Πάνε να «ξηλώσουν» το output floor στις τράπεζες – Χαμόγελα στους τραπεζίτες, συναγερμός για νέα φούσκα – «Λιγότερα κεφάλαια, μεγαλύτερα κέρδη – Το μεγάλο δώρο που περιμένουν οι ευρωπαϊκές τράπεζες».
«Οι τραπεζίτες παίρνουν το δώρο που περίμεναν – Η Ευρώπη ξηλώνει το μεγάλο φρένο της Βασιλείας III» .Οι τραπεζίτες μπορεί να βρίσκονται μπροστά σε μία από τις σημαντικότερες ρυθμιστικές νίκες των τελευταίων ετών.
Η Ευρώπη έχει ανοίξει επισήμως τη συζήτηση για αλλαγές στον τρόπο εφαρμογής του output floor, ενός από τα κεντρικά «φρένα» της Βασιλείας III, καθώς η αυξανόμενη απόκλιση μεταξύ ΕΕ και ΗΠΑ δημιουργεί ισχυρές πιέσεις για χαλάρωση των κεφαλαιακών απαιτήσεων των ευρωπαϊκών τραπεζών.
Δεν υπάρχει ακόμη απόφαση κατάργησης του μηχανισμού.
Υπάρχει όμως κάτι που μέχρι πριν από λίγα χρόνια θα θεωρούνταν εξαιρετικά δύσκολο: η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγνωρίζει πλέον δημοσίως ότι η διαφορετική εφαρμογή των διεθνών κανόνων από μεγάλες δικαιοδοσίες δημιουργεί πρόβλημα ανταγωνιστικότητας για τις ευρωπαϊκές τράπεζες και εξετάζει αλλαγές στην εφαρμογή του output floor.
Και για τις τράπεζες, το διακύβευμα είναι τεράστιο.
Χαμηλότερο output floor μπορεί να σημαίνει λιγότερα σταθμισμένα στοιχεία ενεργητικού, μικρότερη ανάγκη δέσμευσης κεφαλαίων, μεγαλύτερα περιθώρια πιστωτικής επέκτασης και υψηλότερη απόδοση ιδίων κεφαλαίων.
Με απλά λόγια: περισσότερος ισολογισμός με το ίδιο κεφάλαιο.
Το «μαγικό» 72,5%
Το output floor αποτελεί μία από τις σημαντικότερες ασφαλιστικές δικλίδες της τελικής μεταρρύθμισης της Βασιλείας III.
Ο κανόνας προβλέπει ότι τα συνολικά σταθμισμένα ως προς τον κίνδυνο στοιχεία ενεργητικού μιας τράπεζας που χρησιμοποιεί εσωτερικά μοντέλα δεν μπορούν, όταν το σύστημα εφαρμοστεί πλήρως, να υποχωρούν κάτω από το 72,5% του ποσού που θα προέκυπτε εάν η ίδια τράπεζα χρησιμοποιούσε τις τυποποιημένες μεθόδους.
Ο λόγος είναι απλός.
Οι μεγάλες τράπεζες διαθέτουν sophisticated εσωτερικά μοντέλα για να εκτιμούν την πιθανότητα αθέτησης ενός δανειολήπτη, τις πιθανές ζημιές και τελικά το κεφάλαιο που πρέπει να κρατούν απέναντι σε κάθε έκθεση.
Όσο χαμηλότερα εκτιμά το μοντέλο τον κίνδυνο, τόσο χαμηλότερα είναι τα risk-weighted assets.
Και όσο χαμηλότερα είναι τα RWA, τόσο καλύτεροι εμφανίζονται οι κεφαλαιακοί δείκτες της τράπεζας χωρίς να χρειάζεται να αυξηθούν πραγματικά τα κεφάλαιά της.
Η ίδια η ΕΚΤ έχει επισημάνει ότι το output floor δημιουργήθηκε ακριβώς για να περιορίσει την υπερβολική μεταβλητότητα στα RWA που υπολογίζονται μέσω τραπεζικών μοντέλων.
