Μάτα Χάρι

Τσίπρας–Μητσοτάκης: Το 1% στο ταμείο, τα €40 δισ. στο τραπέζι – Και η Ελλάδα του 68% της Ευρώπης

Τσίπρας–Μητσοτάκης: Το 1% στο ταμείο, τα €40 δισ. στο τραπέζι – Και η Ελλάδα του 68% της Ευρώπης
Η σημερινή συνέντευξη Τσίπρα στον ΣΚΑΪ ξεπέρασε την αντιπαράθεση για βενζίνη και επιδόματα και έβαλε στο τραπέζι τη μεγάλη οικονομική σύγκρουση προς τις εκλογές: ποιος πληρώνει την κρίση, μέχρι πού μπορεί να φτάσει η αναδιανομή και πόσο δημοσιονομικό χώρο διαθέτει πραγματικά η Ελλάδα. Τα ευρωπαϊκά στοιχεία δικαιώνουν μέρος της ανησυχίας για αγοραστική δύναμη και στέγη, αλλά η κυβέρνηση απαντά με ανάπτυξη, απασχόληση και δημοσιονομική πειθαρχία. Και στη μέση βρίσκεται πλέον ένα κρίσιμο ερώτημα: θα αντέξουν οι εξαγγελίες στον έλεγχο των αριθμών;

Η συνέντευξη που παραχώρησε το πρωί της Τετάρτης ο Αλέξης Τσίπρας στον ΣΚΑΪ μπορεί να αποδειχθεί πολιτικά σημαντικότερη από όσο δείχνουν οι πρώτοι τίτλοι.

Όχι επειδή ανακοίνωσε ένα καινούργιο οικονομικό πρόγραμμα — αυτό έχει ήδη παρουσιαστεί.

Αλλά επειδή ξεκαθάρισε σε μεγάλο βαθμό τη φιλοσοφία με την οποία η ΕΛ.Α.Σ. σκοπεύει να αντιπαρατεθεί στην κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη: η ακρίβεια δεν αντιμετωπίζεται μόνο με επιδοτήσεις και οριζόντιες φοροελαφρύνσεις, αλλά και με μεγαλύτερη αναδιανομή, αυστηρότερη παρέμβαση στις αγορές και φορολογική επιβάρυνση της κορυφής της περιουσιακής πυραμίδας.

Η κυβέρνηση απαντά από την αντίθετη κατεύθυνση: περισσότερες θέσεις εργασίας, αυξήσεις εισοδημάτων, μειώσεις φόρων και έκτακτη —όχι μόνιμη— κρατική παρέμβαση όταν μία κρίση το απαιτεί.

Και για πρώτη φορά μετά τη ΔΕΘ, οι δύο στρατηγικές μπορούν να συγκριθούν όχι μόνο σε πολιτικό επίπεδο αλλά και πάνω σε συγκεκριμένους αριθμούς.

Η φράση που συμπυκνώνει τη στρατηγική Τσίπρα: «Δεν βγαίνει»

Ο πρόεδρος της ΕΛ.Α.Σ. επιχείρησε να μεταφέρει όλη τη συζήτηση από τους μακροοικονομικούς δείκτες στην πραγματική οικονομία του νοικοκυριού.

«Εγώ λέω ότι δεν βγαίνει. Και όταν δεν βγαίνει, προτεραιότητά μας πρέπει να είναι να αντιμετωπίσουμε την κρίση με έγνοια για αυτόν ο οποίος σηκώνεται το πρωί να πάει στη δουλειά του», ανέφερε στη συνέντευξή του.

Αυτό είναι ουσιαστικά το νέο πολιτικό πεδίο στο οποίο επιχειρεί να μεταφέρει τον Κυριάκο Μητσοτάκη.

Η κυβέρνηση μπορεί να επικαλεστεί ανάπτυξη, υποχώρηση της ανεργίας και αύξηση των ονομαστικών εισοδημάτων. Ο Τσίπρας απαντά ότι το πραγματικό πολιτικό κριτήριο είναι πόσα από αυτά τα εισοδήματα απομένουν αφού πληρωθούν στέγη, τρόφιμα, ενέργεια και μεταφορές.

Και σε αυτό το σημείο ορισμένα ευρωπαϊκά στοιχεία δημιουργούν πράγματι δύσκολη εικόνα για την Ελλάδα.

