Ο Αλέξης Τσίπρας επέλεξε τη φορολόγηση του μεγάλου πλούτου για να χαράξει μία από τις καθαρότερες διαχωριστικές γραμμές της οικονομικής του πρότασης.
Η λογική είναι πολιτικά εύληπτη: μεγαλύτερη συμμετοχή των οικονομικά ισχυρότερων στη χρηματοδότηση κοινωνικών πολιτικών και ελαφρύνσεων για χαμηλότερα και μεσαία εισοδήματα. Η δυσκολία αρχίζει εκεί όπου τελειώνει το σύνθημα και ξεκινά η εφαρμογή.
Γιατί ένας φόρος στην καθαρή περιουσία δεν είναι απλώς ένας ακόμη φορολογικός συντελεστής.
Χρειάζεται να απαντήσει σε πολύ δυσκολότερα ερωτήματα:
- Ποιο ακριβώς είναι το όριο ένταξης στο πλουσιότερο 1%;
- Ποια περιουσιακά στοιχεία θα υπολογίζονται;
- Με ποια αξία θα αποτιμώνται οι μη εισηγμένες επιχειρήσεις;
- Πώς θα αντιμετωπίζονται συμμετοχές μέσω holding και άλλων εταιρικών σχημάτων;
- Θα αφαιρείται ο δανεισμός από την αξία των περιουσιακών στοιχείων;
- Πώς θα αποφεύγεται η διπλή φορολόγηση κεφαλαίου που ήδη φορολογείται με άλλους τρόπους;
Χωρίς απαντήσεις σε αυτά, η πολιτικά ισχυρή εξαγγελία κινδυνεύει να συναντήσει ένα εξαιρετικά δύσκολο πρόβλημα φορολογικής μηχανικής.
Και η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι ακριβώς εκεί κρίνονται οι φόροι πλούτου.
Το μεγάλο πρόβλημα δεν είναι το 1% – Είναι τι ακριβώς θα φορολογηθεί
Η συζήτηση για έναν φόρο 1% δημιουργεί εκ πρώτης όψεως την εικόνα ενός απλού μηχανισμού.
Κάποιος έχει καθαρή περιουσία 10 εκατ. ευρώ; Επιβάλλεται ο αντίστοιχος φόρος.
Στην πραγματικότητα, τα πράγματα είναι πολύ πιο σύνθετα.
Ο μεγάλος ιδιωτικός πλούτος δεν βρίσκεται απαραίτητα σε τραπεζικούς λογαριασμούς. Μπορεί να βρίσκεται σε:
- εισηγμένες και μη εισηγμένες μετοχές,
- εταιρικές συμμετοχές,
- ακίνητα,
- ομόλογα και επενδυτικά προϊόντα,
- επιχειρήσεις,
- επενδυτικά funds,
- περιουσιακά στοιχεία στο εξωτερικό,
- συμμετοχές μέσω πολυεπίπεδων εταιρικών δομών.
Ακόμη και ο ορισμός της «καθαρής περιουσίας» απαιτεί συνεπώς ένα ολοκληρωμένο σύστημα αποτίμησης.
Και εκεί ακριβώς βρίσκεται η πρώτη μεγάλη δοκιμασία της πρότασης Τσίπρα.
Η Ευρώπη δοκίμασε τους φόρους πλούτου – Οι περισσότερες χώρες τους εγκατέλειψαν
Η διεθνής εικόνα είναι πολύ πιο σύνθετη από τη συζήτηση που γίνεται στην Ελλάδα.
Το 1990, 12 χώρες του ΟΟΣΑ επέβαλλαν φόρο καθαρής περιουσίας σε φυσικά πρόσωπα. Μέχρι το 2017 είχαν απομείνει μόλις τέσσερις. Ο ΟΟΣΑ καταγράφει μεταξύ των χωρών που εγκατέλειψαν τέτοιους φόρους την Αυστρία, τη Δανία, τη Γερμανία, την Ολλανδία, τη Φινλανδία, το Λουξεμβούργο και τη Σουηδία.
Σήμερα, στην ευρωπαϊκή ζώνη που εξετάζει η Tax Foundation, ολοκληρωμένο φόρο καθαρής περιουσίας διατηρούν η Ισπανία, η Νορβηγία και η Ελβετία, ενώ χώρες όπως η Γαλλία, η Ιταλία, το Βέλγιο και η Ολλανδία φορολογούν επιλεγμένες κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων αντί για το σύνολο της καθαρής περιουσίας.