Το μεγάλο «δώρο» για τις ευρωπαϊκές τράπεζες
Για τους τραπεζίτες, η εξίσωση είναι ελκυστική.
Εάν ο περιορισμός χαλαρώσει, μια τράπεζα μπορεί να χρησιμοποιεί περισσότερο τα εσωτερικά της μοντέλα και να εμφανίζει χαμηλότερα σταθμισμένα στοιχεία ενεργητικού.
Αυτό μπορεί να απελευθερώσει κεφάλαιο.
Το κεφάλαιο αυτό μπορεί με τη σειρά του να χρησιμοποιηθεί για περισσότερα δάνεια, εξαγορές, επενδύσεις, διανομές μερισμάτων ή επαναγορές μετοχών, εφόσον φυσικά πληρούνται οι υπόλοιπες εποπτικές απαιτήσεις.
Για τις αγορές, η άμεση ανάγνωση είναι επίσης προφανής.
Λιγότερο απαιτητική κεφαλαιακή μεταχείριση μπορεί να βελτιώσει το return on equity των τραπεζών και επομένως τις αποτιμήσεις τους.
Γι’ αυτό η συζήτηση δεν αφορά μια τεχνική λεπτομέρεια γνωστή μόνο στους risk managers.
Αφορά εν δυνάμει δισεκατομμύρια ευρώ τραπεζικού κεφαλαίου.
Η Αμερική τραβάει την Ευρώπη προς τα κάτω
Το μεγάλο πρόβλημα για τις Βρυξέλλες είναι ότι η Βασιλεία III δεν εφαρμόζεται με τον ίδιο τρόπο παντού.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγνωρίζει πλέον επίσημα ότι μεγάλες δικαιοδοσίες ακολουθούν διαφορετικές προσεγγίσεις και ότι σε ορισμένες περιπτώσεις το output floor έχει αφαιρεθεί εντελώς από τις προτάσεις εφαρμογής.
Στις ΗΠΑ, η νέα πρόταση κεφαλαιακών κανόνων του Μαρτίου 2026 αποκλίνει σημαντικά προς τα κάτω από ορισμένα διεθνή πρότυπα. Στο σκέλος του market risk, μάλιστα, απορρίπτει το output floor που προβλέπει η Βασιλεία.
Αυτό δημιουργεί έναν εξαιρετικά δύσκολο πολιτικό υπολογισμό για την Ευρώπη.
Εάν οι ευρωπαϊκές τράπεζες υποχρεωθούν να εφαρμόσουν αυστηρότερους κανόνες από τις αμερικανικές, κινδυνεύουν να χρειάζονται περισσότερο κεφάλαιο για παρόμοιες δραστηριότητες.
Και σε μια παγκόσμια αγορά όπου το κόστος κεφαλαίου καθορίζει ποιος μπορεί να χρηματοδοτήσει περισσότερες συναλλαγές, αυτό μετατρέπεται γρήγορα σε ανταγωνιστικό μειονέκτημα.
Η Ευρώπη έχει ήδη αρχίσει να υποχωρεί
Το output floor δεν είναι η πρώτη περίπτωση.
Τον Ιούνιο του 2026 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υιοθέτησε προσωρινές αλλαγές στους κανόνες market risk της Βασιλείας III, ακριβώς επειδή άλλες μεγάλες δικαιοδοσίες καθυστερούσαν ή διαφοροποιούσαν την εφαρμογή τους.
Η ίδια η Κομισιόν δικαιολόγησε την κίνηση με την ανάγκη να προστατευθεί η ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών τραπεζών και να διατηρηθεί ένα διεθνές level playing field.
Αυτό δημιουργεί προηγούμενο.
Εάν η Ευρώπη αλλάζει τους κανόνες του market risk επειδή οι ΗΠΑ δεν εφαρμόζουν ισοδύναμο πλαίσιο, οι τράπεζες έχουν ένα ισχυρό επιχείρημα:
Γιατί να μην κάνει το ίδιο και με το output floor;
Από 55% σήμερα, στο 72,5% το 2030
Το ενδιαφέρον είναι ότι ο μηχανισμός βρίσκεται ακόμη στη φάση σταδιακής εφαρμογής του.