Το «68%» που θα ακούσουμε πολλές φορές μέχρι τις εκλογές

Η Ελλάδα και η Βουλγαρία βρέθηκαν το 2025 στις τελευταίες θέσεις της ΕΕ ως προς το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε μονάδες αγοραστικής δύναμης, στο 68% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Πρόκειται για προκαταρκτική μέτρηση της Eurostat, η οποία λαμβάνει υπόψη τις διαφορετικές τιμές μεταξύ χωρών και δεν πρέπει να συγχέεται με τον μέσο μισθό ή το διαθέσιμο εισόδημα ενός συγκεκριμένου νοικοκυριού.

Για τον Τσίπρα, αυτό είναι ισχυρό πολιτικό επιχείρημα.

Για την κυβέρνηση, όμως, η συγκεκριμένη φωτογραφία δεν καταγράφει ολόκληρη την πορεία της ελληνικής οικονομίας.

Το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 1,9% το δεύτερο τρίμηνο του 2026 σε ετήσια βάση, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ.

Παράλληλα, η ανεργία υποχώρησε τον Ιούλιο του 2026 στο 7,9%, από 8,9% ένα χρόνο νωρίτερα, ενώ οι απασχολούμενοι ξεπέρασαν τα 4,37 εκατομμύρια.

Επομένως, δύο πράγματα μπορούν να ισχύουν ταυτόχρονα: η ελληνική οικονομία να συνεχίζει να αναπτύσσεται και η απασχόληση να βελτιώνεται, αλλά η απόσταση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο στην πραγματική οικονομική ευημερία να παραμένει μεγάλη.

Ακριβώς πάνω σε αυτή την αντίφαση θα παιχτεί σημαντικό μέρος της πολιτικής σύγκρουσης.

Στέγη: Εδώ οι αριθμοί είναι ιδιαίτερα σκληροί

Ο Τσίπρας στάθηκε ιδιαίτερα στο κόστος στέγασης.

Και εδώ η σύγκριση με την Ευρώπη είναι πράγματι επιβαρυντική για την Ελλάδα.

Σύμφωνα με τη Eurostat, το 2024 τα ελληνικά νοικοκυριά διέθεταν κατά μέσο όρο περίπου 36% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για στέγαση, έναντι μόλις 19% κατά μέσο όρο στην ΕΕ. Πρόκειται για το υψηλότερο ποσοστό στην Ένωση.

Η πιο πρόσφατη έκδοση της Eurostat για τις συνθήκες διαβίωσης δείχνει ότι το 2025 περίπου 26,4% του ελληνικού πληθυσμού ζούσε σε νοικοκυριά όπου το κόστος στέγασης ξεπερνούσε το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος. Ο αντίστοιχος ευρωπαϊκός μέσος όρος ήταν μόλις 7,7%.

Αυτό δεν αποτελεί απλώς κοινωνικό δείκτη.

Είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους η αύξηση του ονομαστικού μισθού δεν μετατρέπεται αυτομάτως σε αίσθηση οικονομικής άνεσης.

Και η ακρίβεια επέστρεψε

Η τελευταία εικόνα του πληθωρισμού προσθέτει πίεση.

Ο εναρμονισμένος πληθωρισμός στην Ελλάδα αυξήθηκε τον Αύγουστο του 2026 κατά 3,7% σε ετήσια βάση, από 3,1% τον Αύγουστο του 2025. Ο εθνικός δείκτης της ΕΛΣΤΑΤ κινήθηκε στο 3,8%.

Αυτό εξηγεί γιατί η αντιπολίτευση επιστρέφει τόσο έντονα στην ακρίβεια παρά τη βελτίωση άλλων μακροοικονομικών δεικτών.

Η πίεση στις τιμές λειτουργεί σωρευτικά.

Ένας πληθωρισμός 3% ή 4% σήμερα δεν σημαίνει ότι οι προηγούμενες αυξήσεις τιμών εξαφανίστηκαν. Σημαίνει ότι οι τιμές συνεχίζουν να αυξάνονται πάνω σε ένα ήδη υψηλότερο επίπεδο.

