Οι μεγάλες πυρκαγιές δεν αφήνουν πίσω τους μόνο καμένη γη. Καταστρέφουν κατοικίες και επιχειρήσεις, αφαιρούν αγροτικό εισόδημα, πλήττουν υποδομές και τουρισμό και αναγκάζουν το Δημόσιο να διαθέτει σημαντικούς πόρους για αποζημιώσεις, αποκαταστάσεις και έργα προστασίας.
Από τον Ιούλιο του 2019 μέχρι το καλοκαίρι του 2026, σύμφωνα με τον απολογισμό που βασίζεται σε δορυφορικά δεδομένα του Copernicus, οι καμένες εκτάσεις στην Ελλάδα προσεγγίζουν συνολικά τα 4,7 εκατ. στρέμματα.
Χρειάζεται, πάντως, μία σημαντική διευκρίνιση: «καμένη έκταση» δεν σημαίνει αποκλειστικά καμένο ώριμο δάσος. Στα στοιχεία περιλαμβάνονται δασικές και θαμνώδεις εκτάσεις, γεωργικές περιοχές και άλλες χρήσεις γης.
Η τάξη μεγέθους παραμένει τεράστια και δείχνει γιατί η αντιμετώπιση των πυρκαγιών έχει μετατραπεί από εποχικό πρόβλημα Πολιτικής Προστασίας σε ζήτημα εθνικής οικονομικής ανθεκτικότητας.
Οι επιστημονικές προειδοποιήσεις άλλωστε γίνονται ολοένα εντονότερες. Η Τράπεζα της Ελλάδος εκτιμά ότι χωρίς παγκόσμια δράση η κλιματική αλλαγή μπορεί να κοστίσει σωρευτικά στην ελληνική οικονομία περισσότερα από 700 δισ. ευρώ έως το 2100, ενώ οι επενδύσεις προσαρμογής μπορούν να περιορίσουν το κόστος των ζημιών σχεδόν κατά 30%.
Οι αριθμοί της επταετίας
Η αποτύπωση των διαθέσιμων στοιχείων αποκαλύπτει το μέγεθος της πίεσης:
- Περίπου 4.736.160 στρέμματα υπολογίζεται ότι έχουν καεί από τον Ιούλιο του 2019 έως τις αρχές Αυγούστου 2026.
- Περίπου 1,3 εκατ. στρέμματα κάηκαν το ιδιαίτερα καταστροφικό 2021.
- Σχεδόν 1,75 εκατ. στρέμματα επηρεάστηκαν το 2023, μία από τις χειρότερες αντιπυρικές περιόδους των τελευταίων ετών.
- Περίπου 132.900 στρέμματα είχαν επηρεαστεί μόνο από τις μεγάλες πυρκαγιές σε Βοιωτία και Πόρτο Γερμενό έως το μεσημέρι της 3ης Αυγούστου 2026, σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται ο σχετικός απολογισμός.
- Η φωτιά του Έβρου το 2023 εξελίχθηκε σε μία από τις μεγαλύτερες που έχουν καταγραφεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
- Οι πυρκαγιές της Ρόδου την ίδια χρονιά χτύπησαν έναν από τους σημαντικότερους τουριστικούς προορισμούς της χώρας στην καρδιά της θερινής περιόδου.
Και η πίεση συνεχίζεται. Η σημερινή πυρκαγιά στη Σαλαμίνα, με δύο νεκρούς και εκατοντάδες ανθρώπους να απομακρύνονται από επικίνδυνες περιοχές, αποτελεί μία ακόμη υπενθύμιση ότι η αντιπυρική περίοδος του 2026 παραμένει εξαιρετικά απαιτητική.
Δεν καίγεται μόνο το δάσος – Καίγεται κεφάλαιο
Το πραγματικό οικονομικό κόστος μιας μεγάλης πυρκαγιάς είναι πολύ μεγαλύτερο από τα χρήματα που απαιτούνται για την κατάσβεσή της.
Ο λογαριασμός περιλαμβάνει:
- Κατεστραμμένες ή σοβαρά πληγείσες κατοικίες.
- Ζημιές σε επιχειρήσεις και παραγωγικές εγκαταστάσεις.
- Απώλειες καλλιεργειών, ελαιώνων, μελισσιών και βοσκοτόπων.
- Απώλειες ζωικού κεφαλαίου.
- Καταστροφές σε δρόμους, ηλεκτρικά δίκτυα, ύδρευση και άλλες δημόσιες υποδομές.
- Κόστος αντιδιαβρωτικών και αντιπλημμυρικών παρεμβάσεων μετά τη φωτιά.
- Απώλειες τουριστικών εσόδων.
- Διακοπή επιχειρηματικής δραστηριότητας.
- Αποζημιώσεις και κρατική αρωγή.
- Μακροχρόνια απώλεια φυσικού κεφαλαίου.
