: «Πατριωτική εισφορά: Ποιος θα πληρώσει τα €2 δισ.; Τρεις απαντήσεις από την ΕΛ.Α.Σ. σε 24 ώρες», «Το 1% του Τσίπρα μπλέκει στα… ποσοστά: Μόνιμος ή εφάπαξ φόρος και από πού βγαίνουν τα €2 δισ.», «Τα €2 δισ. του Τσίπρα περνούν από μια παγκόσμια βάση – Τι είναι πραγματικά και τι δεν μπορεί να κάνει».
Μια από τις πιο εμβληματικές οικονομικές εξαγγελίες του Αλέξη Τσίπρα εξελίσσεται ήδη σε μία από τις πιο δύσκολες ασκήσεις εξειδίκευσης για την Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη.
Η λεγόμενη «πατριωτική εισφορά» στο οικονομικά ισχυρότερο 1% της χώρας παρουσιάστηκε ως καθαρή πολιτική τομή: φόρος 1% στην καθαρή περιουσία των πλουσιότερων Ελλήνων, με στόχο μεγαλύτερη αναδιανομή και κοινωνική δικαιοσύνη.
Στην επίσημη ομιλία του Αλέξη Τσίπρα η διατύπωση ήταν σαφής:
«Ένα ευρώ τον χρόνο για κάθε εκατό ευρώ καθαρής περιουσίας, σε αντικατάσταση των άλλων γενικών επιβαρύνσεων πάνω στην ίδια περιουσία».
Και όμως, μέσα σε λίγες ώρες, η εξειδίκευση άνοιξε περισσότερα ερωτήματα από όσα έκλεισε.
Πρώτη ασάφεια: Μόνιμη ή εφάπαξ;
Ο αναπληρωτής εκπρόσωπος Τύπου της ΕΛ.Α.Σ. Νίκος Νυφούδης, μιλώντας στο ΕΡΤNEWS, παρουσίασε την εισφορά ως εφάπαξ μέτρο, υποστηρίζοντας ότι από αυτή θα μπορούσαν να αντληθούν περί τα €2 δισ.
Λίγο αργότερα, όμως, η εκπρόσωπος Τύπου Θεώνη Κουφονικολάκου έδωσε διαφορετική εικόνα στον ΣΚΑΪ, λέγοντας ότι πρόκειται για μόνιμο μέτρο που θα αφορά το ανώτερο 1% της κοινωνίας.
Το επίσημο υλικό της ΕΛ.Α.Σ. είναι πιο κοντά στη δεύτερη εκδοχή.
Η πρόταση που έχει δημοσιοποιηθεί προβλέπει μόνιμη εισφορά 1% επί της καθαρής περιουσίας του πλουσιότερου 1%, με εκτιμώμενα έσοδα περίπου €2,02 δισ. ανά έτος.
Άρα το πρώτο πολιτικό πρόβλημα είναι ήδη εμφανές:
ένα από τα κεντρικά στελέχη της παράταξης μιλά για εφάπαξ φόρο, ενώ το επίσημο σχέδιο περιγράφει ετήσια και μόνιμη επιβάρυνση.
Δεύτερη ασάφεια: Πλούτος ή εισόδημα;
Υπάρχει και δεύτερη κρίσιμη λεπτομέρεια.
Η επίσημη πρόταση αφορά καθαρή περιουσία, δηλαδή το σύνολο της οικονομικής θέσης ενός φυσικού προσώπου μετά την αφαίρεση υποχρεώσεων.
Η Κουφονικολάκου, όμως, σε μέρος της δημόσιας τοποθέτησής της αναφέρθηκε στο «1% των υψηλότερων εισοδημάτων».
Αυτά τα δύο δεν είναι το ίδιο.
Κάποιος μπορεί να έχει πολύ υψηλή περιουσία αλλά χαμηλό ετήσιο φορολογητέο εισόδημα. Ή το αντίστροφο.
Η διάκριση έχει τεράστια σημασία, γιατί καθορίζει όχι μόνο ποιοι θα πληρώσουν αλλά και πόσο μεγάλη μπορεί πράγματι να είναι η φορολογική βάση.
Η «Παγκόσμια Βάση Δεδομένων» υπάρχει – αλλά δεν είναι περιουσιολόγιο
Ο Νίκος Νυφούδης αναφέρθηκε επίσης σε μια «Παγκόσμια Βάση Δεδομένων» που καταγράφει τον πλούτο και τις ανισότητες και από την οποία, όπως είπε, προκύπτει ότι το πλουσιότερο 1% των Ελλήνων διαθέτει περίπου €200 δισ. σε περιουσία.