Στην ΕΕ τέθηκε σε ισχύ μέσω του CRR3 από την 1η Ιανουαρίου 2025.
Το 2025 το όριο ήταν 50%.
Το 2026 βρίσκεται στο 55%.
Προβλέπεται να ανέβει στο 60% το 2027, στο 65% το 2028, στο 70% το 2029 και τελικά στο 72,5% από την 1η Ιανουαρίου 2030.
Αυτό σημαίνει ότι η μεγάλη πολιτική μάχη ξεκινά πριν ο κανόνας φτάσει καν στην πλήρη ισχύ του.
Γιατί οι ευρωπαϊκές τράπεζες το πολεμούν
Οι ευρωπαϊκές τράπεζες έχουν και ένα δομικό επιχείρημα.
Η ευρωπαϊκή οικονομία χρηματοδοτείται πολύ περισσότερο μέσω των τραπεζικών ισολογισμών από ό,τι η αμερικανική.
Στεγαστικά δάνεια, εταιρικές πιστώσεις και χρηματοδότηση μικρομεσαίων επιχειρήσεων παραμένουν σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό μέσα στους ισολογισμούς των ευρωπαϊκών τραπεζών.
Στις ΗΠΑ, αντίθετα, μεγάλο μέρος της χρηματοδότησης μεταφέρεται στις κεφαλαιαγορές ή εκτός τραπεζικών ισολογισμών.
Η ίδια η Κομισιόν αναγνωρίζει αυτή τη διαφορά, επισημαίνοντας ότι οι ευρωπαϊκές τράπεζες βασίζονται κυρίως σε on-balance-sheet lending, ενώ οι αμερικανικές χρησιμοποιούν πολύ περισσότερο fee-based μοντέλα και μεταφέρουν σημαντικό μέρος των στεγαστικών ανοιγμάτων τους σε government-sponsored enterprises.
Γι’ αυτό οι Ευρωπαίοι τραπεζίτες υποστηρίζουν ότι η μηχανική εφαρμογή των ίδιων κανόνων σε δύο τόσο διαφορετικά συστήματα δημιουργεί στρεβλώσεις.
Αλλά εδώ αρχίζει ο κίνδυνος
Το επιχείρημα της ανταγωνιστικότητας είναι ισχυρό.
Το ίδιο ισχυρό είναι όμως και το επιχείρημα της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας.
Η ίδια η ιστορία του output floor ξεκινά από μια παλιά αδυναμία του τραπεζικού συστήματος: διαφορετικές τράπεζες μπορούσαν να χρησιμοποιούν διαφορετικές παραδοχές και να παράγουν εντυπωσιακά διαφορετικές εκτιμήσεις κινδύνου για παρόμοια χαρτοφυλάκια.
Έρευνα της BIS έχει δείξει ότι η μεταβλητότητα των risk-weighted assets ήταν σημαντική και ότι τα στοιχεία που εκτιμούσε η αγορά για τον πραγματικό κίνδυνο ήταν συχνά υψηλότερα από τα RWA που δήλωναν οι ίδιες οι τράπεζες.
Η ίδια έρευνα κατέληγε ότι οι μεταρρυθμίσεις της Βασιλείας III — και ιδιαίτερα το output floor — συμβάλλουν στον περιορισμό αυτής της υπερβολικής μεταβλητότητας.
Το παιχνίδι με τα RWA
Εδώ βρίσκεται ο πραγματικός φόβος των εποπτικών αρχών.
Μια τράπεζα δεν χρειάζεται να χάσει κεφάλαιο για να εμφανίζεται ισχυρότερη.
Μπορεί να εμφανίζει καλύτερους κεφαλαιακούς δείκτες εάν μειωθεί ο παρονομαστής του κλάσματος — δηλαδή τα risk-weighted assets.
Εάν επομένως τα εσωτερικά μοντέλα υπολογίζουν συστηματικά χαμηλότερο κίνδυνο, η τράπεζα μπορεί να φαίνεται πολύ καλύτερα κεφαλαιοποιημένη χωρίς να έχει προσθέσει ούτε ένα ευρώ πραγματικού κεφαλαίου.