Και εδώ βρίσκεται ένα από τα δυσκολότερα πολιτικά προβλήματα για κάθε κυβέρνηση: οι πολίτες συγκρίνουν το διαθέσιμο εισόδημά τους όχι μόνο με πέρυσι, αλλά με το πόσο κόστιζαν τα ίδια αγαθά πριν από αρκετά χρόνια.

Μητσοτάκης: «Μακάρι να μπορούσαμε να τα κάνουμε όλα»

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει παρουσιάσει μια πολύ διαφορετική προσέγγιση στην ενεργειακή κρίση.

Σε συνέντευξή του στην ΕΡΤ στις 17 Σεπτεμβρίου, ξεκαθάρισε ότι η κυβέρνηση προτεραιοποιεί το πετρέλαιο θέρμανσης και το diesel και ότι εξετάζει έκτακτη φορολογική παρέμβαση μόνο εφόσον υπάρξει ο αναγκαίος ευρωπαϊκός δημοσιονομικός χώρος.

«Μακάρι να μπορούσαμε να τα κάνουμε όλα», είπε χαρακτηριστικά.

Και πρόσθεσε:

«Ο λόγος που δεν το κάνω είναι γιατί δεν έχω δημοσιονομική δυνατότητα να το κάνω».

Η φράση συμπυκνώνει το βασικό κυβερνητικό επιχείρημα: το κράτος μπορεί να απορροφήσει μέρος ενός σοκ, αλλά όχι να αντικαταστήσει διαρκώς τις τιμές της αγοράς.

Ο πρωθυπουργός άφησε παράλληλα ανοιχτό το ενδεχόμενο προσωρινής παρέμβασης στον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης:

«Θα το έκανα όμως έκτακτα, για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, όσο καιρό κρατάει η κρίση […] Μόνιμο μέτρο δεν μπορεί να είναι, γιατί δημιουργεί μια μεγάλη τρύπα στα δημόσια οικονομικά».

Τα διυλιστήρια μπαίνουν και αυτά στο κάδρο

Υπάρχει πάντως ένα ενδιαφέρον σημείο στο οποίο οι δύο πλευρές αρχίζουν να πλησιάζουν περισσότερο από όσο αφήνει να εννοηθεί η δημόσια αντιπαράθεση.

Ο Τσίπρας ζητά μεγαλύτερη παρέμβαση απέναντι στα υπερκέρδη και στις δομές περιορισμένου ανταγωνισμού.

Ο Μητσοτάκης, από την άλλη, έχει ήδη δηλώσει ότι τα διυλιστήρια πρέπει να συνεισφέρουν στην προσπάθεια συγκράτησης του κόστους θέρμανσης.

«Και τα διυλιστήρια θα βάλουν πλάτη […] και τα ίδια έχουν κέρδη, αλλά πρέπει κι αυτά να συμμετέχουν», είπε στην ΕΡΤ.

Όταν ρωτήθηκε εάν η εναλλακτική θα μπορούσε να είναι η φορολόγηση, ο πρωθυπουργός απάντησε ότι προτιμά η παρέμβαση να καταλήξει απευθείας στην τιμή που πληρώνει ο πολίτης.

Άρα η πραγματική διαφορά δεν είναι αν πρέπει να υπάρχει παρέμβαση.

Είναι πόσο μεγάλη, πόσο μόνιμη και με ποιο εργαλείο.

Ο Τσίπρας ανοίγει ξανά το κεφάλαιο «καρτέλ»

Ο πρόεδρος της ΕΛ.Α.Σ. ανέβασε τους τόνους μιλώντας για τη λειτουργία κρίσιμων αγορών.

«Υπάρχει στα σούπερ μάρκετ. Υπάρχει στις τράπεζες», είπε κατά τη συζήτηση περί συγκεντρωτικών πρακτικών, βάζοντας παράλληλα στο κάδρο τα διυλιστήρια.

Η συγκεκριμένη πολιτική τοποθέτηση δεν ισοδυναμεί με τελεσίδικη διαπίστωση παράνομης σύμπραξης από αρμόδια αρχή.

Αναδεικνύει, όμως, μια βασική γραμμή της ΕΛ.Α.Σ.: ότι ένα μέρος της ακρίβειας δεν πρέπει να εξηγείται μόνο από διεθνείς κρίσεις αλλά και από τον βαθμό ανταγωνισμού στο εσωτερικό της ελληνικής αγοράς.

