Η Ελλάδα επιχειρεί κάτι πολύ μεγαλύτερο από μια απλή λογιστική μείωση του δημόσιου χρέους.
Με πρόωρες αποπληρωμές που το 2026 αναμένεται να προσεγγίσουν συνολικά τα 12,84 δισ. ευρώ, η οικονομική πολιτική περνά σε μια νέα φάση: από τη διαχείριση της μνημονιακής κληρονομιάς στην προσπάθεια οριστικής αποσύνδεσης του ελληνικού Δημοσίου από το risk premium που εξακολουθεί να συνοδεύει μια χώρα με πολύ υψηλό χρέος.
Το σχέδιο περιλαμβάνει την πρόωρη αποπληρωμή 6,94 δισ. ευρώ από τα διμερή δάνεια του Greek Loan Facility, περίπου 2,5 δισ. ευρώ προς τον EFSF, την πρόωρη εξόφληση ομολόγου περίπου 2,2 δισ. ευρώ που λήγει τον Δεκέμβριο του 2027 και τη μείωση του αποθέματος των εντόκων γραμματίων κατά 1,2 δισ. ευρώ.
Το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών υπολογίζει ότι οι κινήσεις αυτές μπορούν να μειώσουν το ετήσιο κόστος τόκων κατά περίπου 370 εκατ. ευρώ, αξιοποιώντας παράλληλα διαθέσιμα που αποδίδουν λιγότερο από το κόστος εξυπηρέτησης του αντίστοιχου χρέους.
Το πραγματικό στοίχημα, όμως, βρίσκεται βαθύτερα.
Το πρώτο κέρδος: Να σβήσει το «καπέλο» που πληρώνει ακόμη η Ελλάδα
Η ταχεία αποκλιμάκωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ έχει μια επίπτωση που δεν αποτυπώνεται άμεσα στον κρατικό προϋπολογισμό: μειώνει σταδιακά το αντιλαμβανόμενο country risk της Ελλάδας.
Όσο μικρότερος γίνεται ο κίνδυνος που τιμολογούν οι αγορές, τόσο ευνοϊκότερες μπορούν να γίνουν οι συνθήκες χρηματοδότησης του Δημοσίου. Και αυτό δεν αφορά μόνο το κράτος.
Η απόδοση των κρατικών ομολόγων αποτελεί σημείο αναφοράς για ολόκληρη την οικονομία. Συνεπώς, μια μόνιμη συμπίεση του ελληνικού risk premium μπορεί, υπό τις κατάλληλες συνθήκες, να μεταφερθεί σταδιακά στο κόστος χρηματοδότησης τραπεζών και επιχειρήσεων.
Η Ελλάδα ουσιαστικά επιχειρεί να μετατρέψει τη δημοσιονομική αξιοπιστία των τελευταίων ετών σε μόνιμα χαμηλότερο κόστος κεφαλαίου.
Το δεύτερο κέρδος: Η μετάβαση από τα μνημονιακά δάνεια στις αγορές
Εδώ βρίσκεται ίσως το μεγαλύτερο στρατηγικό στοίχημα.
Ένα πολύ μεγάλο τμήμα του ελληνικού χρέους εξακολουθεί να βρίσκεται στα χέρια επίσημων πιστωτών και να διαθέτει ιδιαίτερα ευνοϊκά χαρακτηριστικά: μεγάλες διάρκειες, χαμηλό κόστος και περιορισμένη έκθεση στις διακυμάνσεις των επιτοκίων.
Το ΔΝΤ υπολόγιζε το 2026 ότι περίπου 70% του ελληνικού χρέους βρίσκεται σε επίσημους πιστωτές, ενώ σχεδόν το σύνολο των υποχρεώσεων έχει σταθερό επιτόκιο μετά τις πράξεις αντιστάθμισης κινδύνου.
Αυτό αποτελεί τεράστια ασπίδα.
Δεν θα υπάρχει όμως για πάντα.
Καθώς τα δάνεια της εποχής των προγραμμάτων διάσωσης αποπληρώνονται, η Ελλάδα θα πρέπει σταδιακά να στηρίζεται περισσότερο στις διεθνείς κεφαλαιαγορές.
Και ακριβώς γι’ αυτό η κυβέρνηση επιδιώκει να πραγματοποιήσει τη μετάβαση από θέση ισχύος: με μικρότερο λόγο χρέους προς ΑΕΠ, ισχυρότερη πιστοληπτική αξιολόγηση και μεγαλύτερη εμπιστοσύνη από τους διεθνείς επενδυτές.
