Μια διαφορετική ευρωπαϊκή γραμμή απέναντι στην πρόσκληση του Ντόναλντ Τραμπ προς τον Βλαντίμιρ Πούτιν για το G20 στο Μαϊάμι διατυπώνει η Γερμανία.
Την ώρα που στις ΗΠΑ 14 Ρεπουμπλικανοί και Δημοκρατικοί γερουσιαστές ζητούν από τον Αμερικανό πρόεδρο να ανακαλέσει την πρόσκληση προς τον Ρώσο ηγέτη, ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών Γιόχαν Βάντεφουλ υποστηρίζει ότι η Σύνοδος μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως δοκιμασία για τις πραγματικές προθέσεις της Μόσχας.
Το μήνυμα του Βερολίνου είναι διπλό:
πίεση στη Ρωσία και συνέχιση της υποστήριξης προς την Ουκρανία, αλλά ταυτόχρονα αξιοποίηση κάθε πραγματικής δυνατότητας για διαπραγματεύσεις.
Βάντεφουλ: «Θα είναι ένα τεστ για τον Πούτιν»
Ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών χαρακτήρισε θετικά την πρωτοβουλία της αμερικανικής κυβέρνησης να προσκαλέσει τον Πούτιν στη Σύνοδο.
«Ήταν μια καλή πρωτοβουλία του Αμερικανού προέδρου να προσκαλέσει τον κ. Πούτιν στο G20.»
Και έδωσε αμέσως το γερμανικό σκεπτικό:
«Αυτό θα είναι ένα τεστ για το εάν ο Πούτιν είναι πραγματικά έτοιμος για διαπραγματεύσεις.»
Για το Βερολίνο, δηλαδή, η πρόσκληση δεν αντιμετωπίζεται ως επιβράβευση της Μόσχας αλλά ως πιθανός τρόπος να διαπιστωθεί εάν το Κρεμλίνο είναι έτοιμο να μετακινηθεί από το πεδίο του πολέμου στο τραπέζι των συνομιλιών.
«Δεν πρέπει να πετάξουμε αυτή την ευκαιρία»
Η σημαντικότερη ίσως φράση του Βάντεφουλ αφορά το ίδιο το G20.
«Εάν το G20 είναι ένα πλαίσιο στο οποίο μπορεί να εμφανιστεί η Ρωσία και ο Πούτιν, αυτό είναι αποδεκτό για εμάς και δεν πρέπει να πετάξουμε αυτή την ευκαιρία.»
Πρόκειται για μια τοποθέτηση με ιδιαίτερη σημασία καθώς στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη συζήτηση για το εάν η παρουσία Πούτιν σε μια μεγάλη διεθνή σύνοδο επί αμερικανικού εδάφους θα μπορούσε να εκληφθεί ως επιστροφή της Ρωσίας στη διπλωματική «κανονικότητα».
Ο Βάντεφουλ απορρίπτει αυτή την ανάγνωση.
«Δεν είναι ώρα για κανονικότητα με τη Ρωσία»
Ο Γερμανός ΥΠΕΞ ξεκαθάρισε ότι η αποδοχή της συμμετοχής Πούτιν σε ένα διεθνές φόρουμ δεν σημαίνει αποκατάσταση των σχέσεων με τη Μόσχα.
«Δεν είναι ώρα για κανονικότητα με τη Ρωσία. Αυτό είναι απολύτως ξεκάθαρο.»
Και συνέχισε:
«Η Ρωσία εξακολουθεί να είναι ο επιτιθέμενος και εξακολουθεί να είναι υπεύθυνη για τις θηριωδίες εναντίον αμάχων.»
Η γερμανική θέση επομένως επιχειρεί να διαχωρίσει δύο πράγματα:
την πολιτική και οικονομική πίεση προς τη Ρωσία από τη μία πλευρά,
και τη δυνατότητα απευθείας διαπραγματεύσεων από την άλλη.
Ο γερμανικός όρος: Να σταματήσουν τα όπλα
Ο Βάντεφουλ έθεσε όμως σαφή προϋπόθεση για να αποκτήσει ουσία μια πιθανή παρουσία Πούτιν στο Μαϊάμι.
Η Μόσχα πρέπει, όπως είπε, να δείξει πραγματική και ουσιαστική διάθεση για διαπραγματεύσεις.