Η κυβέρνηση αντιτείνει ότι πολλές από τις αυξήσεις ενέργειας είναι εξωγενείς — ιδιαίτερα σε μια περίοδο πολέμων, διαταραχών στην εφοδιαστική αλυσίδα και ακριβότερων διεθνών καυσίμων.

«Επτά χρόνια κυβέρνηση»: Η αιχμή Τσίπρα που αλλάζει την άμυνα Μητσοτάκη

Υπάρχει ακόμη μία σημαντική πολιτική μετατόπιση.

Το 2019 και το 2023 η Νέα Δημοκρατία μπορούσε να χτίζει μεγάλο μέρος της αντιπαράθεσης πάνω στη σύγκριση της δικής της διακυβέρνησης με την περίοδο 2015–2019.

Ο Τσίπρας σήμερα προσπαθεί να αντιστρέψει αυτό το πλαίσιο.

«Η κυβέρνηση κυβερνά επτά χρόνια […] είχε εργαλεία. Είχε δημοσιονομικές δυνατότητες. Είχε το Ταμείο Ανάκαμψης», είπε στον ΣΚΑΪ.

Το ερώτημα πλέον γίνεται διαφορετικό: όχι τι παρέλαβε η κυβέρνηση το 2019, αλλά τι έχει αλλάξει έπειτα από επτά χρόνια διακυβέρνησης και δεκάδες δισεκατομμύρια ευρωπαϊκών πόρων.

Από κυβερνητικής πλευράς η απάντηση είναι συγκεκριμένη: μειωμένη ανεργία, αύξηση επενδύσεων, καλύτερη δημοσιονομική εικόνα και συνεχής αποκλιμάκωση φόρων.

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης έχει θέσει μάλιστα το ζήτημα με ευθεία ιδεολογική διάκριση:

«Η κυβέρνησή μας πιστεύει ότι πατριωτικές είναι μόνο οι φοροελαφρύνσεις και οι καταργήσεις φόρων», είχε δηλώσει, αντιπαραβάλλοντας αυτή τη λογική με την πρόταση Τσίπρα για «πατριωτική εισφορά».

Το μεγαλύτερο πολιτικό στοίχημα Τσίπρα: Η «πατριωτική εισφορά»

Στη σημερινή συνέντευξη ο Αλέξης Τσίπρας προσπάθησε να κλείσει μια ανοιχτή πληγή της οικονομικής του πρότασης.

Το ποιον αφορά η εισφορά.

«Μιλήσαμε για το 1%, το πιο ισχυρό και το πιο πλούσιο των συμπολιτών μας», είπε.

Και συνέχισε:

«Αυτή τη στιγμή ο πλούτος δεν φαίνεται στο εισόδημα. Έχει βρει χίλιους δυο τρόπους να μη φαίνεται στο εισόδημα. Φαίνεται όμως στα ακίνητα, φαίνεται στις καταθέσεις, φαίνεται στις συμμετοχές».

Η ΕΛ.Α.Σ. παρουσιάζει το μέτρο ως φόρο μεγάλης περιουσίας, όχι ως γενικευμένη επιβάρυνση της μεσαίας τάξης. Στελέχη της, όπως ο Διονύσης Τεμπονέρας, έχουν επίσης δηλώσει ότι το μέτρο αφορά το πλουσιότερο 1%.

«Ένα τοις εκατό για να φτιάξουμε σχολεία, για να φτιάξουμε νοσοκομεία, για να δουν προοπτική, για να γυρίσουν τα παιδιά μας».

Το δύσκολο ερώτημα: Τι ακριβώς θα φορολογηθεί;

Εδώ, όμως, αρχίζει το τεχνικά δύσκολο μέρος της πρότασης.

Ένας φόρος καθαρής περιουσίας δεν είναι το ίδιο πράγμα με υψηλότερο φόρο εισοδήματος.

Χρειάζεται αποτίμηση ακινήτων, χρηματοοικονομικών συμμετοχών, καταθέσεων και πιθανόν άλλων περιουσιακών στοιχείων, αφαίρεση υποχρεώσεων, καθορισμό αφορολόγητου ορίου και μηχανισμό αποφυγής διπλής φορολόγησης.

Και εκεί βρίσκεται ίσως ο πραγματικός λόγος που η κυβερνητική πλευρά επιμένει να ρωτά πώς ακριβώς θα εφαρμοστεί.

