Η Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη βρίσκεται μπροστά στην πρώτη πραγματικά δύσκολη δοκιμασία μετά την επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα στην πρώτη γραμμή. Οι τελευταίες δημοσκοπικές ενδείξεις δεν συνιστούν ασφαλώς εκλογική πρόβλεψη, αλλά καταγράφουν ένα πολιτικό μήνυμα που δύσκολα μπορεί να αγνοηθεί: η αρχική δυναμική της νέας προσπάθειας δεν αρκεί από μόνη της για να εδραιώσει την ΕΛ.Α.Σ. ως αδιαμφισβήτητη εναλλακτική απέναντι στη Νέα Δημοκρατία.
Η εικόνα αποκτά μεγαλύτερο ενδιαφέρον καθώς πλησιάζει η ΔΕΘ. Στις 2 Σεπτεμβρίου ο Αλέξης Τσίπρας αναμένεται να παρουσιάσει στη Θεσσαλονίκη το οικονομικό πρόγραμμα της ΕΛ.Α.Σ., λίγες ημέρες πριν από τις εξαγγελίες του Κυριάκου Μητσοτάκη. Το επιτελείο του πρώην πρωθυπουργού προετοιμάζει ένα πρόγραμμα που, σύμφωνα με τις έως τώρα πληροφορίες, επιδιώκει να είναι κοινωνικά επιθετικό αλλά ταυτόχρονα δημοσιονομικά τεκμηριωμένο.
Εκεί ακριβώς βρίσκεται και το μεγάλο στοίχημα: όχι εάν η ΕΛ.Α.Σ. μπορεί να ασκήσει αποτελεσματική αντιπολίτευση, αλλά εάν μπορεί να πείσει ότι διαθέτει ολοκληρωμένο σχέδιο διακυβέρνησης.
Η επιστροφή Τσίπρα δημιούργησε εξαρχής μεγάλες προσδοκίες στον χώρο της Κεντροαριστεράς και της Αριστεράς. Η ΕΛ.Α.Σ. επιχειρεί να παρουσιαστεί όχι ως συνέχεια του παλαιού ΣΥΡΙΖΑ, αλλά ως νέα πολιτική πρόταση με ευρύτερη κοινωνική και εκλογική απεύθυνση.
Ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας έχει επιχειρήσει να χαράξει αυτή τη διαχωριστική γραμμή.
«Σήμερα δεν ανοίγω τον ίδιο πολιτικό κύκλο, δεν παίρνω το νήμα από εκεί που το άφησα, ανοίγω έναν νέο κύκλο», είχε δηλώσει, επιμένοντας ότι διατηρεί τις ίδιες αξίες αλλά επιλέγει διαφορετικό πολιτικό δρόμο.
Αργότερα το μήνυμα έγινε ακόμη σαφέστερο:
«Σήμερα όχι μόνο ξέρω τι θέλω, αλλά και πώς να το κάνω», είπε στη μεγάλη αυγουστιάτικη συνέντευξή του.
Πρόκειται για μια φράση με ιδιαίτερο πολιτικό βάρος, καθώς ο Τσίπρας επιχειρεί ουσιαστικά να μετατρέψει την κυβερνητική εμπειρία του 2015-2019 από πιθανό πολιτικό βάρος σε επιχείρημα ωριμότητας.
Ωστόσο, αυτό πρέπει πλέον να αποδειχθεί και σε επίπεδο προγράμματος.
Η ΕΛ.Α.Σ. επιχειρεί να καταλάβει έναν δύσκολο πολιτικό χώρο.
Θέλει να απευθυνθεί στην παραδοσιακή Αριστερά χωρίς να εγκλωβιστεί σε αυτήν, να προσελκύσει κεντροαριστερούς ψηφοφόρους χωρίς να μετατραπεί σε δεύτερη εκδοχή του ΠΑΣΟΚ και ταυτόχρονα να εμφανιστεί ως κυβερνητική δύναμη απέναντι στη Νέα Δημοκρατία.
