Η Θεσσαλονίκη υπήρξε πολλές φορές στην ελληνική πολιτική σκηνή ο τόπος των μεγάλων υποσχέσεων. Και για τον Αλέξη Τσίπρα έχει ακόμη μεγαλύτερο συμβολικό βάρος.
Τώρα επιστρέφει στην πόλη με νέα πολιτική ταυτότητα, ως επικεφαλής της ΕΛ.Α.Σ., και με ένα οικονομικό πρόγραμμα που επιχειρεί να απαντήσει εκ των προτέρων στην πιο δύσκολη ερώτηση που συνοδεύει κάθε προεκλογική εξαγγελία: πόσο κοστίζει και ποιος πληρώνει τον λογαριασμό;
Το Εθνικό Σχέδιο Ανασυγκρότησης που παρουσιάζει σήμερα στο Porto Palace αφορά την περίοδο 2027-2030 και προβλέπει μέτρα συνολικού μικτού κόστους 7,39 δισ. ευρώ.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν δημοσιοποιήσει οι συνεργάτες του, προβλέπονται μόνιμα νέα έσοδα 1,92 δισ. ευρώ, καθαρή δημοσιονομική δαπάνη 5,47 δισ. και διαθέσιμος δημοσιονομικός χώρος 5,60 δισ. ευρώ.
Στα χαρτιά, λοιπόν, ο λογαριασμός «κλείνει».
Πολιτικά, όμως, υπάρχει ένας πολύ δυσκολότερος λογαριασμός: η αξιοπιστία.
7,39 δισ. και μια προσπάθεια να μην επαναληφθεί το παρελθόν
Το νέο επιτελείο Τσίπρα φαίνεται να γνωρίζει πολύ καλά ποια θα είναι η πρώτη επίθεση που θα δεχθεί.
Γι’ αυτό και η έννοια της κοστολόγησης βρίσκεται στον πυρήνα της παρουσίασης.
«Ξέρουμε τι υποσχόμαστε και από πού πληρώνεται», είναι η γραμμή που μεταφέρουν συνεργάτες του πρώην πρωθυπουργού.
Το αριθμητικό μοντέλο που παρουσιάζεται είναι συγκεκριμένο:
- Μικτό κόστος μέτρων 2027-2030: €7,39 δισ.
- Μόνιμα νέα έσοδα: €1,92 δισ.
- Καθαρή δημοσιονομική δαπάνη: €5,47 δισ.
- Διαθέσιμος δημοσιονομικός χώρος: €5,60 δισ.
Σύμφωνα με την πλευρά Τσίπρα, το σχέδιο όχι μόνο ισοσκελίζεται αλλά αφήνει και ένα μικρό περιθώριο ασφαλείας.
Αυτό όμως είναι η αρχή της συζήτησης, όχι το τέλος της.
Διότι η πραγματική αξιολόγηση θα εξαρτηθεί από τις παραδοχές πάνω στις οποίες υπολογίζονται ο δημοσιονομικός χώρος, η ανάπτυξη και τα νέα έσοδα, αλλά και από το ποιοι τελικά θα κληθούν να χρηματοδοτήσουν την ανακατανομή.
Η «Πατριωτική Εισφορά» αλλάζει τη φορολογική εξίσωση
Εδώ βρίσκεται ίσως το πιο πολιτικά ευαίσθητο κομμάτι του σχεδίου.
Ο Τσίπρας προτείνει ανακατανομή των φορολογικών βαρών, με ελαφρύνσεις για μισθωτούς και ελεύθερους επαγγελματίες και παράλληλα τη θέσπιση μιας νέας «Πατριωτικής Εισφοράς».
Οι πλήρεις λεπτομέρειες —ποιοι θα την πληρώνουν, από ποιο εισοδηματικό ή περιουσιακό επίπεδο και με ποιους συντελεστές— αναμένονται στην παρουσίαση του προγράμματος.
Υπάρχει όμως μια κρίσιμη λεπτομέρεια.
Σύμφωνα με τους συνεργάτες του Τσίπρα, τα αναμενόμενα έσοδα από την «Πατριωτική Εισφορά» δεν έχουν συνυπολογιστεί στα 1,92 δισ. ευρώ μόνιμων νέων εσόδων του βασικού δημοσιονομικού σχεδίου.