Η ευρωπαϊκή εμπειρία είναι μικτή: αρκετές χώρες έχουν περιορίσει ή καταργήσει γενικούς φόρους καθαρής περιουσίας, ενώ άλλες διατηρούν ειδικότερες μορφές φορολόγησης μεγάλων περιουσιών ή συγκεκριμένων στοιχείων ενεργητικού.

Επομένως, το πολιτικό σύνθημα «1% στο πλουσιότερο 1%» χρειάζεται ακόμη λεπτομερή τεχνική εξειδίκευση για να αξιολογηθούν τόσο τα πραγματικά έσοδα όσο και οι πιθανές επιπτώσεις στη φορολογική συμπεριφορά και στις επενδύσεις.

Η μεγάλη τρύπα ανάμεσα στα €7,5 δισ. και τα €40 δισ.

Εδώ βρίσκεται το πιο ευάλωτο —και ταυτόχρονα πιο κρίσιμο— σημείο ολόκληρης της συζήτησης.

Η ΕΛ.Α.Σ. έχει παρουσιάσει το βασικό της σχέδιο με εκτιμώμενο κόστος περίπου 7,39 δισ. ευρώ.

Το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης υποστηρίζει ότι η πλήρης εφαρμογή των εξαγγελιών μπορεί να ξεπεράσει τα 40 δισ. ευρώ στην τετραετία.

Η κυβερνητική κριτική εντάθηκε όταν ο Παύλος Μαρινάκης υποστήριξε, επικαλούμενος δηλώσεις στελέχους της ΕΛ.Α.Σ., ότι ορισμένες δαπάνες που εμφανίζονται ως μέρος του πακέτου είναι ετήσιες και συνεπώς πρέπει να πολλαπλασιαστούν σε βάθος τετραετίας

Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι αυτές είναι αντικρουόμενες κομματικές κοστολογήσεις.

Δεν υπάρχει ακόμη ανεξάρτητη τελική αποτίμηση που να επιλύει τη διαφορά.

Η πιο σημαντική φράση Τσίπρα μπορεί να μην ήταν η «πατριωτική εισφορά»

Στον ΣΚΑΪ ο Τσίπρας έκανε όμως κάτι πολιτικά ενδιαφέρον.

Δεν είπε ότι το πρόγραμμά του θα εφαρμοστεί στο σύνολό του ανεξαρτήτως της ανεξάρτητης κοστολόγησης.

Αντίθετα, δήλωσε ότι το πρόγραμμα θα μπορούσε να υποβληθεί στο Δημοσιονομικό Συμβούλιο.

«Εμείς ήμασταν οι πρώτοι που είπαμε ότι καταθέτουμε το πρόγραμμά μας στο Εθνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο να το κοστολογήσει».

Και όταν ρωτήθηκε τι θα συμβεί εάν το κόστος αποδειχθεί υψηλότερο:

«Αν το πει, θα αναγκαστούμε να προτεραιοποιήσουμε».

Αυτή η φράση έχει δύο πολιτικές αναγνώσεις.

Η ΕΛ.Α.Σ. μπορεί να υποστηρίξει ότι αποδέχεται έναν ανεξάρτητο δημοσιονομικό έλεγχο και δεσμεύεται να προσαρμοστεί σε αυτόν.

Η κυβέρνηση μπορεί, από την άλλη, να επισημάνει ότι η ίδια η αναφορά σε «προτεραιοποίηση» σημαίνει πως ορισμένες εξαγγελίες ενδέχεται τελικά να μην εφαρμοστούν εάν οι αριθμοί δεν βγαίνουν.

Το ποια από τις δύο ερμηνείες θα επικρατήσει πολιτικά θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από την τελική κοστολόγηση.

Και η κυβέρνηση έχει πλέον δικό της λογαριασμό €2,2 δισ.

Η Νέα Δημοκρατία δεν μπαίνει πάντως σε αυτή τη σύγκρουση χωρίς σημαντικό δημοσιονομικό πακέτο.

Οι παρεμβάσεις που ανακοίνωσε ο Κυριάκος Μητσοτάκης στη φετινή ΔΕΘ έχουν συνολικό δημοσιονομικό αποτύπωμα περίπου 2,2 δισ. ευρώ, σύμφωνα με το κυβερνητικό χρονοδιάγραμμα εφαρμογής.