Αυτή η τριπλή στόχευση δημιουργεί αναπόφευκτα αντιφάσεις.
Ο Τσίπρας υποστηρίζει ότι η ΕΛ.Α.Σ. δεν δημιουργήθηκε απλώς για να προσθέσει ακόμη ένα κόμμα στον προοδευτικό χώρο. Όπως έχει δηλώσει:
«Η Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη δεν γεννήθηκε για να δημιουργηθεί άλλη μία πολιτική δύναμη στο προοδευτικό φάσμα», αλλά για να δημιουργήσει δυναμική ανατροπής των σημερινών συσχετισμών.
Αυτό ανεβάζει όμως πολύ ψηλά τον πήχη που ο ίδιος έχει θέσει.
Γιατί ένα κόμμα που διεκδικεί την ανατροπή των συσχετισμών δεν μπορεί να αρκείται στην κριτική της κυβέρνησης. Πρέπει να απαντήσει με σαφήνεια τι διαφορετικό θα κάνει στην οικονομία, στη φορολογία, στους μισθούς, στην παραγωγική πολιτική, στο κοινωνικό κράτος, στην Υγεία, στην Παιδεία και στους θεσμούς.
Ο Τσίπρας έχει ήδη δείξει πού θέλει να μεταφέρει το επίκεντρο.
Στη συνέντευξή του τον Αύγουστο χαρακτήρισε την ακρίβεια ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της χώρας, συνδέοντάς την όμως με ένα δεύτερο ζήτημα: τη διαφθορά.
«Αν το πρώτο μεγάλο κεφάλαιο είναι η ακρίβεια, η διαφθορά είναι επίσης το δεύτερο κρίσιμο μέγεθος που αφορά την ελληνική κοινωνία», ανέφερε.
Και προχώρησε ένα βήμα περισσότερο, επιχειρώντας να συνδέσει την πολιτική ηθική με την καθημερινότητα:
«Κάθε ευρώ που λείπει από το δημόσιο ταμείο για να πηγαίνει σε μίζες ή σε απευθείας αναθέσεις είναι ένα ευρώ που λείπει από το δημόσιο σχολείο. Είναι ένα ευρώ που λείπει από το δημόσιο νοσοκομείο».
Η επιλογή δεν είναι τυχαία. Η ΕΛ.Α.Σ. επιχειρεί να δημιουργήσει μια ενιαία αφήγηση στην οποία η οικονομία, οι ανισότητες και η λειτουργία των θεσμών συνδέονται μεταξύ τους.
Στο πρώτο Εθνικό Συμβούλιο της ΕΛ.Α.Σ., ο πρώην πρωθυπουργός συμπύκνωσε ακόμη περισσότερο αυτή τη στρατηγική.
«Το μεγάλο διακύβευμα των επόμενων εκλογών θα είναι: Με τη διαφθορά ή με την εντιμότητα; Με τη στασιμότητα ή με αλλαγή πολιτικής;», δήλωσε.
Πρόκειται ουσιαστικά για προσπάθεια να μεταφερθεί η επόμενη εκλογική αναμέτρηση από τη σύγκριση επιμέρους κυβερνητικών μέτρων σε μια συνολικότερη αντιπαράθεση δύο μοντέλων διακυβέρνησης.
Εδώ, όμως, εμφανίζεται και μία από τις αδυναμίες της σημερινής ΕΛ.Α.Σ.: η ισχυρή πολιτική καταγγελία δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με κυβερνητική εναλλακτική.
Ο ψηφοφόρος μπορεί να συμφωνήσει με τη διάγνωση ενός προβλήματος χωρίς να έχει ακόμη πειστεί για τη θεραπεία.
Γι’ αυτό η παρουσίαση της 2ας Σεπτεμβρίου αποκτά πολύ μεγαλύτερη σημασία από μία συνηθισμένη προεκλογική εκδήλωση.