- Επιβάρυνση από την απώλεια οικοσυστημικών υπηρεσιών, όπως η συγκράτηση νερού και εδάφους και η απορρόφηση άνθρακα.
Το σοκ του 2023: Ζημιές 1,66 δισ. ευρώ
Ενδεικτικό του οικονομικού μεγέθους είναι το 2023.
Η Scope είχε υπολογίσει τις ζημιές από τις πυρκαγιές στην Ελλάδα σε περίπου 1,66 δισ. ευρώ, ποσό αντίστοιχο με περίπου 0,8% του ελληνικού ΑΕΠ του 2022. Σε ολόκληρη την Ευρώπη οι αντίστοιχες ζημιές κατά τους πρώτους εννέα μήνες του 2023 υπολογίζονταν σε περίπου 4,1 δισ. ευρώ.
Και ο συγκεκριμένος λογαριασμός δεν αποτυπώνει όλο το μακροχρόνιο κόστος που μπορεί να δημιουργηθεί για μία περιοχή.
Η Scope είχε μάλιστα προειδοποιήσει ότι το ετήσιο κόστος των πυρκαγιών για την Ελλάδα θα μπορούσε να κινηθεί από περίπου 2,4 έως 2,8 δισ. ευρώ την περίοδο 2023-2050 εάν οι πυρκαγιές γίνουν συχνότερες και καταστροφικότερες εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής.
Το παράδοξο του ΑΕΠ: Μπορεί να αναπτύσσεσαι και να χάνεις πλούτο
Υπάρχει και μία λιγότερο εμφανής οικονομική διάσταση.
Η καταστροφή ενός δάσους ή ενός οικοσυστήματος δεν αφαιρείται αυτομάτως από το ΑΕΠ όπως θα αφαιρούνταν μία λογιστική ζημιά από τον ισολογισμό μιας εταιρείας.
Αντίθετα, μέρος των χρημάτων που δαπανώνται στη συνέχεια για την αποκατάσταση δρόμων, δικτύων και άλλων υποδομών καταγράφεται ως οικονομική δραστηριότητα.
Έτσι δημιουργείται ένα παράδοξο: μια οικονομία μπορεί να συνεχίζει να εμφανίζει ανάπτυξη, την ώρα που έχει χάσει πραγματικό φυσικό και παραγωγικό κεφάλαιο.
Ακριβώς γι’ αυτό η Τράπεζα της Ελλάδος αντιμετωπίζει πλέον την κλιματική αλλαγή ως οριζόντιο οικονομικό κίνδυνο. Οι μελέτες της δείχνουν ότι γεωργία, τουρισμός, παράκτιες περιοχές και υδάτινοι πόροι συγκαταλέγονται στους τομείς με σημαντική έκθεση.
Η απάντηση της κυβέρνησης: Η μεγάλη επένδυση των 2,1 δισ. ευρώ
Η εικόνα, ωστόσο, δεν μπορεί να αποτιμηθεί μόνο μέσα από τις καταστροφές.
Κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη έχει πραγματοποιηθεί μία σημαντική αλλαγή στην αρχιτεκτονική της Πολιτικής Προστασίας, με δημιουργία αυτοτελούς υπουργείου, ενίσχυση μέσων και προσωπικού και κυρίως με το πρόγραμμα ΑΙΓΙΣ.
Ο συνολικός προϋπολογισμός του ΑΙΓΙΣ ανέρχεται σε 2,1 δισ. ευρώ και χρηματοδοτείται από το Ταμείο Ανάκαμψης, την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων και το ΕΣΠΑ. Το υπουργείο Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας είχε ανακοινώσει ήδη από τον Αύγουστο του 2024 ότι είχαν δημοπρατηθεί έργα αξίας 1,693 δισ. ευρώ, δηλαδή περίπου το 82% του συνολικού προϋπολογισμού.
Πρόκειται για το μεγαλύτερο πρόγραμμα ενίσχυσης της Πολιτικής Προστασίας που έχει δρομολογηθεί στη χώρα.
Canadair, ελικόπτερα, οχήματα και νέα τεχνολογία
Η επένδυση αφορά συνολικά την αντιμετώπιση φυσικών καταστροφών και όχι αποκλειστικά τις δασικές πυρκαγιές.
Στον σχεδιασμό περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων:
- 7 νέα αεροσκάφη Canadair.
- Ελικόπτερα μεσαίου τύπου.
- Αμφίβια αεροσκάφη.
- Περίπου 1.100 νέα οχήματα.
- Drones και εναέρια μέσα επιτήρησης.
- Νέα συστήματα πυρανίχνευσης.
- Τεχνολογικά συστήματα διοίκησης και διαχείρισης κρίσεων.
- Μέσα μεταφοράς ομάδων αντιμετώπισης καταστροφών.
- Υποδομές και εξοπλισμός για ένα ευρύτερο φάσμα φυσικών κινδύνων.
