Ρεύμα: Η Ελλάδα γυρίζει το παιχνίδι – ΑΠΕ ρίχνουν 40% τις τιμές και φέρνουν €400 εκατ.
Ένα διαφορετικό ενεργειακό πρόσωπο της Ελλάδας επιχειρεί να αναδείξει ο υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Νίκος Τσάφος, παρουσιάζοντας στοιχεία σύμφωνα με τα οποία η μεγάλη διείσδυση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας συγκρατεί σημαντικά τις τιμές χονδρικής ηλεκτρικής ενέργειας, την ώρα που η χώρα έχει μετατραπεί σε καθαρό εξαγωγέα ρεύματος.
Σε νέα ανάρτησή του, ο υφυπουργός επισημαίνει ότι ακόμη και μέσα σε έναν δύσκολο ενεργειακά Αύγουστο, η Ελλάδα διατηρεί μία από τις χαμηλότερες τιμές χονδρικής στην Ευρώπη, με τη διαφορά έναντι της ευρύτερης περιοχής να φτάνει περίπου τα 15-30 ευρώ ανά μεγαβατώρα.
Κατά τον Νίκο Τσάφο, ο βασικός λόγος είναι οι ΑΠΕ.
Τις ημέρες μάλιστα κατά τις οποίες η πράσινη ηλεκτροπαραγωγή βρίσκεται σε πολύ υψηλά επίπεδα, η χονδρεμπορική τιμή μπορεί να είναι περίπου 40% χαμηλότερη σε σύγκριση με ημέρες περιορισμένης παραγωγής από ΑΠΕ.
Η τοποθέτηση εντάσσεται σε μια ευρύτερη κυβερνητική επιχειρηματολογία: ότι η ανάπτυξη φωτοβολταϊκών και αιολικών δεν αποτελεί πλέον μόνο πολιτική απανθρακοποίησης, αλλά μηχανισμό ενεργειακής ασφάλειας και συγκράτησης των τιμών.
Τσάφος: Οι ΑΠΕ κατεβάζουν την τιμή
Ο υφυπουργός συνδέει ευθέως την ελληνική επίδοση με τη μεγάλη παραγωγή από ανανεώσιμες πηγές.
«Παρόλο που ο Αύγουστος έχει αποδειχθεί δύσκολος ενεργειακά και οι τιμές ρεύματος έχουν ανέβει σημαντικά, η Ελλάδα διατηρεί μια από τις χαμηλότερες τιμές χονδρικής στην Ευρώπη», σημειώνει.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε, οι ελληνικές τιμές βρίσκονται περίπου 15 έως 30 ευρώ ανά MWh χαμηλότερα από εκείνες της ευρύτερης περιοχής, κάτι που ο ίδιος αποδίδει «πρωτίστως» στις ΑΠΕ.
Το ακόμη πιο ενδιαφέρον στοιχείο αφορά τη διαφορά μεταξύ ημερών υψηλής και χαμηλής πράσινης παραγωγής.
Όταν οι ΑΠΕ καλύπτουν πολύ μεγάλο μέρος της εγχώριας ζήτησης, η χονδρεμπορική τιμή εμφανίζεται έως και 40% χαμηλότερη.
Η οικονομική εξήγηση είναι σχετικά απλή: φωτοβολταϊκά και αιολικά έχουν πολύ χαμηλό οριακό κόστος παραγωγής και, όταν εισέρχονται μαζικά στο σύστημα, περιορίζουν τις ώρες κατά τις οποίες ακριβότερες θερμικές μονάδες καθορίζουν την τιμή.
Από την εξάρτηση από εισαγωγές στις εξαγωγές ρεύματος
Η δεύτερη μεγάλη αλλαγή βρίσκεται στο εμπορικό ισοζύγιο.
Η Ελλάδα έχει μετακινηθεί από τη θέση του σημαντικού καθαρού εισαγωγέα ηλεκτρικής ενέργειας σε εκείνη του καθαρού εξαγωγέα.
Τα στοιχεία που είχε δημοσιοποιήσει ο Τσάφος δείχνουν ότι το εμπορικό πλεόνασμα ηλεκτρικής ενέργειας είχε ήδη αγγίξει τα 400 εκατ. ευρώ στο πρώτο πεντάμηνο του 2026, ενώ η σωρευτική βελτίωση του εμπορικού ισοζυγίου έναντι του 2023 πλησιάζει το 1 δισ. ευρώ.
Η μεταβολή δεν είναι συγκυριακή. Ήδη από το 2025 ο υφυπουργός περιέγραφε την Ελλάδα ως σταθερά εξαγωγική στην ηλεκτρική ενέργεια, με βασικό μοχλό τον ήλιο και τον άνεμο.
Μαζί με τη Βουλγαρία, η ελληνική παραγωγή καλύπτει μέρος των ελλειμμάτων ηλεκτρικής ενέργειας που εμφανίζονται στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.
Και αυτό μεταβάλλει σταδιακά τη γεωοικονομική θέση της χώρας στον ενεργειακό χάρτη των Βαλκανίων.
Από την ακριβότερη Ευρώπη στην 7η φθηνότερη χονδρική
Η σύγκριση με το 2019 είναι ακόμη πιο εντυπωσιακή.
