Η Ελλάδα δεν αγοράζει απλώς τρία νέα αντιαεροπορικά συστήματα.
Με την «Ασπίδα του Αχιλλέα» επιχειρεί να αλλάξει συνολικά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται την άμυνα του εθνικού χώρου: από μεμονωμένες πυροβολαρχίες και διαφορετικά οπλικά συστήματα σε ένα ενιαίο, δικτυοκεντρικό σύστημα που θα βλέπει την απειλή, θα την αξιολογεί και θα επιλέγει σε πραγματικό χρόνο τον καταλληλότερο τρόπο αντιμετώπισής της.
Το πρόγραμμα ξεπερνά ελαφρώς τα 3 δισ. ευρώ μόνο για το αντιαεροπορικό σκέλος, σύμφωνα με τον υπουργό Εθνικής Άμυνας Νίκο Δένδια, ενώ η πλήρης επιχειρησιακή του ανάπτυξη τοποθετείται σε 35 μήνες από την έγκριση του ΚΥΣΕΑ στις 23 Ιουλίου.
«Το συνολικό ποσό των αντιαεροπορικών υπερβαίνει κατά ελάχιστα τα 3 δισεκατομμύρια. Θα είναι έτοιμο και επιχειρησιακά σε 35 μήνες από σήμερα. Βεβαίως, αυτό είναι η ολοκλήρωση. Κατά στάδια θα παραδίδεται», είχε ξεκαθαρίσει ο Νίκος Δένδιας.
Δεν αγοράζουμε «ένα Iron Dome» – Χτίζουμε πολυεπίπεδη άμυνα
Ο όρος «ελληνικό Iron Dome» είναι επικοινωνιακά εύκολος, αλλά τεχνικά περιγράφει μόνο ένα μέρος της φιλοσοφίας.
Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» σχεδιάζεται ως πολυεπίπεδο δίκτυο που θα αντιμετωπίζει διαφορετικές απειλές: αεροσκάφη, βαλλιστικούς και cruise πυραύλους, drones και περιφερόμενα πυρομαχικά, ενώ η συνολική φιλοσοφία της Ατζέντας 2030 επεκτείνεται σε θάλασσα, κυβερνοχώρο και διάστημα.
Ο ίδιος ο Δένδιας έχει περιγράψει τη λογική:
«Η “Ασπίδα του Αχιλλέα” είναι μια ολιστική προσέγγιση που εντάσσει όλες τις αμυντικές μας δυνατότητες κάτω από αυτήν».
Και το κρίσιμο στοιχείο είναι το ενιαίο command and control:
«Από κάτω πρέπει να υπάρχει ένα ενοποιημένο Command and Control, το οποίο προτεραιοποιεί την επερχόμενη απειλή, την αξιολογεί και προτείνει και την απάντηση σε αυτήν».
Αυτό είναι που αλλάζει το παιχνίδι.
Rafael: SPYDER και David’s Sling στα δύο κρίσιμα επίπεδα
Στον πρώτο πυρήνα του project βρίσκεται η Rafael Advanced Defense Systems.
Το SPYDER προορίζεται για τη χαμηλή και μέση ζώνη άμυνας, με δυνατότητα αντιμετώπισης αεροσκαφών, UAV, cruise missiles και άλλων στόχων χαμηλού ύψους. Η μεγάλη του αξία για την ελληνική γεωγραφία είναι η κινητικότητα και η δυνατότητα ταχείας ανάπτυξης για την προστασία αεροδρομίων, στρατιωτικών εγκαταστάσεων, κρίσιμων υποδομών και νησιωτικών περιοχών.
Πιο ψηλά στην πολυεπίπεδη άμυνα έρχεται το David’s Sling, σύστημα σχεδιασμένο για δυσκολότερους στόχους, όπως τακτικούς βαλλιστικούς πυραύλους και πυραύλους cruise μεγαλύτερου βεληνεκούς.
Άρα η Rafael δεν φέρνει ένα προϊόν. Φέρνει δύο διαφορετικά επίπεδα της νέας ελληνικής αεράμυνας.
IAI: Barak MX και η μεσαία ζώνη της «Ασπίδας»
Ο δεύτερος ισραηλινός πυλώνας είναι η κρατική Israel Aerospace Industries.
