Ελλάδα

ΣτΕ: Όχι στην επαναφορά των δώρων στους δημοσίους υπαλλήλους

ΣτΕ: Όχι στην επαναφορά των δώρων στους δημοσίους υπαλλήλους
Η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας έκρινε ότι η μη επαναφορά των επιδομάτων εορτών και αδείας στους δημοσίους υπαλλήλους είναι συνταγματική και συμβατή με το δίκαιο της ΕΕ. Στην απόφαση 1201/2026, το Δικαστήριο απέρριψε και τα επιχειρήματα περί δημοσιονομικής υπέρμετρης επιβάρυνσης και παραβίασης της ισότητας.

Η κρίσιμη απόφαση της Ολομέλειας

Με την απόφαση 1201/2026 η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας απάντησε αρνητικά στο αίτημα για επαναφορά των επιδομάτων εορτών και αδείας στους δημοσίους υπαλλήλους. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η μη επαναφορά των δώρων είναι συνταγματική και συμβατή με το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, παρότι τα επιδόματα αυτά είχαν καταργηθεί ολοσχερώς με τον ν. 4093/2012.

Η υπόθεση εξετάστηκε στο πλαίσιο πρότυπης δίκης του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3900/2010. Πρόκειται για αγωγή δημοσίου υπαλλήλου ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με την ΑΔΕΔΥ να παρεμβαίνει υπέρ του ενάγοντος.

Τι ζητούσε ο ενάγων

Ο δημόσιος υπάλληλος υποστήριξε ότι ο νομοθέτης όφειλε να επαναφέρει τα επιδόματα για την περίοδο από 1η Ιανουαρίου 2023 έως 31 Δεκεμβρίου 2024. Στηρίχθηκε, μεταξύ άλλων, στην επίκληση πλημμελούς μεταφοράς της Οδηγίας 2022/2041 για τους επαρκείς κατώτατους μισθούς στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το αίτημά του αφορούσε δύο επιπλέον βασικούς μισθούς για κάθε έτος.

Το ΣτΕ εξέτασε αρχικά αν η συγκεκριμένη Οδηγία μπορούσε να αποτελέσει βάση για την αξίωση. Κατέληξε ότι η επίκλησή της θα μπορούσε να γίνει μόνο για το χρονικό διάστημα μετά την εκπνοή της προθεσμίας μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο, δηλαδή μετά τις 15 Νοεμβρίου 2024.

Η ερμηνεία για την ευρωπαϊκή οδηγία

Το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και την απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 11ης Νοεμβρίου 2025 στην υπόθεση C-19/23. Εκεί κρίθηκε ότι η «επάρκεια του κατώτατου μισθού» δεν είναι έννοια που ρυθμίζεται αυτοτελώς από το ευρωπαϊκό δίκαιο, ενώ η γενική ρύθμιση των αποδοχών και ο καθορισμός του κατώτατου μισθού ανήκουν στην αρμοδιότητα των κρατών-μελών.

Παράλληλα, το ΔΕΕ ακύρωσε διάταξη της Οδηγίας που υποχρέωνε τα κράτη-μέλη να λαμβάνουν υπόψη συγκεκριμένα κριτήρια στον καθορισμό των κατώτατων μισθών, μεταξύ των οποίων η αγοραστική δύναμη, το κόστος διαβίωσης, το γενικό επίπεδο και η κατανομή των μισθών, ο ρυθμός αύξησής τους και οι μακροπρόθεσμες εξελίξεις στην παραγωγικότητα.

Με βάση αυτά, το ΣτΕ έκρινε ότι η Οδηγία δεν δημιουργούσε δικαίωμα με σαφώς προσδιορισμένο περιεχόμενο που θα μπορούσε να θεμελιώσει την αξίωση για καταβολή των επιδομάτων. Αντίστοιχα, θεώρησε ότι ούτε το άρθρο 31 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ μπορεί να διευρύνει το πεδίο εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου σε ζητήματα αμοιβών που παραμένουν στην αρμοδιότητα των κρατών-μελών.

Το δημοσιονομικό σκεπτικό του δικαστηρίου

Στη συνέχεια η Ολομέλεια εξέτασε αν η μη επαναφορά των δώρων συνιστά αντισυνταγματική παράλειψη του νομοθέτη. Για να καταλήξει στην κρίση της, συνεκτίμησε τη δημοσιονομική πορεία της χώρας μετά το 2018, τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το αναθεωρημένο ευρωπαϊκό πλαίσιο οικονομικής διακυβέρνησης και τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής για το όριο της φτώχειας.

Έλαβε επίσης υπόψη την εξέλιξη του μισθολογικού καθεστώτος των δημοσίων υπαλλήλων μετά τον ν. 4354/2015, καθώς και τις μεταγενέστερες ρυθμίσεις με τους νόμους 5045/2023 και 5163/2024. Το Δικαστήριο θεώρησε ότι οι παρεμβάσεις αυτές εντάσσονται σε ένα ευρύτερο σύνολο δημοσιονομικών πολιτικών που αποτιμώνται και ιεραρχούνται στα εκάστοτε Μεσοπρόθεσμα Πλαίσια.

Στο ίδιο πλαίσιο, έκρινε ότι η πρόσθετη δημοσιονομική επιβάρυνση από τις σχετικές ρυθμίσεις κινείται εντός των δημοσιονομικών πλαισίων της χώρας. Επομένως, η επιλογή του νομοθέτη να μην επαναφέρει τα επιδόματα δικαιολογείται και από λόγους δημοσίου συμφέροντος που συνδέονται με τη δημοσιονομική ευστάθεια.

Γιατί απορρίφθηκε η επίκληση της ισότητας

Το ΣτΕ απέρριψε και τον ισχυρισμό περί παραβίασης της αρχής της ισότητας και της απαγόρευσης διακρίσεων σε σχέση με τους εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα. Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι βρίσκονται, εξαιτίας του ιδιαίτερου συνταγματικού και υπηρεσιακού καθεστώτος τους, σε διαφορετικές συνθήκες από τους εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα.

Γι’ αυτό, η διαφορετική μισθολογική μεταχείριση δεν θεωρήθηκε καταρχήν παραβίαση της ισότητας. Ως επιπλέον στοιχείο διαφοροποίησης, το ΣτΕ υπογράμμισε τις άμεσες και δυνητικά σημαντικές επιπτώσεις που έχει η διάρθρωση και το ύψος των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων στη δημοσιονομική κατάσταση των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης και, κατ’ επέκταση, στη δημοσιονομική ευστάθεια του κράτους.

Στο συγκεκριμένο σημείο καταγράφηκε και μειοψηφία έξι μελών της Ολομέλειας, τα οποία είχαν διαφορετική άποψη για το ζήτημα της ισότητας.

Η τελική κατάληξη της υπόθεσης

Μετά την εξέταση όλων των ζητημάτων, η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας έκρινε ότι ο νομοθέτης δεν παραβίασε ούτε το Σύνταγμα ούτε το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Έτσι, η αγωγή του δημοσίου υπαλλήλου απορρίφθηκε, ενώ το αίτημα για επαναφορά των δώρων στους δημοσίους υπαλλήλους δεν έγινε δεκτό.

Πηγή: Pagenews.gr

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο