Σε ευθεία πολιτική επίθεση κατά της Βρετανίας προχώρησε ο Μπενιαμίν Νετανιάχου, χαρακτηρίζοντας τη χώρα «Ισλαμική Δημοκρατία της Βρετανίας» και επεκτείνοντας τη μομφή του συνολικά στην Ευρώπη.
Η δήλωση έγινε σε συνέντευξή του στο ισραηλινό Army Radio και ήρθε σε μια περίοδο κατά την οποία οι σχέσεις Λονδίνου–Ιερουσαλήμ βρίσκονται ήδη σε βαθιά ένταση λόγω της Γάζας, της αναγνώρισης παλαιστινιακού κράτους και των βρετανικών κυρώσεων σε δύο μέλη της ισραηλινής κυβέρνησης.
Τι είπε ο Νετανιάχου
Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός αναφέρθηκε σε παλαιότερες εποχές, όταν Βρετανοί δημοσιογράφοι και πολιτικοί αντιμετώπιζαν θετικότερα το Ισραήλ, επικαλούμενος τον Ράντολφ Τσόρτσιλ και τον Γουίνστον Σπένσερ Τσόρτσιλ.
Στη συνέχεια είπε:
«Προσπαθήστε να βρείτε κάτι τέτοιο σήμερα στη Βρετανία, την οποία θα μπορούσες να αποκαλέσεις Ισλαμική Δημοκρατία της Βρετανίας».
Όταν ρωτήθηκε εάν η ίδια κριτική αφορά συνολικά την Ευρώπη, απάντησε καταφατικά.
Και συνέχισε:
«Κάποιος είπε ότι η πρώτη Ισλαμική Δημοκρατία με πυρηνικά όπλα θα είναι η Ισλαμική Δημοκρατία της Βρετανίας. Εμείς φροντίζουμε να μην υπάρξει ακόμη μία τέτοια στο Ιράν».
Η αναφορά περί «πρώτης Ισλαμικής Δημοκρατίας με πυρηνικά» δεν στέκει κυριολεκτικά, καθώς το Πακιστάν είναι επίσημα Ισλαμική Δημοκρατία και διαθέτει πυρηνικό οπλοστάσιο. Η φράση λειτουργεί σαφώς ως πολιτική υπερβολή και όχι ως πραγματολογική αποτίμηση.
Η ρήξη με το Λονδίνο είχε ήδη ξεκινήσει
Η επίθεση του Νετανιάχου δεν εμφανίστηκε από το πουθενά.
Τον Μάιο του 2025, η βρετανική κυβέρνηση πάγωσε τις διαπραγματεύσεις για την αναβάθμιση της συμφωνίας ελεύθερου εμπορίου με το Ισραήλ, συνδέοντας την απόφαση με τις εξελίξεις στη Γάζα και τη Δυτική Όχθη.
Τον Ιούνιο του ίδιου έτους, το Λονδίνο επέβαλε κυρώσεις στους Ιταμάρ Μπεν Γκβιρ και Μπεζαλέλ Σμότριτς για επανειλημμένη υποκίνηση βίας κατά Παλαιστινίων στη Δυτική Όχθη.
Λίγους μήνες αργότερα, η Βρετανία προχώρησε στην αναγνώριση παλαιστινιακού κράτους, στο πλαίσιο της πολιτικής της υπέρ της λύσης δύο κρατών.
Το πρώτο σοβαρό τεστ για τον Μπέρναμ
Η κλιμάκωση βρίσκει στη Ντάουνινγκ Στριτ έναν νέο πρωθυπουργό.
Ο Άντι Μπέρναμ ανέλαβε επίσημα καθήκοντα στις 20 Ιουλίου 2026 και στην πρώτη του ομιλία υποσχέθηκε μεγαλύτερη πολιτική σταθερότητα και επανατοποθέτηση της Βρετανίας διεθνώς.
Η υπόθεση Νετανιάχου αποτελεί πλέον ένα από τα πρώτα σοβαρά τεστ της νέας κυβέρνησης.
Ο Μπέρναμ κληρονομεί από την προηγούμενη κυβέρνηση:
- την αναγνώριση της Παλαιστίνης,
- τις κυρώσεις σε Ισραηλινούς υπουργούς,
- το πάγωμα των νέων εμπορικών συνομιλιών,
- και μια σαφώς πιο επικριτική γραμμή απέναντι στην ισραηλινή πολιτική στη Γάζα και τη Δυτική Όχθη.
Το ερώτημα είναι εάν θα απαντήσει δημόσια στον Νετανιάχου ή θα επιλέξει χαμηλούς τόνους ώστε να μη μετατραπεί η λεκτική σύγκρουση σε βαθύτερη διπλωματική ρήξη.
Ο Νετανιάχου διευρύνει το μέτωπο σε ολόκληρη την Ευρώπη
Η αναφορά δεν περιορίστηκε στη Βρετανία.