Υπάρχει πράγματι ένας σοβαρός διεθνής φορέας με αυτό ακριβώς το αντικείμενο: η World Inequality Database – WID.world, μια από τις βασικές διεθνείς βάσεις για την κατανομή εισοδήματος και πλούτου.
Τα δεδομένα της WID δείχνουν ότι το πλουσιότερο 1% στην Ελλάδα κατέχει περίπου το ένα τέταρτο του συνολικού καθαρού προσωπικού πλούτου, ενώ νεότερες σειρές της βάσης αποτυπώνουν παρόμοια μεγάλη συγκέντρωση.
Το κρίσιμο όμως είναι άλλο.
Η WID δεν είναι φορολογικό μητρώο φυσικών προσώπων.
Παράγει εκτιμήσεις για το πώς κατανέμεται ο πλούτος στον πληθυσμό, χρησιμοποιώντας φορολογικά δεδομένα, εθνικούς λογαριασμούς, έρευνες και μοντέλα. Σε αρκετές χώρες ή έτη, μάλιστα, οι πιο πρόσφατες τιμές προκύπτουν και από εκτιμήσεις ή extrapolation.
Αυτό σημαίνει ότι μια τέτοια βάση μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να πει κάποιος:
«περίπου τόσος πλούτος βρίσκεται στο ανώτερο 1%».
Δεν μπορεί όμως από μόνη της να πει στην ΑΑΔΕ:
ο Α πολίτης έχει τόση καθαρή περιουσία, ο Β τόση και ο Γ πρέπει να πληρώσει συγκεκριμένο ποσό φόρου.
Και εδώ εμφανίζεται το πραγματικό πρόβλημα: Το περιουσιολόγιο
Γι’ αυτό η ίδια η ΕΛ.Α.Σ. συνδέει την πρόταση με τη δημιουργία ολοκληρωμένου περιουσιολογίου.
Η εξειδίκευση που έχει δοθεί προβλέπει περίοδο 12 έως 18 μηνών για ολοκλήρωση του περιουσιολογίου, διασύνδεση στοιχείων και συγκρότηση ειδικού μηχανισμού είσπραξης στην ΑΑΔΕ.
Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο σημείο ολόκληρης της πρότασης.
Διότι η εφαρμογή ενός πραγματικού φόρου καθαρής περιουσίας απαιτεί αποτίμηση ενός πολύ μεγαλύτερου φάσματος στοιχείων από ένα απλό εισόδημα:
ακίνητα, μετοχές, ομόλογα, καταθέσεις, συμμετοχές σε εταιρείες, μη εισηγμένες επιχειρήσεις, περιουσιακά στοιχεία στο εξωτερικό και ταυτόχρονα αφαίρεση των σχετικών χρεών.
Και σε αρκετές από αυτές τις κατηγορίες η αποτίμηση μόνο απλή υπόθεση δεν είναι.
Τα €200 δισ. και η αριθμητική του 1%
Εδώ βρίσκεται και η πιο εύκολη αριθμητική.
Εάν η καθαρή περιουσία του ανώτερου 1% αποτιμηθεί πράγματι περίπου στα €200 δισ., τότε το 1% αντιστοιχεί θεωρητικά σε περίπου €2 δισ..
Αυτό εξηγεί από πού προκύπτει η πολιτική εξαγγελία.
Το ερώτημα, όμως, δεν είναι αν ο πολλαπλασιασμός είναι σωστός.
Είναι αν τα €200 δισ. αποτελούν πραγματική φορολογήσιμη βάση.
Για παράδειγμα, το επίσημο σχέδιο μιλά για αντικατάσταση άλλων γενικών επιβαρύνσεων πάνω στην ίδια περιουσία. Άρα τα €2 δισ. δεν πρέπει αυτομάτως να αντιμετωπίζονται ως ισόποσο καθαρό πρόσθετο έσοδο χωρίς να αφαιρεθούν τυχόν φόροι που καταργούνται ή συμψηφίζονται.
Επιπλέον, άλλο η στατιστική αξία του πλούτου και άλλο η περιουσία που μπορεί να εντοπιστεί, να αποτιμηθεί με φορολογικούς κανόνες και τελικά να εισπραχθεί.
Οι θυρίδες έδειξαν το επικοινωνιακό πρόβλημα
Η συζήτηση περιπλέχθηκε ακόμη περισσότερο όταν ο αναπληρωτής τομεάρχης Οικονομικών Γιώργος Παππάς αναφέρθηκε αρχικά σε περιουσιακά στοιχεία όπως κοσμήματα που μπορεί να βρίσκονται σε σπίτια ή τραπεζικές θυρίδες.