«Η προϋπόθεση για μια ουσιαστική συζήτηση σε αυτό το πλαίσιο είναι φυσικά τόσο ο Ρώσος πρόεδρος όσο και η ρωσική κυβέρνηση να είναι πραγματικά και ουσιαστικά έτοιμοι να μπουν σε διαπραγματεύσεις και να σιγήσουν τα όπλα.»
Και ήταν ακόμη πιο σαφής για την ανάγκη εκεχειρίας:
«Μια κατάπαυση του πυρός είναι, κατά την άποψή μου, επιπλέον απαραίτητη ώστε να μπορέσουν να πραγματοποιηθούν πραγματικά σοβαρές διαπραγματεύσεις.»
Το Βερολίνο βλέπει ακόμη παράθυρο μέσα στο 2026
Ο Βάντεφουλ προχώρησε και σε μια πολιτική εκτίμηση για τη δυνατότητα έναρξης συνομιλιών.
«Βλέπω μια ρεαλιστική πιθανότητα να μπορούσαν να αρχίσουν διαπραγματεύσεις μέσα σε αυτό το έτος.»
Δεν παρουσίασε αυτό το ενδεχόμενο ως βεβαιότητα.
Αντίθετα, το συνέδεσε με δύο παράλληλες κινήσεις της Δύσης:
τη συνέχιση της υποστήριξης προς την Ουκρανία και τη διατήρηση της πίεσης προς τη Ρωσία.
«Μέχρι τότε πρέπει να παραμείνουμε στην πορεία μας. Είμαστε μαζί με την Ουκρανία. Υποστηρίζουμε την Ουκρανία.»
Πίεση και διάλογος ταυτόχρονα
Η γερμανική προσέγγιση αποτυπώνει το δύσκολο δίλημμα που αντιμετωπίζει πλέον η ευρωπαϊκή διπλωματία.
Από τη μία πλευρά, το Βερολίνο θεωρεί ότι δεν υπάρχουν σήμερα οι προϋποθέσεις για αποκατάσταση των σχέσεων με τη Ρωσία.
Η γερμανική κυβέρνηση έχει σκληρύνει μάλιστα τη στάση της μετά τις ρωσικές υβριδικές ενέργειες που καταγγέλλει σε ευρωπαϊκό έδαφος και συνεχίζει να ζητά ενίσχυση των κυρώσεων και της στρατιωτικής υποστήριξης προς το Κίεβο.
Από την άλλη, θεωρεί ότι ένας πόλεμος δεν μπορεί να τερματιστεί χωρίς κάποια στιγμή να υπάρξουν διαπραγματεύσεις.
Αυτό είναι το σημείο στο οποίο το G20 αποκτά διαφορετική σημασία.
Το Μαϊάμι ως «ουδέτερο» τραπέζι μέσα σε ένα μη ουδέτερο περιβάλλον
Η G20 δεν είναι μηχανισμός ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων.
Είναι όμως ένα από τα ελάχιστα μεγάλα διεθνή φόρα στα οποία εξακολουθούν να συμμετέχουν τόσο οι δυτικές δυνάμεις όσο και η Ρωσία, η Κίνα, η Ινδία και οι μεγαλύτερες αναδυόμενες οικονομίες.
Η Ρωσία παραμένει κανονικά μέλος της ομάδας.
Ο Πούτιν, ωστόσο, δεν έχει παραστεί αυτοπροσώπως σε Σύνοδο της G20 από το 2019.
Μια φυσική παρουσία του στο Μαϊάμι θα δημιουργούσε συνεπώς τη δυνατότητα επαφών όχι μόνο με τον Τραμπ αλλά και με άλλους ηγέτες.
Αυτό ακριβώς επικαλείται η αμερικανική κυβέρνηση ως επιχείρημα υπέρ της πρόσκλησης.
Δύο γραμμές στη Δύση για την ίδια πρόσκληση
Η υπόθεση αποκαλύπτει όμως μια ενδιαφέρουσα διαφοροποίηση.
Η μία προσέγγιση λέει:
όσο η Ρωσία συνεχίζει τον πόλεμο, η παρουσία Πούτιν σε μια Σύνοδο στις ΗΠΑ κινδυνεύει να του προσφέρει διεθνή νομιμοποίηση χωρίς αντάλλαγμα.