Η πρόωρη αποπληρωμή των μνημονιακών δανείων λειτουργεί επομένως και ως σήμα προς τις αγορές.
Ο ίδιος ο ESM έχει επισημάνει ότι η επιτάχυνση των αποπληρωμών στέλνει θετικό μήνυμα στις χρηματοπιστωτικές αγορές, μειώνει τον επιτοκιακό κίνδυνο και βελτιώνει τη δομή του ελληνικού χρέους.
Το μεγάλο ορόσημο του 2031
Ιδιαίτερη σημασία έχει το Greek Loan Facility, δηλαδή τα διμερή δάνεια του πρώτου προγράμματος διάσωσης του 2010.
Από τα αρχικά 52,9 δισ. ευρώ, μετά την πρόωρη αποπληρωμή του Ιουνίου παρέμεναν περίπου 26,3 δισ. ευρώ. Η στρατηγική προβλέπει πλέον την πλήρη εξόφλησή τους έως το 2031, περίπου μία δεκαετία νωρίτερα από το αρχικό χρονοδιάγραμμα.
Πρόκειται για κίνηση με ισχυρό πολιτικό και οικονομικό συμβολισμό.
Μια χώρα που πριν από δεκαέξι χρόνια έχασε ουσιαστικά την πρόσβασή της στις αγορές χρησιμοποιεί σήμερα τα διαθέσιμά της για να αποπληρώνει πρόωρα τους πιστωτές της.
Η τρίτη ωφέλεια: Να μην εμφανιστεί «τείχος» πληρωμών
Υπάρχει όμως και ένας περισσότερο τεχνικός –και εξαιρετικά σημαντικός– λόγος πίσω από τη στρατηγική.
Η κυβέρνηση επιχειρεί να εξομαλύνει το προφίλ των μελλοντικών λήξεων και να περιορίσει τις συγκεντρωμένες χρηματοδοτικές ανάγκες της επόμενης δεκαετίας.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει ήδη επισημάνει ότι οι προηγούμενες πρόωρες αποπληρωμές μετέφεραν νωρίτερα περίπου 13,2 δισ. ευρώ αποσβέσεων, μειώνοντας τις ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες των επόμενων ετών. Παράλληλα, από το 2033 αρχίζει η αποπληρωμή αναβαλλόμενων τόκων του EFSF, ενώ οι αποπληρωμές των δανείων του ESM αρχίζουν από το 2034.
Αυτό ακριβώς θέλει να προλάβει η Αθήνα: να φτάσει στη δεκαετία του 2030 με όσο το δυνατόν μικρότερη συσσώρευση υποχρεώσεων και με μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων στις αγορές.
Από το «είμαστε βιώσιμοι» στο «δεν είμαστε πια ειδική περίπτωση»
Εδώ βρίσκεται τελικά το πολιτικό μήνυμα της στρατηγικής.
Η Ελλάδα δεν επιδιώκει απλώς να αποδείξει ότι μπορεί να εξυπηρετεί το χρέος της. Αυτό έχει ήδη σε μεγάλο βαθμό επιτευχθεί.
Το επόμενο βήμα είναι δυσκολότερο: να πάψει το ελληνικό χρέος να αντιμετωπίζεται από τις αγορές ως μια ιδιαίτερη ευρωπαϊκή περίπτωση που εξακολουθεί να κουβαλά το αποτύπωμα της κρίσης της προηγούμενης δεκαετίας.
Οι πρόωρες αποπληρωμές, η διατήρηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας, η αναβάθμιση της πιστοληπτικής εικόνας και η σταδιακή μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ αποτελούν κομμάτια της ίδιας στρατηγικής.
Και το πραγματικό κέρδος μπορεί να αποδειχθεί πολύ μεγαλύτερο από τους τόκους που εξοικονομούνται σήμερα.
Γιατί εάν η Ελλάδα καταφέρει να μειώσει μόνιμα το risk premium που πληρώνει, τότε το όφελος θα επαναλαμβάνεται σε κάθε νέα έκδοση ομολόγου, σε κάθε αναχρηματοδότηση και –έμμεσα– σε ολόκληρη την ελληνική οικονομία.
Πηγή: pagenews.gr