Αυτό επιτρέπει στην ΕΛ.Α.Σ. να υποστηρίζει ότι διαθέτει πρόσθετο δυνητικό δημοσιονομικό περιθώριο.
Ταυτόχρονα, όμως, δημιουργεί και το πρώτο μεγάλο πολιτικό ερώτημα:
ποιος ακριβώς θεωρείται αρκετά εύπορος ώστε να κληθεί να πληρώσει περισσότερο;
Επιστροφή στη μεσαία τάξη
Και κάπου εδώ εμφανίζεται ο μεγάλος πολιτικός συμβολισμός.
Ο Αλέξης Τσίπρας επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη έχοντας αυτή τη φορά τη μεσαία τάξη στο επίκεντρο της οικονομικής του πρότασης.
Μισθωτοί, ελεύθεροι επαγγελματίες και παραγωγικά στρώματα βρίσκονται στο ακροατήριο που θέλει να προσεγγίσει.
Για τον ίδιο, όμως, πρόκειται για πολιτικό πεδίο φορτισμένο από τη διακυβέρνηση 2015-2019.
Η μεγάλη φορολογική επιβάρυνση που καταγράφηκε εκείνη την περίοδο, ιδιαίτερα σε ελεύθερους επαγγελματίες και μεσαία εισοδήματα, αποτέλεσε ένα από τα σοβαρότερα πολιτικά προβλήματα της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ.
Ο ίδιος ο Τσίπρας είχε αναγνωρίσει μετά την εκλογική ήττα του 2019 ότι η μεσαία τάξη είχε επιβαρυνθεί δυσανάλογα.
Γι’ αυτό σήμερα δεν αρκεί να πει ότι επιστρέφει για να την ελαφρύνει.
Πρέπει να την πείσει.
Από Θεσσαλονίκη… έχουν γνώση οι φύλακες
Η επιλογή της Θεσσαλονίκης κάνει αναπόφευκτη τη σύγκριση με το πολιτικό παρελθόν του Τσίπρα.
Όχι επειδή τα σημερινά μέτρα είναι ίδια με εκείνα του 2014 — δεν είναι.
Αλλά επειδή το Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης παραμένει μια από τις πιο αναγνωρίσιμες πολιτικές αναφορές της πρώτης περιόδου Τσίπρα.
Τότε οι υποσχέσεις δοκιμάστηκαν βίαια από τη δημοσιονομική πραγματικότητα, τη σύγκρουση με τους πιστωτές και τελικά το τρίτο μνημόνιο.
Δώδεκα χρόνια αργότερα, ο Τσίπρας επιστρέφει στην ίδια πόλη επιχειρώντας ουσιαστικά να πει ότι αυτή τη φορά το μάθημα έχει εμπεδωθεί.
Η έμφαση στην κοστολόγηση δεν είναι τυχαία.
Είναι η προσπάθεια να χτιστεί από την αρχή η απάντηση στην κατηγορία που γνωρίζει ότι θα ακολουθήσει κάθε εξαγγελία του.
Ο νέος κανόνας: «Πείτε μας ποιος πληρώνει»
Η φιλοσοφία του σχεδίου συμπυκνώνεται σε έναν δημοσιονομικό κανόνα:
«Καμία μόνιμη παροχή χωρίς μόνιμη πηγή χρηματοδότησης και καμία μόνιμη δαπάνη με έκτακτο έσοδο».
Παράλληλα, η πλευρά Τσίπρα υποστηρίζει ότι κάθε μέτρο θα εφαρμόζεται σταδιακά, θα αξιολογείται πριν επεκταθεί και θα επανεξετάζεται σε ετήσια βάση.
«Δημοσιονομική αξιοπιστία δεν σημαίνει κοινωνική ακινησία», είναι ένα ακόμη μήνυμα που μεταφέρουν οι συνεργάτες του.
Και συμπληρώνουν:
«Λέμε από πριν τι χωράει, πότε χωράει και ποιος το πληρώνει».