Λίγες ώρες αργότερα διευκρίνισε ότι η εισφορά δεν θα βασιστεί σε κοσμήματα, αλλά σε υψηλή κινητή και ακίνητη περιουσία.
Η διόρθωση έχει σημασία.
Διότι αποκάλυψε ακριβώς το τεχνικό πρόβλημα που κρύβεται πίσω από μια πολιτικά εύληπτη φράση όπως «φορολογούμε το πλουσιότερο 1%».
Τι ακριβώς συνιστά πλούτο και ποιος τον αποτιμά;
Το ακόμη μεγαλύτερο ερώτημα: Είναι €2 δισ. έξτρα ή όχι;
Η Κουφονικολάκου επέμεινε επίσης ότι η πατριωτική εισφορά είναι «έξτρα» και δεν έχει συνυπολογιστεί στον δημοσιονομικό χώρο πάνω στον οποίο έχει χτιστεί το βασικό πρόγραμμα της ΕΛ.Α.Σ
Αυτό είναι πολιτικά σημαντικό.
Η ΕΛ.Α.Σ. υποστηρίζει ότι το βασικό πρόγραμμα χρηματοδοτείται από τον υπάρχοντα δημοσιονομικό χώρο και ότι τα δυνητικά έσοδα της νέας εισφοράς αποτελούν πρόσθετο εργαλείο.
Άρα η συζήτηση δεν αφορά μόνο το πώς χρηματοδοτείται το πρόγραμμα Τσίπρα.
Αφορά και το τι σχεδιάζει να κάνει η παράταξη με αυτά τα επιπλέον €2 δισ. εάν πράγματι εισπραχθούν.
Η κυβέρνηση βρήκε το πιο εύκολο σημείο πίεσης
Δεν είναι τυχαίο ότι το Μέγαρο Μαξίμου έχει επιλέξει ακριβώς αυτή την εξαγγελία ως ένα από τα βασικά σημεία επίθεσης.
Όσο το μέτρο δεν αποκτά συγκεκριμένο κατώφλι περιουσίας, σαφή ορισμό της φορολογητέας βάσης και ενιαία απάντηση για τη διάρκειά του, η κυβέρνηση μπορεί εύκολα να παρουσιάζει την πρόταση ως θολή ή μη κοστολογημένη.
Από την άλλη πλευρά, δεν είναι ακριβές να παρουσιάζεται η ιδέα ως κάτι που στερείται εντελώς διεθνούς στατιστικής βάσης.
Η διεθνής βιβλιογραφία και η WID πράγματι καταγράφουν μεγάλη συγκέντρωση πλούτου στην κορυφή της ελληνικής κατανομής.
Η πραγματική πολιτική και τεχνική συζήτηση είναι διαφορετική:
μπορεί μια στατιστική εκτίμηση ανισότητας να μετατραπεί σε αποτελεσματικό, νομικά ασφαλή και εισπράξιμο εθνικό φόρο πλούτου;
Από ένα σύνθημα σε μια δύσκολη φορολογική μεταρρύθμιση
Κάπου εδώ τελειώνει το εύκολο μέρος της «πατριωτικής εισφοράς».
Το «1% στο πλουσιότερο 1%» είναι ισχυρό πολιτικό μήνυμα.
Η εφαρμογή του όμως προϋποθέτει απαντήσεις που σήμερα δεν έχουν ακόμη δοθεί πλήρως:
ποιο ακριβώς είναι το κατώφλι για να ανήκει κάποιος στο 1%, ποια περιουσιακά στοιχεία θα υπολογίζονται, πώς αποτιμώνται οι μη εισηγμένες εταιρείες, τι γίνεται με περιουσία στο εξωτερικό, ποιοι υφιστάμενοι φόροι συμψηφίζονται και —κυρίως— αν η εισφορά είναι εφάπαξ ή μόνιμη.
Και όσο διαφορετικά στελέχη της ΕΛ.Α.Σ. δίνουν διαφορετικές απαντήσεις στο τελευταίο αυτό ερώτημα, το πρόβλημα παύει να είναι απλώς φοροτεχνικό.
Γίνεται πολιτικό.
Γιατί η πραγματική δοκιμασία για μια πρόταση που θέλει να εμφανιστεί ως εναλλακτικό κυβερνητικό σχέδιο δεν είναι αν διαθέτει ένα δυνατό σύνθημα.
Είναι αν μπορεί να απαντήσει με μία φωνή στην απλούστερη ερώτηση:
ποιος πληρώνει, πόσο πληρώνει, για πόσο καιρό και με ποια στοιχεία;
Πηγή: pagenews.gr