Αυτό δεν αποδεικνύει ότι ένας φόρος πλούτου είναι εξ ορισμού λανθασμένος.
Αποδεικνύει όμως ότι είναι πολύ δυσκολότερος στην εφαρμογή απ’ όσο υποδηλώνει ένας πολιτικός συντελεστής 1%.
Τι λέει πραγματικά ο ΟΟΣΑ
Η θέση του ΟΟΣΑ έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, επειδή δεν απορρίπτει την ανάγκη αντιμετώπισης της μεγάλης συγκέντρωσης πλούτου.
Αντίθετα, επισημαίνει ότι η ανισότητα πλούτου είναι πολύ μεγαλύτερη από την εισοδηματική ανισότητα και ότι η συσσώρευση περιουσίας έχει αυτοτροφοδοτούμενα χαρακτηριστικά.
Όμως η ίδια μελέτη καταλήγει ότι υπάρχουν περιορισμένα επιχειρήματα υπέρ ενός επαναλαμβανόμενου φόρου καθαρής περιουσίας όταν ήδη λειτουργούν ευρείς φόροι εισοδήματος κεφαλαίου και σωστά σχεδιασμένοι φόροι κληρονομιών και δωρεών.
Γιατί;
Επειδή ένας φόρος περιουσίας μπορεί να επιβάλλεται ανεξάρτητα από το πραγματικό εισόδημα που παράγει το περιουσιακό στοιχείο.
Κάποιος μπορεί να διαθέτει περιουσία μεγάλης λογιστικής αξίας χωρίς αντίστοιχη ρευστότητα.
Αυτό είναι και το κλασικό πρόβλημα ενός επιχειρηματία του οποίου η αξία της εταιρείας αυξάνεται θεαματικά χωρίς ο ίδιος να έχει πουλήσει ούτε μία μετοχή.
Από τα 10 στα 100 εκατ. χωρίς να μπει ούτε ευρώ στον λογαριασμό
Εδώ βρίσκεται η διαφορά μεταξύ πλούτου, εισοδήματος και πραγματοποιημένης υπεραξίας.
Ας υποθέσουμε ότι ένας επιχειρηματίας κατέχει μετοχές που απέκτησε έναντι 10 εκατ. ευρώ.
Χρόνια αργότερα οι ίδιες μετοχές αξίζουν 100 εκατ. ευρώ.
Ο άνθρωπος αυτός είναι προφανώς πολύ πλουσιότερος. Έχει όμως 90 εκατ. ευρώ περισσότερο φορολογητέο εισόδημα;
Όχι κατ’ ανάγκην.
Εάν δεν πουλήσει τις μετοχές, η υπεραξία παραμένει μη πραγματοποιηθείσα.
Στην Ελλάδα, το εισόδημα από φορολογητέες μεταβιβάσεις κεφαλαίου φορολογείται γενικά με 15%, ενώ τα μερίσματα με 5%.
Ένας φόρος καθαρής περιουσίας επιχειρεί κάτι διαφορετικό: να φορολογήσει το ίδιο το απόθεμα πλούτου, όχι μόνο το εισόδημα ή το πραγματοποιημένο κέρδος που προκύπτει από αυτό.
Και αυτό απαιτεί να γνωρίζει το κράτος κάθε χρόνο πόσο πραγματικά αξίζει η περιουσία.
Η παγίδα του «Buy – Borrow – Die»
Υπάρχει όμως και ένα δεύτερο, ευρύτερο ζήτημα που έχει βρεθεί στο επίκεντρο της διεθνούς συζήτησης για τη φορολόγηση των υπερπλουσίων.
Είναι η στρατηγική που στις ΗΠΑ έχει γίνει γνωστή ως «Buy – Borrow – Die».
Η βασική λογική είναι απλή.
Ο ιδιοκτήτης ενός περιουσιακού στοιχείου που αυξάνεται θεαματικά σε αξία δεν χρειάζεται απαραιτήτως να το πουλήσει για να χρηματοδοτήσει τις ανάγκες του.
Μπορεί να χρησιμοποιήσει το asset ως εγγύηση και να δανειστεί.