Το output floor δημιουργήθηκε ακριβώς για να υπάρχει ένα κατώτατο σημείο πέρα από το οποίο αυτή η διαδικασία δεν μπορεί να συνεχιστεί.
Η χαλάρωσή του σημαίνει ότι μεγαλύτερο μέρος της κεφαλαιακής εικόνας επιστρέφει στα ίδια τα μοντέλα των τραπεζών.
Από την πιστωτική έκρηξη στη φούσκα
Βραχυπρόθεσμα, η χαλάρωση μπορεί να είναι εξαιρετικά ευχάριστη για αγορές και οικονομία.
Περισσότερος διαθέσιμος τραπεζικός ισολογισμός σημαίνει δυνατότητα για περισσότερα στεγαστικά, επιχειρηματικά δάνεια και project finance.
Η πιστωτική επέκταση μπορεί να επιταχυνθεί.
Οι αποτιμήσεις των τραπεζών μπορούν να ενισχυθούν.
Τα ROE μπορούν να ανέβουν.
Το πρόβλημα εμφανίζεται όταν το φθηνότερο κεφάλαιο αρχίζει να δημιουργεί μεγαλύτερη μόχλευση και να κατευθύνεται σε assets των οποίων οι τιμές έχουν ήδη ανεβεί σημαντικά.
Τότε η ρυθμιστική χαλάρωση μπορεί να ενισχύσει μια ήδη ανοδική αγορά.
Δεν σημαίνει ότι η αλλαγή του output floor θα δημιουργήσει από μόνη της χρηματοπιστωτική φούσκα.
Σημαίνει όμως ότι, εάν συμπέσει με χαμηλότερα επιτόκια, ισχυρή πιστωτική ανάπτυξη και υψηλές αποτιμήσεις, μειώνει ένα από τα φρένα απέναντι στη συσσώρευση κινδύνου.
Ο πραγματικός φόβος: ρυθμιστικός πόλεμος ΗΠΑ–ΕΕ
Και εδώ το θέμα ξεπερνά τις ευρωπαϊκές τράπεζες.
Εάν η μία μεγάλη οικονομία χαλαρώνει τους κανόνες ώστε οι τράπεζές της να είναι περισσότερο ανταγωνιστικές, η άλλη αποκτά κίνητρο να απαντήσει.
Έτσι δημιουργείται ένας ρυθμιστικός ανταγωνισμός προς τα κάτω.
Οι ΗΠΑ μειώνουν τις απαιτήσεις.
Η Ευρώπη φοβάται ότι οι δικές της τράπεζες θα χάσουν μερίδιο αγοράς και απαντά.
Στη συνέχεια άλλες δικαιοδοσίες αντιμετωπίζουν το ίδιο δίλημμα.
Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι η σταδιακή αποδόμηση ενός διεθνούς πλαισίου που χρειάστηκε περισσότερο από μία δεκαετία για να δημιουργηθεί μετά την κρίση του 2008.
Το καμπανάκι από τη Βασιλεία
Ο Neil Esho δεν είναι ένας τυχαίος παρατηρητής της συζήτησης.
Υπήρξε γενικός γραμματέας της Basel Committee on Banking Supervision και για χρόνια βρέθηκε στον πυρήνα της δημιουργίας και εφαρμογής των διεθνών τραπεζικών κανόνων.
Η έρευνα στην οποία συμμετείχε για τα risk-weighted assets είχε καταλήξει ότι οι τράπεζες με πιο σύνθετα και αδιαφανή assets παρουσιάζουν μεγαλύτερη μεταβλητότητα στους υπολογισμούς κινδύνου και ότι τα κίνητρα για «βελτιστοποίηση» των μοντέλων είναι ισχυρότερα όταν μια τράπεζα βρίσκεται υπό κεφαλαιακή πίεση.
Αυτό είναι ακριβώς το πρόβλημα που επιχειρεί να περιορίσει το output floor.