Τον Μάιο, ο Νίκος Τσάφος είχε παρουσιάσει στοιχεία σύμφωνα με τα οποία το 2019 η Ελλάδα είχε τη μακράν ακριβότερη χονδρεμπορική τιμή στο ευρωπαϊκό σύστημα: 34% υψηλότερη από τη Βουλγαρία και 68% υψηλότερη από τη Γερμανία.
Για το 2026 έως εκείνη τη χρονική στιγμή, είχε περάσει στην 7η φθηνότερη θέση, χαμηλότερα από τη Γερμανία και σημαντικά χαμηλότερα από τη Βουλγαρία.
«Οι τιμές ενέργειας παραμένουν μείζον θέμα. Και έχουμε πολύ δουλειά ακόμα», είχε πάντως επισημάνει ο ίδιος, αποφεύγοντας να παρουσιάσει την αλλαγή ως λύση όλων των προβλημάτων.
Το κρίσιμο στοίχημα: Να φτάσει η φθηνή χονδρική στον λογαριασμό
Εδώ βρίσκεται πλέον η δυσκολότερη πολιτική πρόκληση.
Η χαμηλότερη χονδρεμπορική τιμή δεν μεταφέρεται αυτομάτως και ισόποσα στον λογαριασμό του καταναλωτή.
Στη λιανική παρεμβάλλονται κόστη δικτύων και συστήματος, προμήθειας, εξισορρόπησης, φόροι και άλλες χρεώσεις, ενώ η σχέση χονδρικής και λιανικής έχει αποτελέσει αντικείμενο δημόσιας αντιπαράθεσης ακόμη και μεταξύ του Τσάφου και του Green Tank.
Γι’ αυτό το επόμενο πολιτικό στοίχημα για την κυβέρνηση δεν είναι απλώς να παράγει περισσότερη φθηνή πράσινη ενέργεια.
Είναι να κάνει το όφελος ορατό στον τελικό λογαριασμό.
Αποθήκευση: Το επόμενο μεγάλο «όπλο»
Όσο αυξάνονται φωτοβολταϊκά και αιολικά, τόσο μεγαλύτερη γίνεται και η ανάγκη αποθήκευσης.
Το πρόβλημα είναι ότι η φθηνή ηλιακή παραγωγή κορυφώνεται τις ώρες της ημέρας, ενώ η ζήτηση και οι τιμές μπορούν να εκτιναχθούν το βράδυ, όταν τα φωτοβολταϊκά σταματούν να παράγουν και το σύστημα στρέφεται σε ακριβότερες μονάδες.
Αντίστοιχα φαινόμενα καταγράφονται ήδη στην Ευρώπη, με πολύ χαμηλές ή ακόμη και αρνητικές τιμές τις ώρες υψηλής ηλιοφάνειας και απότομες αυξήσεις μετά τη δύση του ήλιου.
Οι μπαταρίες και τα άλλα συστήματα αποθήκευσης μπορούν να μεταφέρουν μέρος αυτής της φθηνής παραγωγής στις ακριβότερες ώρες.
Γι’ αυτό η κυβερνητική ενεργειακή στρατηγική μετακινείται πλέον από το απλό «περισσότερες ΑΠΕ» στο τρίπτυχο:ΑΠΕ – αποθήκευση – ισχυρότερα δίκτυα.
Η ενεργειακή κρίση δεν έχει τελειώσει
Ο Τσάφος κρατά πάντως έναν αστερίσκο.
Καμία ευρωπαϊκή οικονομία δεν μπορεί να απομονωθεί πλήρως από μια διεθνή ενεργειακή κρίση. Οι τιμές φυσικού αερίου, οι γεωπολιτικές αναταράξεις και οι διασυνοριακές ροές συνεχίζουν να επηρεάζουν το ελληνικό σύστημα.
Η κυβέρνηση υποστηρίζει όμως ότι η Ελλάδα διαθέτει σήμερα περισσότερες άμυνες από ό,τι πριν από λίγα χρόνια.
Ο ίδιος ο Τσάφος είχε ήδη από τον Μάρτιο περιγράψει την υψηλή παραγωγή ΑΠΕ ως ένα από τα βασικά «αναχώματα» απέναντι στις διεθνείς ανατιμήσεις ενέργειας.
Η Ελλάδα θέλει πλέον ρόλο ενεργειακού κόμβου
Η πολιτική διάσταση των αριθμών ξεπερνά τελικά τους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος.
Μια Ελλάδα που παράγει περισσότερο ηλεκτρισμό από όσο χρειάζεται σε συγκεκριμένες περιόδους, διαθέτει ισχυρότερες διασυνδέσεις και εξάγει προς τις γειτονικές αγορές αποκτά διαφορετικό βάρος στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.
Το στοίχημα είναι πλέον διπλό: να αυξηθεί περαιτέρω η δυνατότητα εξαγωγών, αλλά ταυτόχρονα να αποθηκεύεται μεγαλύτερο μέρος της πλεονάζουσας φθηνής παραγωγής ώστε να χρησιμοποιείται όταν οι τιμές ανεβαίνουν.
Και εκεί θα κριθεί τελικά η επιτυχία της πράσινης μετάβασης.
Όχι μόνο στα γιγαβάτ φωτοβολταϊκών και αιολικών που εγκαθίστανται, αλλά στο εάν η νέα ενεργειακή πραγματικότητα θα μεταφραστεί σε μόνιμα χαμηλότερο κόστος για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Πηγή: pagenews.gr