Το δάνειο δεν αποτελεί εισόδημα, επειδή συνοδεύεται από υποχρέωση αποπληρωμής.
Έτσι, αντί να ρευστοποιήσει ένα asset, να πραγματοποιήσει κεφαλαιακό κέρδος και να ενεργοποιήσει τη σχετική φορολογία, μπορεί να αποκτήσει ρευστότητα μέσω δανεισμού.
Το αμερικανικό σκέλος του «Die» αφορά στη συνέχεια τον ιδιαίτερο κανόνα step-up in basis στις κληρονομιές. Πρόκειται όμως για χαρακτηριστικό του αμερικανικού φορολογικού συστήματος και δεν πρέπει να μεταφέρεται αυτούσιο στην ελληνική πραγματικότητα.
Η ουσία για την ελληνική συζήτηση βρίσκεται αλλού: οι πολύ μεγάλες περιουσίες μπορούν να παράγουν οικονομική ισχύ χωρίς να μετατρέπονται κάθε χρόνο σε συμβατικό φορολογητέο εισόδημα.
Και τότε ο φόρος περιουσίας μοιάζει με λύση – αλλά εμφανίζεται το επόμενο πρόβλημα
Αυτό είναι και το ισχυρότερο επιχείρημα των υποστηρικτών ενός wealth tax.
Εφόσον ο μεγάλος πλούτος μπορεί να αυξάνεται χωρίς να δημιουργεί αντίστοιχο πραγματοποιημένο εισόδημα, ένας φόρος πάνω στο ίδιο το απόθεμα πλούτου μπορεί θεωρητικά να κλείσει μέρος του κενού.
Μόνο που τότε το κράτος πρέπει να αποτιμήσει σωστά τα assets.
Για μια εισηγμένη μετοχή αυτό είναι σχετικά εύκολο.
Για μια οικογενειακή επιχείρηση που δεν βρίσκεται στο χρηματιστήριο;
Για συμμετοχή σε holding;
Για έργο τέχνης;
Για επιχειρηματικό asset του οποίου η θεωρητική αποτίμηση είναι εκατομμύρια αλλά δεν υπάρχει αγοραστής;
Για περιουσία που βρίσκεται μέσα σε σύνθετες διεθνείς εταιρικές δομές;
Εκεί βρίσκεται ο πραγματικός φορολογικός πονοκέφαλος.
Η Ισπανία δείχνει ότι γίνεται – αλλά όχι τόσο απλά
Υπάρχει βεβαίως και η αντίθετη πλευρά.
Οι φόροι πλούτου δεν είναι ανεφάρμοστοι.
Η Ισπανία διαθέτει προοδευτικό φόρο καθαρής περιουσίας, με σημαντικές διαφοροποιήσεις ανά περιφέρεια, ενώ η Νορβηγία και η Ελβετία χρησιμοποιούν επίσης δικά τους μοντέλα.
Το κρίσιμο στοιχείο όμως είναι ο σχεδιασμός.
Υπάρχουν αφορολόγητα όρια, διαφορετικοί κανόνες αποτίμησης, εξαιρέσεις, ειδική μεταχείριση συγκεκριμένων assets και ρυθμίσεις για τη σχέση χρέους και περιουσίας.
Ο ΟΟΣΑ επισημαίνει μάλιστα ότι οι απαλλαγές και οι ευνοϊκές αποτιμήσεις μπορούν να μεταβάλλουν δραστικά τόσο τα έσοδα όσο και τη συμπεριφορά των φορολογουμένων.
Άρα η σοβαρή συζήτηση δεν μπορεί να σταματά στη φράση «1% στους πλούσιους».
Από εκεί πρέπει να αρχίζει.
Τα 6 ερωτήματα που πρέπει να απαντήσει ο Τσίπρας
Για να μετατραπεί η εξαγγελία από πολιτικό μήνυμα σε πραγματικό φορολογικό σχέδιο, χρειάζονται τουλάχιστον έξι συγκεκριμένες απαντήσεις:
- Ποιο είναι το όριο; Πόσα ευρώ καθαρής περιουσίας απαιτούνται για να θεωρείται κάποιος μέρος του 1%;
- Ποια assets περιλαμβάνονται; Ακίνητα, καταθέσεις, εισηγμένες μετοχές, ιδιωτικές εταιρείες, ομόλογα, συμμετοχές στο εξωτερικό;
- Πώς γίνεται η αποτίμηση; Ιδίως σε μη εισηγμένες επιχειρήσεις και περιουσιακά στοιχεία χωρίς καθημερινή τιμή αγοράς.