Ο Τσίπρας έχει ήδη προαναγγείλει τη βασική φορολογική φιλοσοφία του με το σύνθημα «λιγότεροι φόροι για τους πολλούς και δικαιότεροι για τους ισχυρούς».
Το δύσκολο μέρος αρχίζει ακριβώς μετά το σύνθημα.
Η ΕΛ.Α.Σ. θα πρέπει να δείξει πώς χρηματοδοτούνται οι παρεμβάσεις της, ποιες κοινωνικές ομάδες ωφελούνται, ποιο θα είναι το αποτύπωμα στην ανάπτυξη και στις επενδύσεις και πώς θα συμβιβαστεί η αναδιανεμητική πολιτική με τους ευρωπαϊκούς δημοσιονομικούς περιορισμούς.
Η επιδίωξη, σύμφωνα με τις τελευταίες πληροφορίες, είναι να παρουσιαστεί στη Θεσσαλονίκη ένα πρόγραμμα με έντονο κοινωνικό πρόσημο αλλά και κοστολόγηση, ακριβώς για να αντιμετωπιστεί προκαταβολικά η κυβερνητική κριτική περί «επιστροφής στην παροχολογία».
Υπάρχει όμως και ένα βαθύτερο πρόβλημα που αναγνωρίζει ουσιαστικά και η ίδια η νέα πολιτική προσπάθεια: η απομάκρυνση ενός σημαντικού τμήματος της κοινωνίας από την πολιτική.
Στο πρόσφατο πολιτικό ντοκιμαντέρ της ΕΛ.Α.Σ. αποτυπώνεται έντονα η αίσθηση κοινωνικής αδικίας, απογοήτευσης και χαμηλών προσδοκιών.
Για ένα κόμμα που θέλει να αλλάξει τους πολιτικούς συσχετισμούς, αυτό είναι ταυτόχρονα ευκαιρία και παγίδα.
Η κοινωνική δυσαρέσκεια μπορεί να δημιουργήσει εκλογική κινητικότητα. Δεν σημαίνει όμως ότι αυτή θα κατευθυνθεί υποχρεωτικά προς τον Τσίπρα.
Μπορεί να οδηγήσει στην αποχή, σε μικρότερα κόμματα, σε αντισυστημικές επιλογές ή να παραμείνει απλώς δυσαρέσκεια χωρίς πολιτική έκφραση.
Ο ίδιος, πάντως, δεν εμφανίζεται να περιορίζει τις φιλοδοξίες του.
Σε πρόσφατη συνέντευξή του εξέφρασε την εκτίμηση ότι η ΕΛ.Α.Σ. μπορεί ακόμη και να αναδειχθεί πρώτο κόμμα σε δεύτερη εκλογική αναμέτρηση.
Η δήλωση είναι πολιτικά χρήσιμη, καθώς επιχειρεί να εμφυσήσει δυναμική εξουσίας στο νέο κόμμα. Ταυτόχρονα, όμως, δημιουργεί ένα αντικειμενικό μέτρο σύγκρισης.
Όσο υψηλότερος είναι ο στόχος, τόσο λιγότερο αρκεί μια αξιοπρεπής δημοσκοπική καταγραφή.
Η Θεσσαλονίκη, επομένως, μετατρέπεται στο πρώτο μεγάλο crash test της νέας στρατηγικής.
Η απόφαση του Τσίπρα να παρουσιάσει το οικονομικό πρόγραμμα πριν από τον πρωθυπουργό δεν είναι απλώς επικοινωνιακή κίνηση. Επιχειρεί να αναγκάσει την κυβέρνηση να συζητήσει πάνω σε μια ατζέντα που θα έχει προηγουμένως θέσει η ΕΛ.Α.Σ., κάτι που ήδη έχει προκαλέσει πολιτική αντιπαράθεση.
Αλλά εκεί θα κριθεί και η ίδια.