Το Barak MX προορίζεται να καλύψει σημαντικό μέρος της μεσαίας και μεγαλύτερης ζώνης της πολυεπίπεδης άμυνας, με αρχιτεκτονική που επιτρέπει διαφορετικούς αναχαιτιστές ανάλογα με την απόσταση και το είδος της απειλής.
Η αξία του δεν βρίσκεται μόνο στον πύραυλο.
Βρίσκεται στη δυνατότητα να λειτουργεί μέσα σε ένα network-centric περιβάλλον, να ανταλλάσσει δεδομένα και να αποτελεί μέρος μιας μεγαλύτερης εικόνας μάχης.
Αυτό είναι ακριβώς το μοντέλο προς το οποίο μετακινείται η ελληνική άμυνα.
ELTA: Τα «μάτια» του Θόλου
Οι πύραυλοι από μόνοι τους δεν αρκούν.
Για να λειτουργήσει μια πραγματική πολυεπίπεδη άμυνα χρειάζεται πρώτα να εντοπίσει, να ταξινομήσει και να παρακολουθήσει την απειλή.
Εδώ μπαίνει η ELTA Systems, θυγατρική της IAI.
Τα πολυλειτουργικά ραντάρ ELM-2084 αναμένεται να αποτελέσουν έναν από τους βασικούς αισθητήρες της νέας αρχιτεκτονικής. Μπορούν να παρακολουθούν διαφορετικού τύπου αεροδυναμικούς και βαλλιστικούς στόχους και να τροφοδοτούν το σύστημα διοίκησης με την εικόνα που απαιτείται για την επιλογή του κατάλληλου αναχαιτιστή.
Με απλά λόγια:
Rafael και IAI προσφέρουν μεγάλο μέρος των “όπλων”. Η ELTA προσφέρει μεγάλο μέρος των “ματιών”.
Το ελληνικό στοίχημα είναι ποιος θα ελέγχει τον «εγκέφαλο».
Δένδιας: «Δεν θα είμαστε όμηροι οποιασδήποτε ξένης χώρας»
Και εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο πολιτικό στοιχείο ολόκληρης της συμφωνίας.
Η Ελλάδα δεν θέλει ένα κλειστό ξένο σύστημα στο οποίο θα εξαρτάται στο μέλλον από τον κατασκευαστή για κάθε αλλαγή, αναβάθμιση ή ενσωμάτωση νέου όπλου.
Ο Νίκος Δένδιας ήταν κατηγορηματικός για τον πηγαίο κώδικα του Command and Control:
«Οι ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις δεν αποκτούν και δεν θα αποκτήσουν σύστημα […] στο οποίο δεν θα έχουμε τον πηγαίο κώδικα».
Και εξήγησε γιατί:
«Να χειρίζονται οι Ένοπλες Δυνάμεις ένα σύστημα με τις δυνατότητες C5ISRT […] χωρίς να μπορούν να παρέμβουν στην αρχιτεκτονική και στην εξέλιξη του συστήματος, ήτοι να είναι “όμηροι” οποιασδήποτε και της φιλικότερης και συμμαχικότερης των ξένων χωρών, είναι παντελώς αδύνατο».
Αυτή η φράση αλλάζει και την ανάγνωση της ισραηλινής συμμετοχής.
Η Ελλάδα αγοράζει ισραηλινή τεχνολογία, αλλά ο σχεδιασμός του ΥΠΕΘΑ είναι να μην αγοράσει ισραηλινή εξάρτηση.
Η ελληνική συμμετοχή δεν θέλει να μείνει στο 25%
Το δεύτερο μεγάλο ζήτημα είναι η εγχώρια αμυντική βιομηχανία.
Ο Δένδιας έχει θέσει ως βασική πολιτική του ΥΠΕΘΑ τη συμμετοχή ελληνικών εταιρειών στα μεγάλα εξοπλιστικά προγράμματα.
Για την «Ασπίδα του Αχιλλέα» έχει ανακοινώσει συμμετοχή τουλάχιστον 25%, ενώ δημοσιευμένες πληροφορίες αναφέρουν ότι σε βάθος χρόνου το ποσοστό μπορεί να κινηθεί υψηλότερα μέσω πρόσθετων βιομηχανικών συμφωνιών.
«Εταιρείες στην Ελλάδα θα παράγουν τουλάχιστον το 25% του συστήματος», είχε δηλώσει ο υπουργός μετά το ΚΥΣΕΑ.