- Τι αφαιρείται; Θα αφαιρούνται όλα τα χρέη από τη φορολογητέα περιουσία ή μόνο συγκεκριμένες υποχρεώσεις;
- Ποιες θα είναι οι εξαιρέσεις; Θα προστατεύεται επιχειρηματικό κεφάλαιο που επανεπενδύεται; Τι θα συμβαίνει με την κύρια κατοικία;
- Πώς θα ελέγχεται η διεθνής περιουσία; Ποιοι μηχανισμοί διασταύρωσης θα εξασφαλίζουν ότι ο φόρος επιβάλλεται στην πραγματική και όχι μόνο στη δηλωμένη περιουσία;
Χωρίς αυτά τα στοιχεία, δεν μπορεί να υπολογιστεί με ασφάλεια ούτε η πραγματική φορολογική βάση ούτε το δημοσιονομικό αποτέλεσμα.
Το παράδοξο των μερισμάτων στην Ελλάδα
Η συζήτηση αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον όταν εξετάζεται ολόκληρη η φορολογία κεφαλαίου.
Σήμερα στην Ελλάδα τα μερίσματα φορολογούνται σε επίπεδο φυσικού προσώπου με 5%, σύμφωνα τόσο με το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών όσο και με την ΑΑΔΕ.
Αυτό σημαίνει ότι η συζήτηση για φορολογική δικαιοσύνη δεν εξαντλείται στον wealth tax.
Υπάρχει ένα πολύ μεγαλύτερο ερώτημα:
Ποιο πρέπει να είναι συνολικά το μείγμα φορολόγησης εργασίας, εισοδήματος κεφαλαίου, υπεραξιών, περιουσίας, δωρεών και κληρονομιών;
Εδώ βρίσκεται ίσως και το δυσκολότερο σημείο για την οικονομική πρόταση Τσίπρα.
Ένας φόρος 1% μπορεί να έχει ισχυρό συμβολισμό.
Δεν αποτελεί όμως από μόνος του ολοκληρωμένη πολιτική για τη φορολόγηση του μεγάλου πλούτου.
Η πολιτική δύναμη της πρότασης – και το τεχνικό της κενό
Πολιτικά, η επιλογή Τσίπρα είναι εύκολα αναγνώσιμη.
Θέλει να δημιουργήσει καθαρή αντίθεση με τη Νέα Δημοκρατία και να επαναφέρει την παραδοσιακή ατζέντα της αναδιανομής: μικρότερη επιβάρυνση στη μισθωτή εργασία και μεγαλύτερη συμμετοχή του μεγάλου πλούτου.
Αυτό μπορεί να αποδειχθεί εκλογικά ελκυστικό σε μια περίοδο κατά την οποία η ακρίβεια, το στεγαστικό και η πίεση στα πραγματικά εισοδήματα βρίσκονται ψηλά στην πολιτική ατζέντα.
Αλλά ακριβώς επειδή ο Τσίπρας παρουσιάζει πλέον την πρότασή του ως κυβερνητικό πρόγραμμα και όχι ως απλό σύνθημα αντιπολίτευσης, ο πήχης είναι υψηλότερος.
Δεν αρκεί να προσδιοριστεί ποιος πρέπει να πληρώσει.
Πρέπει να εξηγηθεί τι ακριβώς θα φορολογηθεί, πώς θα εντοπιστεί, πώς θα αποτιμηθεί και πόσα χρήματα μπορεί πράγματι να αποδώσει.
Αυτή είναι η απόσταση ανάμεσα σε μια πολιτικά δημοφιλή εξαγγελία και σε έναν εφαρμόσιμο φόρο.
Και μέχρι να παρουσιαστούν αυτοί οι μηχανισμοί, η «πατριωτική εισφορά» παραμένει περισσότερο πολιτική δήλωση κατεύθυνσης παρά ολοκληρωμένη φορολογική μεταρρύθμιση.
Πηγή: pagenews.gr