Το ΑΙΓΙΣ επομένως αποτελεί επένδυση συνολικής ανθεκτικότητας της χώρας και δεν θα ήταν ακριβές να θεωρηθεί ότι ολόκληρος ο προϋπολογισμός των 2,1 δισ. ευρώ κατευθύνεται αποκλειστικά στην πυροπροστασία.
AntiNero: Η μάχη πριν εμφανιστούν οι φλόγες
Στην άλλη πλευρά της εξίσωσης βρίσκεται η πρόληψη.
Τα προγράμματα AntiNero δημιουργήθηκαν για παρεμβάσεις όπως καθαρισμοί δασικών εκτάσεων, συντήρηση δασικού οδικού δικτύου και αντιπυρικών ζωνών.
Ήδη για τα AntiNero 1, 2 και 3 είχε ανακοινωθεί προϋπολογισμός 400 εκατ. ευρώ, με εργασίες καθαρισμού σε 128.000 στρέμματα και δημιουργία μεικτών αντιπυρικών ζωνών σε 35.000 στρέμματα.
Το ουσιαστικό ζήτημα για τα επόμενα χρόνια είναι η διαρκής ενίσχυση και των δύο πυλώνων: της αποτελεσματικής καταστολής όταν εκδηλώνεται μία πυρκαγιά και της πρόληψης ώστε μια φωτιά να μην εξελιχθεί εξαρχής σε ανεξέλεγκτη καταστροφή.
Τα 700 δισ. που δείχνουν τι διακυβεύεται
Οι αριθμοί της Τράπεζας της Ελλάδος δείχνουν γιατί αυτή η συζήτηση ξεπερνά κατά πολύ την εκάστοτε αντιπυρική περίοδο.
Στο ιστορικό σενάριο μη δράσης:
- Το σωρευτικό κόστος της κλιματικής αλλαγής μπορούσε να φτάσει τα 701 δισ. ευρώ έως το 2100.
- Οι επενδύσεις προσαρμογής υπολογίστηκαν σε περίπου 67 δισ. ευρώ.
- Η εφαρμογή πολιτικών προσαρμογής εκτιμήθηκε ότι μπορεί να μειώσει τις ζημιές σχεδόν κατά 30%.
- Η γεωργία θεωρείται ένας από τους περισσότερο εκτεθειμένους κλάδους.
- Σημαντικές συνέπειες αναμένονται επίσης στον τουρισμό, τις παράκτιες περιοχές και τους υδάτινους πόρους.
Οι νεότερες κλιματικές προβολές ενισχύουν την ανησυχία: χωρίς αποτελεσματικό περιορισμό των εκπομπών, η Τράπεζα της Ελλάδος έχει προειδοποιήσει για περισσότερες ημέρες καύσωνα, μείωση των βροχοπτώσεων και κίνδυνο ερημοποίησης περίπου του 40% της ελληνικής επικράτειας μέχρι το τέλος του αιώνα.
Η επόμενη μεγάλη μάχη είναι η πρόληψη
Η συζήτηση, συνεπώς, δεν μπορεί να εξαντλείται στο αν μία κυβέρνηση «φταίει» για μία πυρκαγιά. Η ένταση των ακραίων φαινομένων, η παρατεταμένη ξηρασία, οι υψηλές θερμοκρασίες και οι ισχυροί άνεμοι δημιουργούν συνθήκες που καμία ευρωπαϊκή χώρα δεν μπορεί να μηδενίσει.
Από την άλλη πλευρά, κάθε κυβέρνηση κρίνεται για το πόσο γρήγορα προσαρμόζει το κράτος στη νέα πραγματικότητα.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει κινητοποιήσει πρωτοφανείς για τα ελληνικά δεδομένα πόρους, με το ΑΙΓΙΣ των 2,1 δισ. ευρώ και τα προγράμματα AntiNero να αποτελούν δύο από τις σημαντικότερες παρεμβάσεις αυτής της περιόδου. Το αποτέλεσμα αυτών των επενδύσεων θα κριθεί σε βάθος χρόνου, καθώς νέα μέσα παραλαμβάνονται και τα έργα πρόληψης επεκτείνονται.
Τα περίπου 4,7 εκατ. καμένα στρέμματα της επταετίας, όμως, αποδεικνύουν πόσο ψηλά έχει ανέβει ο πήχης.
Διότι η πραγματική επιτυχία της Πολιτικής Προστασίας στο νέο κλιματικό περιβάλλον δεν θα μετρηθεί μόνο από τον αριθμό των αεροσκαφών, των οχημάτων ή των πυροσβεστών που θα ριχτούν στη μάχη. Θα μετρηθεί κυρίως από το πόσες πυρκαγιές θα περιοριστούν εγκαίρως, πόσα σπίτια και επιχειρήσεις θα σωθούν και τελικά πόσο φυσικό και οικονομικό κεφάλαιο θα καταφέρει να προστατεύσει η χώρα.
Πηγή: pagenews.gr