Για πρώτη φορά μετά την ίδρυσή της, δεν θα αρκεί να εξηγήσει τι θεωρεί λάθος στην πολιτική της κυβέρνησης. Θα πρέπει να παρουσιάσει συγκεκριμένους αριθμούς, προτεραιότητες και επιλογές.
Και κυρίως να απαντήσει στο ερώτημα: τι ακριβώς θα άλλαζε εάν αύριο κυβερνούσε η ΕΛ.Α.Σ.;
Υπάρχει και μία δεύτερη διάσταση. Ο Τσίπρας δεν ανταγωνίζεται μόνο τον Κυριάκο Μητσοτάκη.
Ανταγωνίζεται το ΠΑΣΟΚ για την ηγεμονία στον χώρο της Κεντροαριστεράς, τον ΣΥΡΙΖΑ για ένα τμήμα του παραδοσιακού αριστερού ακροατηρίου και, τελικά, την αποχή για εκείνους τους πολίτες που δεν θεωρούν σήμερα ότι κάποια πολιτική δύναμη τους εκπροσωπεί.
Γι’ αυτό η πολιτική ταυτότητα της ΕΛ.Α.Σ. είναι τόσο κρίσιμη.
Εάν κινηθεί πολύ κοντά στο κέντρο, κινδυνεύει να χάσει τη διακριτή φυσιογνωμία που χρειάζεται απέναντι στο ΠΑΣΟΚ και στη ΝΔ. Εάν κινηθεί πολύ αριστερά, δυσκολεύεται να οικοδομήσει την εικόνα μιας ευρείας κυβερνητικής πλειοψηφίας.
Η ισορροπία είναι δύσκολη και ακόμη δεν έχει οριστικά διαμορφωθεί.
Οι δημοσκοπήσεις δεν αποφασίζουν εκλογές και θα ήταν πρόωρο να εξαχθούν τελεσίδικα συμπεράσματα για ένα κόμμα που βρίσκεται ακόμη στην πρώτη φάση της πολιτικής του ανάπτυξης.
Αποτελούν όμως προειδοποιητικά σήματα.
Η προσωπική αναγνωρισιμότητα του Αλέξη Τσίπρα έδωσε στην ΕΛ.Α.Σ. κάτι που ένα νεοσύστατο κόμμα σπάνια διαθέτει: άμεση πρόσβαση στο κέντρο της πολιτικής συζήτησης.
Αυτό όμως δεν αρκεί.
Ο Τσίπρας υποστηρίζει ότι έχει επιστρέψει έχοντας διδαχθεί από την προηγούμενη κυβερνητική εμπειρία και γνωρίζοντας πλέον όχι μόνο τι θέλει, αλλά και πώς μπορεί να το πετύχει.
Από εδώ και πέρα θα πρέπει να το αποδείξει πολιτικά.
Η ΕΛ.Α.Σ. χρειάζεται να μετατρέψει τις επιμέρους θέσεις της σε συνεκτικό σχέδιο για την οικονομία, την παραγωγή, το κοινωνικό κράτος, τους θεσμούς και τη θέση της Ελλάδας στην Ευρώπη. Χρειάζεται επίσης να εξηγήσει ποια κοινωνική συμμαχία θέλει να εκπροσωπήσει και πού ακριβώς διαφοροποιείται όχι μόνο από τη Νέα Δημοκρατία αλλά και από τις υπόλοιπες δυνάμεις της αντιπολίτευσης.
Το στοίχημα για τον Τσίπρα δεν είναι πλέον να αποδείξει ότι επέστρεψε. Αυτό έχει ήδη συμβεί. Είναι να αποδείξει ότι η επιστροφή του συνοδεύεται από μια πραγματικά διαφορετική, εφαρμόσιμη και πειστική πρόταση εξουσίας.
Και η 2α Σεπτεμβρίου στη Θεσσαλονίκη θα είναι ίσως η πρώτη μεγάλη στιγμή όπου αυτή η φιλοδοξία θα μετρηθεί απέναντι στην πραγματικότητα.