Ελληνικές εταιρείες αναμένεται να εμπλακούν σε υποσυστήματα, παραγωγή, υποστήριξη και το C2, ενώ ο στόχος είναι μέρος της τεχνογνωσίας να παραμείνει στη χώρα.
Και αυτό είναι καθοριστικό.
Ένα πρόγραμμα άνω των 3 δισ. ευρώ έχει διαφορετική οικονομική αξία για την Ελλάδα εάν απλώς αγοράζει έτοιμα συστήματα και διαφορετική εάν δημιουργεί παραγωγική δυνατότητα, θέσεις υψηλής εξειδίκευσης και τεχνογνωσία για τις επόμενες δεκαετίες.
Η «Ασπίδα» απελευθερώνει Rafale, F-35 και Belharra
Υπάρχει και μια στρατηγική διάσταση που συχνά χάνεται στη συζήτηση για τους πυραύλους.
Σήμερα μεγάλο μέρος της αμυντικής ισχύος της χώρας πρέπει να χρησιμοποιείται και για την προστασία του ίδιου του εθνικού χώρου.
Η φιλοσοφία Δένδια είναι ότι ένας ισχυρός χερσαίος και δικτυοκεντρικός «Θόλος» μπορεί να αναλάβει μεγαλύτερο μέρος αυτής της αποστολής.
Έτσι, οι ακριβότερες πλατφόρμες — Rafale, μελλοντικά F-35, Belharra και υποβρύχια — μπορούν να χρησιμοποιηθούν περισσότερο για αποτροπή και προβολή ισχύος και λιγότερο ως μόνιμη χωρική ασπίδα.
Ο Δένδιας το έχει πει ευθέως:
«Θα απελευθερώσουμε την Πολεμική Αεροπορία από τη χωρική υπεράσπιση και θα μπορέσουν τα αεροπλάνα 4,5ης και 5ης γενιάς […] να λειτουργήσουν ως δυνάμεις αποτροπής».
Αυτό είναι ίσως το πραγματικό στρατηγικό κέρδος της «Ασπίδας».
Το μάθημα από Ιράν και Ουκρανία
Οι πόλεμοι των τελευταίων ετών άλλαξαν βίαια την οικονομία της αεράμυνας.
Φθηνά drones, μαζικά κύματα UAV, cruise missiles και βαλλιστικοί πύραυλοι μπορούν να υποχρεώσουν τον αμυνόμενο να καταναλώνει πανάκριβους αναχαιτιστές.
Η Ελλάδα επομένως δεν χρειάζεται μόνο «καλύτερο πύραυλο».
Χρειάζεται διαφορετικές βαθμίδες αναχαίτισης ώστε να μην αντιμετωπίζει κάθε απειλή με το ακριβότερο διαθέσιμο όπλο.
Ακριβώς εκεί αποκτά σημασία το layered model των SPYDER, Barak MX, David’s Sling, Patriot και των anti-drone δυνατοτήτων.
Το project των €3+ δισ. είναι στην πραγματικότητα αλλαγή δόγματος
Η μεγαλύτερη σημασία της «Ασπίδας του Αχιλλέα» επομένως δεν είναι ότι η Ελλάδα αγοράζει προηγμένα ισραηλινά όπλα.
Είναι ότι επιχειρεί να ενώσει ραντάρ, αισθητήρες, πυραύλους, αεροσκάφη, πλοία, κυβερνοάμυνα και τεχνητή νοημοσύνη σε ένα κοινό περιβάλλον διοίκησης.
Rafael, IAI και ELTA αποτελούν κρίσιμους τεχνολογικούς εταίρους.
Αλλά το πολιτικό στοίχημα της Αθήνας είναι διπλό:
να αποκτήσει τεχνολογία που έχει ωριμάσει σε πραγματικό περιβάλλον απειλών και ταυτόχρονα να κρατήσει στην Ελλάδα τον έλεγχο, τον πηγαίο κώδικα και όσο το δυνατόν μεγαλύτερο μέρος της παραγωγικής αξίας.
Αν αυτό επιτευχθεί, η «Ασπίδα του Αχιλλέα» δεν θα είναι απλώς η ακριβότερη νέα αντιαεροπορική προμήθεια.
Θα είναι η υποδομή πάνω στην οποία θα στηριχθεί το νέο ελληνικό δόγμα αποτροπής για τις επόμενες δεκαετίες.
Πηγή: pagenews.gr