Αυτή είναι ουσιαστικά η θέση των 14 Αμερικανών γερουσιαστών που ζήτησαν από τον Τραμπ να ανακαλέσει την πρόσκληση.
Η δεύτερη προσέγγιση λέει:
ακριβώς επειδή ο πόλεμος συνεχίζεται, πρέπει να αξιοποιηθεί κάθε φόρουμ στο οποίο μπορεί να δοκιμαστεί εάν η Ρωσία είναι πραγματικά έτοιμη να διαπραγματευτεί.
Αυτή είναι η λογική που διατυπώνει τώρα ο Βάντεφουλ.
Και ο Καναδάς δεν θέλει μποϊκοτάζ
Η στάση του Βερολίνου βρήκε ένα ακόμη ενδιαφέρον σημείο σύγκλισης στην Οτάβα.
Η Καναδή υπουργός Εξωτερικών Ανίτα Άναντ δήλωσε ότι αιφνιδιάστηκε από την πρόσκληση προς τον Πούτιν, αλλά απέρριψε την ιδέα ότι ο Καναδάς θα πρέπει να μποϊκοτάρει το G20 εφόσον ο Ρώσος πρόεδρος παραστεί.
«Η διπλωματία σημαίνει ότι παραμένεις στο τραπέζι ώστε να κάνεις δύσκολες συζητήσεις. Επομένως, εμείς θα είμαστε εκεί.»
Η τοποθέτηση ενισχύει την εικόνα ότι τουλάχιστον ένα τμήμα των δυτικών συμμάχων δεν θέλει να εγκαταλείψει το G20 στον Πούτιν εάν τελικά εκείνος αποφασίσει να ταξιδέψει στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ο Πούτιν δεν έχει ακόμη πει το «ναι»
Υπάρχει πάντως μια κρίσιμη εκκρεμότητα.
Η Μόσχα δεν έχει ακόμη επιβεβαιώσει ότι ο Βλαντίμιρ Πούτιν θα παραστεί αυτοπροσώπως στη Σύνοδο.
Άρα το πολιτικό debate προηγείται ακόμη της τελικής απόφασης του Κρεμλίνου.
Αυτό όμως κάνει ακόμη πιο ενδιαφέρουσα τη διατύπωση Βάντεφουλ περί «τεστ».
Διότι το πρώτο τεστ για τον Πούτιν μπορεί να είναι ήδη η ίδια η απάντησή του στην πρόσκληση.
Το δεύτερο —εάν ταξιδέψει— θα είναι αν η παρουσία του συνοδευτεί από πραγματική μεταβολή της ρωσικής στάσης στις διαπραγματεύσεις.
Η Ευρώπη ψάχνει τη λεπτή γραμμή
Το Βερολίνο επιχειρεί έτσι να κινηθεί πάνω σε μια εξαιρετικά λεπτή γραμμή.
Δεν ζητά άρση της πίεσης προς τη Μόσχα.
Δεν μιλά για εξομάλυνση των σχέσεων.
Δεν θεωρεί ότι η πρόσκληση στο G20 αποτελεί από μόνη της πρόοδο προς την ειρήνη.
Αλλά επίσης δεν θέλει να αποκλείσει ένα τραπέζι στο οποίο θα μπορούσε να δοκιμαστεί η πραγματική διάθεση του Κρεμλίνου.
Το μήνυμα Βάντεφουλ είναι ουσιαστικά: καμία επιστροφή στην κανονικότητα με τη Ρωσία, καμία χαλάρωση της στήριξης προς την Ουκρανία — αλλά ούτε και κλειστή πόρτα σε μια διαπραγμάτευση εάν ο Πούτιν είναι πράγματι έτοιμος να σταματήσει τα όπλα και να καθίσει στο τραπέζι.
Και έτσι το G20 του Μαϊάμι, πριν ακόμη ο Πούτιν αποφασίσει αν θα πάει, μετατρέπεται ήδη σε δοκιμασία όχι μόνο για τη Μόσχα αλλά και για το πώς η Δύση θα συνδυάσει πίεση και διπλωματία στην επόμενη φάση του πολέμου.
Πηγή: pagenews.gr