Με την απάντησή του ότι η ίδια κατάσταση αφορά «ολόκληρη την Ευρώπη», ο Νετανιάχου επιχειρεί να εντάξει τη βρετανική πολιτική σε ένα ευρύτερο αφήγημα.
Το μήνυμα είναι ότι η διαφοροποίηση ευρωπαϊκών κυβερνήσεων από το Ισραήλ δεν προκύπτει, κατά την οπτική του, μόνο από διαφωνίες για τη Γάζα ή το διεθνές δίκαιο, αλλά από μια βαθύτερη πολιτισμική και δημογραφική μεταβολή της Ευρώπης.
Πρόκειται για μια πολύ πιο επιθετική γραμμή, που απευθύνεται ταυτόχρονα στο ισραηλινό ακροατήριο και στα ευρωπαϊκά συντηρητικά και αντιμεταναστευτικά δίκτυα.
Η Βρετανία κάθε άλλο παρά φιλοϊρανική είναι
Η βρετανική πολιτική, πάντως, δεν στηρίζει την εικόνα μιας χώρας που έχει έρθει κοντά στην Τεχεράνη.
Το Λονδίνο έχει κινηθεί αυστηρά απέναντι στο Ιράν, έχει καταδικάσει το πυρηνικό και βαλλιστικό του πρόγραμμα και έχει υιοθετήσει περιοριστικά μέτρα κατά ιρανικών δικτύων.
Η διαφωνία με το Ισραήλ αφορά κυρίως τον πόλεμο στη Γάζα, τη Δυτική Όχθη και τη λύση δύο κρατών – όχι αποδοχή της ιρανικής στρατηγικής.
Αυτό κάνει τη φράση «Ισλαμική Δημοκρατία της Βρετανίας» περισσότερο πολιτική επίθεση παρά περιγραφή πραγματικής στρατηγικής ευθυγράμμισης.
Τα 6 δισ. στερλίνες που δυσκολεύουν μια πραγματική ρήξη
Παρά τη ρητορική σύγκρουση, οι οικονομικοί δεσμοί παραμένουν σημαντικοί.
Το συνολικό εμπόριο Βρετανίας–Ισραήλ ήταν περίπου 6 δισ. στερλίνες το 2025. Η Βρετανία εξακολουθεί να έχει συμφέρον από την ισραηλινή τεχνολογία, την κυβερνοασφάλεια και τις επενδύσεις, ενώ το Ισραήλ χρειάζεται την πρόσβαση στη βρετανική αγορά και στο χρηματοπιστωτικό κέντρο του Λονδίνου.
Άρα η πολιτική αντιπαράθεση μπορεί να οξύνεται, αλλά η πλήρης οικονομική αποσύνδεση παραμένει πολύ ακριβή και για τις δύο πλευρές.
Ποιο είναι το πραγματικό μήνυμα του Νετανιάχου
Ο Νετανιάχου επιχειρεί να μεταφέρει το βάρος της συζήτησης.
Αντί η διεθνής πίεση να εστιάζει στις αποφάσεις της κυβέρνησής του για τη Γάζα και τη Δυτική Όχθη, επιχειρεί να παρουσιάσει τους Ευρωπαίους επικριτές του ως χώρες που έχουν χάσει την πολιτική τους αυτονομία και τη δυνατότητα να υπερασπιστούν τη Δύση απέναντι στο πολιτικό Ισλάμ.
Είναι μια γραμμή που μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά στο εσωτερικό του Ισραήλ.
Αλλά ταυτόχρονα αυξάνει το κόστος στις σχέσεις με κυβερνήσεις που, παρά τις διαφωνίες τους με το Ισραήλ, εξακολουθούν να θεωρούν την ασφάλειά του σημαντικό στρατηγικό ζήτημα.
Η Βρετανία τώρα πρέπει να αποφασίσει πόσο θα απαντήσει
Για τη νέα κυβέρνηση Μπέρναμ, η επιλογή είναι δύσκολη.
Μια επιθετική δημόσια απάντηση μπορεί να επιδεινώσει ακόμη περισσότερο τις σχέσεις με το Ισραήλ.
Μια πολύ ήπια απάντηση μπορεί να εκληφθεί στο εσωτερικό ως αδυναμία απέναντι σε μια προσβλητική περιγραφή ολόκληρης της χώρας.
Και στο ενδιάμεσο βρίσκεται η ανάγκη να συνεχιστεί η συνεργασία σε πληροφορίες, αντιτρομοκρατία, κυβερνοασφάλεια και αντιμετώπιση της ιρανικής απειλής.
Η κόντρα, επομένως, δεν είναι απλώς λεκτική.
Αγγίζει τον πυρήνα του νέου βρετανικού ρόλου στη Μέση Ανατολή.
Και η φράση του Νετανιάχου δείχνει ότι το Ισραήλ είναι πλέον διατεθειμένο να συγκρουστεί δημόσια ακόμη και με παλιούς συμμάχους όταν θεωρεί ότι αυτοί περνούν στην απέναντι πολιτική όχθη.
Πηγή: pagenews.gr