Ο Παύλος Μαρινάκης έχει υποστηρίξει ότι οι πρόσθετες παρεμβάσεις για το 2027 είναι περίπου 1,25 δισ., ενώ μαζί με ενεργειακά και ήδη θεσμοθετημένα μέτρα το ποσό ανεβαίνει στα 2,2 δισ.

Η φιλοσοφία Μητσοτάκη είναι διαφορετική: δημοσιονομική αξιοπιστία, περιορισμένη χρήση έκτακτων ενισχύσεων και μόνιμη στροφή κυρίως προς φορολογικές ελαφρύνσεις.

Δύο οικονομικά μοντέλα – Όχι απλώς δύο πακέτα παροχών

Κάπου εδώ η αντιπαράθεση αποκτά ενδιαφέρον επιπέδου think tank.

Δεν έχουμε πλέον μπροστά μας απλώς διαφορετικά ποσά.

Έχουμε δύο διαφορετικές αντιλήψεις για το πώς πρέπει να λειτουργήσει η οικονομική πολιτική σε μια χώρα που έχει βγει από τα μνημόνια, αλλά παραμένει χαμηλά στην ευρωπαϊκή κατάταξη εισοδημάτων.

Η κυβερνητική προσέγγιση βασίζεται στην υπόθεση ότι η αύξηση επενδύσεων, παραγωγικότητας και απασχόλησης πρέπει να προηγείται και ότι η αναδιανομή πρέπει να γίνεται χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η δημοσιονομική αξιοπιστία.

Η πρόταση Τσίπρα προσδίδει μεγαλύτερο βάρος στη διανομή του παραγόμενου πλούτου και υποστηρίζει ότι χωρίς ταχύτερη ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης και μεταφορά μεγαλύτερου βάρους προς τις πολύ μεγάλες περιουσίες, η ανάπτυξη από μόνη της δεν μετατρέπεται σε κοινωνική σύγκλιση.

Και οι δύο πλευρές διαθέτουν δεδομένα που μπορούν να επικαλεστούν.

Οι αριθμοί που ευνοούν το κυβερνητικό επιχείρημα

Η ανεργία βρίσκεται στο 7,9%, χαμηλότερα κατά μία μονάδα από τον Ιούλιο του 2025.

Η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να αναπτύσσεται, με αύξηση πραγματικού ΑΕΠ 1,9% σε ετήσια βάση το δεύτερο τρίμηνο.

Οι εξαγωγές, σύμφωνα με τα τελευταία συγκεντρωτικά στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, σημείωσαν επίσης σημαντική αύξηση τον Ιούλιο.

Αυτά προσφέρουν στην κυβέρνηση τη βάση για να υποστηρίζει ότι το παραγωγικό μοντέλο της χώρας έχει βελτιωθεί σε σχέση με την εποχή της κρίσης.

Οι αριθμοί που τροφοδοτούν την επιχειρηματολογία Τσίπρα

Από την άλλη πλευρά:

Η Ελλάδα παραμένει στο 68% του μέσου ευρωπαϊκού κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε PPS.

Τα ελληνικά νοικοκυριά δαπανούν περίπου 36% του διαθέσιμου εισοδήματος για στέγη, έναντι 19% στην ΕΕ.

Η χώρα διαθέτει ένα από τα υψηλότερα ποσοστά στεγαστικής υπερεπιβάρυνσης στην Ευρώπη.

Και ο εναρμονισμένος πληθωρισμός επέστρεψε στο 3,7% τον Αύγουστο.

Αυτά επιτρέπουν στην ΕΛ.Α.Σ. να υποστηρίζει ότι η βελτίωση των μακροοικονομικών αριθμών δεν έχει ακόμη μεταφραστεί σε ανάλογη βελτίωση της καθημερινής οικονομικής ασφάλειας για όλες τις κοινωνικές ομάδες.

Το ευρωπαϊκό πρόβλημα πίσω από την ελληνική μάχη

Υπάρχει όμως και μεγαλύτερη εικόνα.

Η Ελλάδα δεν αποφασίζει πλέον τη δημοσιονομική της πολιτική σε κενό.