Αυτή ίσως είναι και η μεγαλύτερη διαφοροποίηση που επιχειρεί να προβάλει ο σημερινός Τσίπρας έναντι της πρώτης πολιτικής περιόδου του.
Το Εθνικό Ταμείο Σύγκλισης για την εποχή μετά το RRF
Δεύτερος μεγάλος πυλώνας είναι το Εθνικό Ταμείο Σύγκλισης, το οποίο προτείνεται ως εργαλείο χρηματοδότησης της παραγωγικής ανασυγκρότησης μετά την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης.
Η ΕΛ.Α.Σ. παρουσιάζει το νέο Ταμείο ως μηχανισμό χρηματοδότησης επενδύσεων και παραγωγικού μετασχηματισμού, ενώ ασκεί ταυτόχρονα σκληρή κριτική στην κυβέρνηση Μητσοτάκη για τον τρόπο αξιοποίησης του RRF.
Στους υπολογισμούς του νέου Ταμείου, σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχουν δημοσιοποιηθεί, δεν εντάσσονται ακόμη μη προσδιορισμένοι ευρωπαϊκοί πόροι.
Και εδώ όμως θα χρειαστούν περισσότερες λεπτομέρειες.
Ένα Ταμείο δεν δημιουργεί από μόνο του χρήματα. Η πραγματική του ισχύς θα κριθεί από την προέλευση των κεφαλαίων, τη μόχλευση ιδιωτικών επενδύσεων, τους κανόνες χρηματοδότησης και τη δυνατότητα να παράγει μετρήσιμη αύξηση παραγωγικότητας.
«Παράγουμε περισσότερο, μοιράζουμε δικαιότερα, ζούμε καλύτερα»
Το νέο πολιτικό αφήγημα του Τσίπρα συμπυκνώνεται σε τρεις φράσεις:
«Παράγουμε περισσότερο. Μοιράζουμε δικαιότερα. Ζούμε καλύτερα».
Η επιλογή των λέξεων δείχνει και την αλλαγή που επιχειρεί.
Δεν θέλει να επιστρέψει μόνο με μια ατζέντα αναδιανομής. Θέλει να συνδέσει την κοινωνική πολιτική με την παραγωγή, τις επενδύσεις, την αποκέντρωση και τη δημοσιονομική αξιοπιστία.
Είναι, ουσιαστικά, η προσπάθεια οικοδόμησης ενός νέου οικονομικού προφίλ για τον ίδιο.
Η νέα Θεσσαλονίκη και το παλιό ερώτημα
Το πρόγραμμα των 7,39 δισ. ευρώ είναι σαφώς περισσότερο αριθμητικά δομημένο από μια απλή λίστα παροχών.
Αυτό είναι ένα δεδομένο.
Όπως δεδομένο είναι ότι η τελική αξιολόγησή του δεν μπορεί να γίνει πριν αποκαλυφθούν όλες οι λεπτομέρειες της «Πατριωτικής Εισφοράς», των φορολογικών αλλαγών, του Ταμείου Σύγκλισης και των μακροοικονομικών παραδοχών πάνω στις οποίες στηρίζονται οι προβλέψεις.
Αλλά για τον Αλέξη Τσίπρα υπάρχει κάτι ακόμη μεγαλύτερο από τον λογαριασμό των 7,39 δισ.
Η νέα Θεσσαλονίκη πρέπει να πείσει ότι δεν είναι η παλιά Θεσσαλονίκη με καινούργια συσκευασία.
Ο πρώην πρωθυπουργός επιστρέφει ζητώντας ουσιαστικά από τους πολίτες να αξιολογήσουν όχι μόνο το πρόγραμμα, αλλά και τη δική του πολιτική μεταμόρφωση.
Και ειδικά από τη μεσαία τάξη ζητά κάτι ακόμη δυσκολότερο: μια δεύτερη ακρόαση.
Τα νούμερα μπορεί να βγαίνουν στο χαρτί. Το αν θα βγει πολιτικά η εξίσωση, θα κριθεί από το αν ο Τσίπρας καταφέρει αυτή τη φορά να κάνει τη Θεσσαλονίκη τόπο αξιοπιστίας και όχι τόπο υποσχέσεων.
Πηγή: pagenews.gr
