακρύνθηκαν εγκαίρως, πριν προκληθεί ανάφλεξη από τα καύσιμα.
Οι δύο διασωθέντες μεταφέρθηκαν στο 251 Γενικό Νοσοκομείο Αεροπορίας. Η κατάσταση της υγείας τους χαρακτηρίστηκε καλή και δεν ενέπνεε ανησυχία.
Δύο νεκροί στη μάχη με τη φωτιά
Στο ελικόπτερο που συνετρίβη επέβαιναν ένας Δανός χειριστής και ένας Έλληνας συντονιστής. Οι δύο άνδρες ανασύρθηκαν χωρίς τις αισθήσεις τους και μεταφέρθηκαν στο 251 ΓΝΑ, όπου διαπιστώθηκε ο θάνατός τους.
Στην επιχείρηση έρευνας και διάσωσης συμμετείχαν ισχυρές δυνάμεις της Πυροσβεστικής και του ΕΚΑΒ. Τα δύο ελικόπτερα είχαν απογειωθεί από το αεροδρόμιο της Ελευσίνας και επιχειρούσαν από τις πρωινές ώρες στο πύρινο μέτωπο.
Μετά τη σύγκρουση δόθηκε εντολή να καθηλωθούν, βάσει του προβλεπόμενου πρωτοκόλλου, τα υπόλοιπα ελικόπτερα του ίδιου τύπου που συμμετείχαν στην επιχείρηση.
Οι δύσκολες συνθήκες της αεροπυρόσβεσης
Την ημέρα του δυστυχήματος επικρατούσαν ιδιαίτερα απαιτητικές συνθήκες στην Αττικοβοιωτία. Οι πολύ ισχυροί άνεμοι περιόριζαν τη δυνατότητα επιχειρησιακής δράσης των αεροσκαφών, με αποτέλεσμα μεγάλο μέρος του έργου της αεροπυρόσβεσης να έχει μεταφερθεί στα ελικόπτερα.
Στην περιοχή επιχειρούσε μεγάλος αριθμός εναέριων μέσων, γεγονός που απαιτούσε συνεχή συντονισμό και αυστηρό διαχωρισμό των πορειών τους. Οι αναταράξεις, ο καπνός, η περιορισμένη ορατότητα και οι συχνές αλλαγές κατεύθυνσης αποτελούν παράγοντες που θα εξεταστούν από τους ερευνητές.
Τι θα εξετάσει η επίσημη έρευνα
Οι αρμόδιες Αρχές θα συλλέξουν τα συντρίμμια, το διαθέσιμο οπτικό υλικό και τα στοιχεία των επικοινωνιών. Παράλληλα θα διερευνηθούν οι εντολές πτήσης, το ύψος και η πορεία των δύο ελικοπτέρων, οι καιρικές συνθήκες και ο τρόπος συντονισμού των εναέριων μέσων.
Ιδιαίτερη βαρύτητα θα δοθεί στο εάν υπήρχε επαρκής υψομετρικός και οριζόντιος διαχωρισμός, καθώς και στο εάν οι χειριστές είχαν ενημερωθεί εγκαίρως για τη θέση του άλλου ελικοπτέρου.
Το μοναδικό ασφαλές συμπέρασμα μέχρι την ολοκλήρωση της έρευνας είναι ότι τα δύο ελικόπτερα βρέθηκαν σε πορείες σύγκρουσης χωρίς να υπάρξει έγκαιρη αντίδραση. Το γιατί συνέβη αυτό παραμένει το κρίσιμο ερώτημα που καλούνται να απαντήσουν οι εμπειρογνώμονες.
Πηγή: Pagenews.gr