Οι νέοι ευρωπαϊκοί δημοσιονομικοί κανόνες περιορίζουν την αύξηση των καθαρών δαπανών και συνδέουν κάθε μόνιμη παρέμβαση με το μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό μονοπάτι.

Αυτός είναι και ο λόγος που ο Μητσοτάκης συνδέει μία πιθανή προσωρινή μείωση του ΕΦΚ με το εάν η Ευρώπη επιτρέψει ειδική μεταχείριση εξαιτίας της ενεργειακής κρίσης.

Άρα το πραγματικό ερώτημα για οποιοδήποτε κόμμα διεκδικεί τη διακυβέρνηση δεν είναι μόνο πόσο κοστίζει το πρόγραμμά του σε λογιστικούς όρους.

Είναι και εάν το ετήσιο προφίλ των δαπανών του μπορεί να συμβαδίσει με τους ευρωπαϊκούς κανόνες.

13η σύνταξη: Μια παλιά σύγκρουση επιστρέφει

Ο Τσίπρας επέστρεψε και σε ένα από τα ισχυρότερα συμβολικά θέματα της περιόδου 2015–2019.

«Εγώ ήμουν αυτός ο οποίος το 2019 επανέφερε τη 13η σύνταξη, όχι ολόκληρη», ανέφερε.

Η αντιπαράθεση εδώ είναι γνωστή αλλά αποκτά νέα σημασία ενόψει του επόμενου εκλογικού κύκλου.

Η ΕΛ.Α.Σ. θέλει να τοποθετήσει τη 13η σύνταξη ως ζήτημα μόνιμης κοινωνικής αναδιανομής.

Η κυβέρνηση αντιτείνει τις αυξήσεις στις συντάξεις, τις μειώσεις φόρων και τις μόνιμες ή έκτακτες ενισχύσεις των τελευταίων ετών.

Το ενδιαφέρον είναι ότι και οι δύο πλευρές πλέον προσπαθούν να απομακρυνθούν από την πολιτική των καθαρά έκτακτων επιδομάτων και να πείσουν ότι η δική τους λύση είναι διαρθρωτική.

Το 2015–2019 επιστρέφει — αλλά αυτή τη φορά με αντίστροφους όρους

Η κυβέρνηση θα εξακολουθήσει να υπενθυμίζει την περίοδο Τσίπρα και τα μνημονιακά χρόνια.

Ο ίδιος επιχειρεί να αλλάξει το πλαίσιο της σύγκρισης.

«Η χώρα από το 2010 ως το 2018 ήταν σε μια μη κανονική κατάσταση […] Να είμαστε σήμερα οκτώ χρόνια εκτός μνημονίων και να συγκρίνουμε την περίοδο εκείνη με σήμερα είναι παράδοξο», υποστήριξε στον ΣΚΑΪ.

Αυτό θα αποτελέσει πιθανότατα έναν από τους κεντρικούς άξονες της προεκλογικής διαμάχης: μέχρι ποιο σημείο μπορεί ακόμη να λειτουργεί πολιτικά η σύγκριση με το 2015 και από ποιο σημείο και μετά οι πολίτες αξιολογούν κυρίως το αποτέλεσμα της περιόδου μετά το 2019.

Η πραγματική γραμμή σύγκρουσης: ανάπτυξη πρώτα ή αναδιανομή τώρα;

Δεν πρόκειται στην πραγματικότητα για απόλυτη επιλογή μεταξύ των δύο.

Καμία σύγχρονη ευρωπαϊκή κυβέρνηση δεν λειτουργεί χωρίς αναδιανομή και κανένα βιώσιμο κοινωνικό πρόγραμμα δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς ανάπτυξη.

Η διαφορά είναι στη δοσολογία.

Ο Μητσοτάκης δίνει μεγαλύτερο βάρος στην προσέλκυση επενδύσεων, στις φορολογικές μειώσεις, στην αύξηση της απασχόλησης και στην προστασία της δημοσιονομικής αξιοπιστίας.

Ο Τσίπρας επιχειρεί να πείσει ότι μετά από επτά χρόνια ανάπτυξης χρειάζεται ισχυρότερη ανακατανομή των κερδών της οικονομίας και μεγαλύτερη φορολογική συμμετοχή εκείνων που κατέχουν μεγάλο πλούτο.