Η Κομισιόν ανοίγει την πόρτα
Οι Βρυξέλλες έχουν ήδη κάνει σαφές ότι η συζήτηση δεν είναι θεωρητική.
Η Κομισιόν δημοσίευσε τον Ιούλιο την έκθεσή της για την ανταγωνιστικότητα του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος και αναγνώρισε ότι η εφαρμογή διεθνών προτύπων δεν αντανακλά πάντοτε τις ιδιαιτερότητες της ευρωπαϊκής τραπεζικής αγοράς.
Το μήνυμα είναι προσεκτικά διατυπωμένο αλλά πολιτικά σημαντικό.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξακολουθεί να δηλώνει προσήλωση στη Βασιλεία III, αλλά ταυτόχρονα μιλά πλέον ανοιχτά για «προσαρμογή» των κανόνων στις ευρωπαϊκές ιδιαιτερότητες και για μείωση περιττής πολυπλοκότητας.
Οι νομοθετικές προτάσεις αναμένονται στο πρώτο τρίμηνο του 2027.
Οι τραπεζίτες βλέπουν την ευκαιρία
Για τις ευρωπαϊκές τράπεζες, αυτή είναι ίσως η καλύτερη συγκυρία εδώ και χρόνια για να αλλάξει η κατεύθυνση της ρύθμισης.
Οι τράπεζες είναι σήμερα πολύ πιο κερδοφόρες και καλύτερα κεφαλαιοποιημένες από ό,τι μετά την κρίση.
Η πολιτική προτεραιότητα στην Ευρώπη έχει μετατοπιστεί από την αποκλειστική έμφαση στη σταθερότητα προς την ανάπτυξη και την ανταγωνιστικότητα.
Και η Ευρώπη χρειάζεται τεράστια ιδιωτικά κεφάλαια για άμυνα, ενέργεια, υποδομές, τεχνολογία και την πράσινη μετάβαση.
Το επιχείρημα των τραπεζών είναι επομένως εξαιρετικά απλό:
Εάν θέλετε να χρηματοδοτήσουμε την ευρωπαϊκή επενδυτική έκρηξη, μη μας υποχρεώνετε να δεσμεύουμε περισσότερο κεφάλαιο από τους Αμερικανούς ανταγωνιστές μας.
Το μεγάλο στοίχημα
Η Ευρώπη βρίσκεται μπροστά σε ένα δύσκολο δίλημμα.
Από τη μία πλευρά, η χαλάρωση του output floor μπορεί να απελευθερώσει κεφάλαια, να αυξήσει τις αποδόσεις των τραπεζών και να ενισχύσει τη χρηματοδότηση της οικονομίας.
Από την άλλη, ο μηχανισμός δημιουργήθηκε ακριβώς επειδή η προηγούμενη εποχή απέδειξε πόσο επικίνδυνο μπορεί να είναι να επιτρέπεται στα τραπεζικά μοντέλα να υπολογίζουν υπερβολικά χαμηλά τον πραγματικό κίνδυνο.
Για τους τραπεζίτες, η αλλαγή μπορεί να είναι δώρο.
Για τις χρηματιστηριακές αγορές, μπορεί να γίνει νέος καταλύτης.
Για τους επόπτες, όμως, είναι ένα στοίχημα με πολύ μεγαλύτερες συνέπειες.
Γιατί το output floor δεν είναι ένας ακόμη γραφειοκρατικός κανόνας.
Είναι ένα από τα τελευταία φρένα που τοποθετήθηκαν μετά το 2008 ώστε μια τράπεζα να μην μπορεί να εμφανίζεται ασφαλέστερη απλώς επειδή το μοντέλο της λέει ότι ο κίνδυνος είναι μικρότερος.
Και εάν η Ευρώπη αρχίσει να το ξηλώνει επειδή το έκανε πρώτα η Αμερική, τότε η μεγάλη συζήτηση δεν θα αφορά πλέον την ανταγωνιστικότητα των τραπεζών.
Θα αφορά το πόσο γρήγορα μπορεί να ξεκινήσει ένας νέος παγκόσμιος αγώνας ρυθμιστικής χαλάρωσης.
Πηγή: pagenews.gr
