Το κόστος ενός ταξιδιού στην Ευρώπη δεν περιορίζεται πλέον στο αεροπορικό εισιτήριο, στο ξενοδοχείο και στις καθημερινές δαπάνες. Σε πολλούς από τους δημοφιλέστερους προορισμούς, οι επισκέπτες καλούνται να προσθέσουν στον προϋπολογισμό τους και έναν τουριστικό φόρο, ο οποίος μπορεί να κυμαίνεται από μερικά ευρώ μέχρι σημαντικά μεγαλύτερα ποσά ανά διανυκτέρευση.
Πρόκειται για μία πρακτική με ιστορία σχεδόν δύο αιώνων στην Ευρώπη. Μία από τις πρώτες καταγεγραμμένες εφαρμογές εμφανίζεται στην Αυστρία το 1842, όταν επισκέπτες λουτροπόλεων και ιαματικών κέντρων άρχισαν να καταβάλλουν σχετικό τέλος. Σήμερα όμως ο φόρος αποκτά διαφορετικό βάρος, καθώς οι μεγάλες ευρωπαϊκές πόλεις αναζητούν πόρους για να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες του μαζικού τουρισμού.
Δεν υπάρχει ένας ενιαίος ευρωπαϊκός φόρος
Το βασικό χαρακτηριστικό του συστήματος είναι ότι δεν υπάρχει ένας κοινός κανόνας για ολόκληρη την Ευρώπη. Κάθε χώρα, περιφέρεια ή ακόμη και δήμος μπορεί να καθορίζει διαφορετικό τρόπο υπολογισμού.
Σε κάποιες πόλεις προβλέπεται συγκεκριμένο ποσό ανά επισκέπτη και διανυκτέρευση. Αλλού η χρέωση διαφοροποιείται ανάλογα με τα αστέρια του ξενοδοχείου, ενώ υπάρχουν περιπτώσεις όπου ο φόρος υπολογίζεται ως ποσοστό της συνολικής αξίας του δωματίου.
Αυτό σημαίνει ότι δύο ταξιδιώτες που πραγματοποιούν αντίστοιχο ταξίδι σε διαφορετικές ευρωπαϊκές πόλεις μπορούν να αντιμετωπίσουν εντελώς διαφορετικές επιβαρύνσεις.
Παρίσι: Μέχρι σχεδόν 16 ευρώ τη νύχτα
Στη γαλλική πρωτεύουσα, οι χρεώσεις διαφοροποιούνται σημαντικά ανάλογα με το κατάλυμα. Από την 1η Ιανουαρίου 2026, μαζί με τις πρόσθετες περιφερειακές και δημοτικές επιβαρύνσεις, ο ταξιδιώτης μπορεί να πληρώσει από περίπου 2,60 ευρώ ανά διανυκτέρευση έως 15,93 ευρώ σε πολυτελή ξενοδοχεία.
Για έναν επισκέπτη που μένει αρκετές ημέρες, επομένως, η συνολική επιβάρυνση δεν είναι αμελητέα και μπορεί να προσθέσει δεκάδες ευρώ στο τελικό κόστος των διακοπών.
Άμστερνταμ: Όσο ακριβότερο το ξενοδοχείο, τόσο μεγαλύτερος ο φόρος
Διαφορετικό μοντέλο έχει επιλέξει το Άμστερνταμ. Εκεί ο τουριστικός φόρος δεν υπολογίζεται ως σταθερό ποσό, αλλά αντιστοιχεί στο 12,5% της τιμής της διανυκτέρευσης χωρίς ΦΠΑ.
Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι οι επισκέπτες ακριβότερων ξενοδοχείων πληρώνουν και σημαντικά μεγαλύτερο φόρο. Πρόκειται για ένα σύστημα που συνδέει άμεσα την επιβάρυνση με το επίπεδο της δαπάνης του ταξιδιώτη.
Η Ρώμη εισπράττει εκατοντάδες εκατομμύρια
Η πραγματική οικονομική διάσταση του τουριστικού φόρου γίνεται περισσότερο εμφανής στην Ιταλία.
Στη Ρώμη, τα ξενοδοχεία ενός και δύο αστέρων επιβαρύνονται με 3 ευρώ ανά επισκέπτη και διανυκτέρευση, ενώ το ποσό αυξάνεται στα 6 ευρώ για τα τετράστερα και στα 7 ευρώ για τα ξενοδοχεία πέντε αστέρων.
Τα έσοδα είναι τεράστια. Μόνο το 2024 η Ρώμη συγκέντρωσε 222,4 εκατ. ευρώ από τον φόρο διαμονής. Το Μιλάνο ακολούθησε με 109,3 εκατ. ευρώ, η Φλωρεντία με 82,9 εκατ. ευρώ και η Βενετία με 38,9 εκατ. ευρώ.
Οι αριθμοί δείχνουν ότι ο τουριστικός φόρος έχει πάψει να αποτελεί μία μικρή συμπληρωματική χρέωση και έχει μετατραπεί σε πραγματικό δημοσιονομικό εργαλείο για τις μεγάλες τουριστικές πόλεις.
Βενετία: Πληρώνουν ακόμη και όσοι δεν διανυκτερεύουν
Η Βενετία έχει προχωρήσει ακόμη περισσότερο, επιχειρώντας να περιορίσει την πίεση από τους ημερήσιους επισκέπτες.
Σε συγκεκριμένες ημέρες μεγάλης τουριστικής κίνησης επιβάλλεται τέλος εισόδου σε όσους επισκέπτονται την πόλη χωρίς να διανυκτερεύουν. Για το 2026, η χρέωση διαμορφώνεται στα 5 ευρώ όταν η επίσκεψη έχει προγραμματιστεί εγκαίρως και μπορεί να φτάσει τα 10 ευρώ σε περίπτωση καθυστερημένης κράτησης.
Το μοντέλο της Βενετίας αποτυπώνει τη νέα φιλοσοφία που αρχίζει να αναπτύσσεται σε προορισμούς με ακραία τουριστική πίεση: δεν φορολογείται μόνο η διαμονή αλλά, υπό προϋποθέσεις, ακόμη και η ίδια η παρουσία του επισκέπτη.
Βαρκελώνη: Τουρισμός, φόρος και στεγαστική κρίση
Η Βαρκελώνη αποτελεί ίσως ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα σύνδεσης του τουριστικού φόρου με το πρόβλημα του υπερτουρισμού.
Από την 1η Απριλίου 2026 αυξήθηκαν οι χρεώσεις στην Καταλονία. Για ένα πεντάστερο ξενοδοχείο στην πόλη, η συνολική επιβάρυνση μπορεί να φτάσει τα 12 ευρώ ανά άτομο και διανυκτέρευση, ενώ διαφορετικά ποσά ισχύουν για τετράστερα ξενοδοχεία και τουριστικές κατοικίες.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η αξιοποίηση των εσόδων. Το 25% των συνολικών εσόδων από τον φόρο διαμονής στην Καταλονία κατευθύνεται σε πολιτικές στέγασης, ενώ το υπόλοιπο 75% εντάσσεται στο Ταμείο για την Προώθηση του Τουρισμού.
Τι ισχύει στην Ελλάδα
Στην Ελλάδα η αντίστοιχη επιβάρυνση έχει τη μορφή του «τέλους ανθεκτικότητας στην κλιματική κρίση».
Κατά την υψηλή τουριστική περίοδο, από τον Απρίλιο έως τον Οκτώβριο, το τέλος για τα ξενοδοχεία κυμαίνεται από 2 ευρώ ανά δωμάτιο για μονάδες ενός και δύο αστέρων έως 15 ευρώ για ξενοδοχεία πέντε αστέρων. Για τα ξενοδοχεία τριών αστέρων ανέρχεται στα 5 ευρώ και για τα τετράστερα στα 10 ευρώ. Τους χειμερινούς μήνες τα ποσά μειώνονται σημαντικά.
Η φιλοσοφία του ελληνικού συστήματος συνδέει τα έσοδα με την ανάγκη χρηματοδότησης δράσεων απέναντι στις επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης και της αυξανόμενης ανάγκης για ανθεκτικές υποδομές.
Το μεγάλο ερώτημα: Πού πηγαίνουν τα χρήματα;
Η βασική επιχειρηματολογία υπέρ των τουριστικών φόρων είναι ότι οι επισκέπτες επιβαρύνουν υπηρεσίες καθαριότητας, δημόσιες συγκοινωνίες, δρόμους, μνημεία και άλλες υποδομές, επομένως θα πρέπει να καλύπτουν ένα μέρος του κόστους.
Το κρίσιμο ζήτημα, όμως, είναι η διαφάνεια.
Όσο αυξάνονται οι χρεώσεις, τόσο μεγαλύτερη γίνεται και η απαίτηση των ταξιδιωτών να γνωρίζουν πού ακριβώς καταλήγουν τα χρήματά τους.
Τα έσοδα μπορούν να χρηματοδοτήσουν υποδομές, δημόσιες συγκοινωνίες, προστασία πολιτιστικών μνημείων, καθαριότητα, αντιμετώπιση του υπερτουρισμού και στεγαστικές πολιτικές. Όμως δεν ακολουθούν όλες οι ευρωπαϊκές πόλεις την ίδια πρακτική και σε αρκετές περιπτώσεις τα ποσά καταλήγουν στον ευρύτερο δημοτικό προϋπολογισμό.
Το βέβαιο είναι ότι ο τουριστικός φόρος εδραιώνεται πλέον ως μέρος του κόστους των ευρωπαϊκών ταξιδιών. Για τις πόλεις αποτελεί πηγή εκατομμυρίων ευρώ. Για τους ταξιδιώτες αποτελεί έναν ακόμη λογαριασμό. Και για την Ευρώπη ανοίγει μία μεγαλύτερη συζήτηση: ποιος πρέπει τελικά να πληρώνει το κόστος ώστε οι δημοφιλέστεροι προορισμοί να μπορούν να αντέξουν τον τεράστιο αριθμό επισκεπτών που υποδέχονται κάθε χρόνο;
Πηγή: Pagenews.gr