Το δίλημμα θα γίνει ακόμη εντονότερο όσο πλησιάζει το 2027.

Και στο τέλος, η πολιτική επιστρέφει στις δημοσκοπήσεις

Η σημερινή συνέντευξη γίνεται σε μια περίοδο κατά την οποία η ΕΛ.Α.Σ. έχει πλέον παγιώσει τη δεύτερη θέση σε αρκετές μετρήσεις, χωρίς όμως να έχει κλείσει τη διαφορά από τη Νέα Δημοκρατία.

Στην τελευταία Opinion Poll για το Action24, που δημοσιεύθηκε στις 16 Σεπτεμβρίου, η ΝΔ κατέγραψε 25,7% στην πρόθεση ψήφου, η ΕΛ.Α.Σ. 13,2% και το ΠΑΣΟΚ 10,1% — διαφορά 12,5 μονάδων μεταξύ των δύο πρώτων.

Η εικόνα δεν είναι ενιαία σε όλες τις εταιρείες.

Σε δημοσκόπηση της RealPolls τον Ιούνιο, η ΝΔ είχε καταγραφεί στο 25,8% και η ΕΛ.Α.Σ. στο 18,2%, δηλαδή πολύ μικρότερη διαφορά 7,6 μονάδων.

Η GPO την ίδια περίοδο κατέγραφε ΝΔ 26%, ΕΛ.Α.Σ. 14,5% και ΠΑΣΟΚ 10,2%, με τους αναποφάσιστους στο 10,4%.

Οι διαφορετικές μετρήσεις δεν είναι άμεσα συγκρίσιμες λόγω διαφορετικής χρονικής περιόδου και μεθοδολογίας, αλλά εμφανίζουν ένα κοινό μοτίβο: η ΝΔ παραμένει πρώτη, η ΕΛ.Α.Σ. βρίσκεται στη δεύτερη θέση στις συγκεκριμένες έρευνες και το ΠΑΣΟΚ ακολουθεί.

Το ανοιχτό πολιτικό ερώτημα δεν είναι επομένως ακόμη ποιος κερδίζει μια μελλοντική εκλογή — κάτι που οι σημερινές δημοσκοπήσεις δεν μπορούν να προδικάσουν.

Είναι εάν η οικονομική πίεση της καθημερινότητας μπορεί να μετατραπεί σε περαιτέρω μεταβολή των κομματικών συσχετισμών.

Το πραγματικό τεστ αρχίζει τώρα

Η σημερινή συνέντευξη του Αλέξη Τσίπρα έδειξε ότι η επόμενη μεγάλη πολιτική σύγκρουση δεν θα γίνει μόνο γύρω από πρόσωπα ή το παρελθόν.

Θα γίνει γύρω από έναν αριθμητή και έναν παρονομαστή.

Στον αριθμητή βρίσκονται ανάπτυξη, μισθοί, επενδύσεις, θέσεις εργασίας και δημόσια έσοδα.

Στον παρονομαστή βρίσκονται ενοίκια, τρόφιμα, καύσιμα, ρεύμα και φόροι.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη θα επιχειρήσει να αποδείξει ότι η πρώτη πλευρά της εξίσωσης αυξάνεται αρκετά γρήγορα ώστε σταδιακά να αλλάξει και την καθημερινότητα.

Ο Τσίπρας θα επιχειρήσει να πείσει ότι η δεύτερη πλευρά έχει ήδη απορροφήσει μεγάλο μέρος αυτής της προόδου και ότι χρειάζεται διαφορετική κατανομή των βαρών.

Και ανάμεσα στις δύο αφηγήσεις βρίσκεται ένας σκληρός περιορισμός που κανένα πολιτικό σύνθημα δεν μπορεί να εξαφανίσει:

οι αριθμοί του προϋπολογισμού.

Γι’ αυτό ίσως η πιο ουσιαστική φράση της σημερινής συνέντευξης δεν ήταν ούτε το «1%» ούτε η επίθεση στην κυβέρνηση.

Ήταν το:

«Αν το πει, θα αναγκαστούμε να προτεραιοποιήσουμε».

Διότι από εκεί και πέρα η σύγκρουση περνά από την εξαγγελία στην κοστολόγηση — και από την πολιτική υπόσχεση στη δυνατότητα εφαρμογής.

Πηγή: pagenews.gr

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο