Lifestyle

Σία Κοσιώνη: «Δεν θα αφήσω κανέναν να με κακοποιήσει ξανά»

Σία Κοσιώνη: «Δεν θα αφήσω κανέναν να με κακοποιήσει ξανά»

Πηγή Φωτογραφίας: screenshot//Σία Κοσιώνη: «Δεν θα αφήσω κανέναν να με κακοποιήσει ξανά»

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του pagenews.gr
στο Google Discover
Η αποχώρηση από τον ΣΚΑΪ, η μεταγραφή στον ΑΝΤ1, τα νέα επαγγελματικά βήματα, η σοβαρή περιπέτεια υγείας που την άλλαξε, οι επιθέσεις λόγω του συζύγου της Κώστα Μπακογιάννη αλλά και τι απαντά για πρώτη φορά όσον αφορά το ντοκιμαντέρ του Αλέξη Παπαχελά και τον Δημήτρη Κουφοντίνα.

Eπί είκοσι χρόνια, η Σία Κοσιώνη έβλεπε το κόκκινο φως της κάμερας να ανάβει σχεδόν την ίδια ώρα κάθε βράδυ. Το ακουστικό στο αυτί, το ρολόι να μετρά αντίστροφα και απέναντί της μια χώρα που άλλαζε συνεχώς: εκλογές, κυβερνήσεις, κρίσεις, συγκρούσεις, πρόσωπα που έρχονταν και έφευγαν από το προσκήνιο. Όλα έπρεπε να χωρέσουν σε λίγα λεπτά τηλεοπτικού χρόνου. Για δύο δεκαετίες, το δελτίο των 8 υπήρξε ένα σταθερό σημείο σε ένα τοπίο διαρκών μεταβολών. Και η ίδια, ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα πρόσωπα αυτής της ώρας. Τώρα, κοιτάζοντας αυτήν τη διαδρομή, ενδιαφέρον δεν έχουν μόνο όσα έζησε μπροστά στην κάμερα αλλά και όσα άλλαξαν κατά τη διάρκειά της: η δημοσιογραφία, η τηλεόραση, η πολιτική και ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι ενημερώνονται.

Τώρα η θέση της έχει αλλάξει. Με τη μεταγραφή της στον ΑΝΤ1, περνά για πρώτη φορά από την παρουσίαση στον σχολιασμό. Πια δεν μεταφέρει μόνο τι συνέβη αλλά μπορεί και να ερμηνεύει, να εξηγεί, να διαφωνεί, να παίρνει θέση στα γεγονότα. Η ίδια περιγράφει αυτήν τη μετάβαση με μια λέξη που έχει ιδιαίτερο βάρος ύστερα από είκοσι χρόνια καθημερινής τηλεοπτικής παρουσίας: «απελευθέρωση».

Τη συναντώ στο σπίτι της, κάτω από την Ακρόπολη. Από τα μεγάλα παράθυρα ο Παρθενώνας φαίνεται τόσο κοντά, που σχεδόν επιβάλλεται στον χώρο. Γύρω μας πίνακες και γλυπτά, δώρα που έχουν συγκεντρωθεί με τα χρόνια για εκείνη και τον σύζυγό της, Κώστα Μπακογιάννη. Η Σία Κοσιώνη είναι ντυμένη απλά, μιλά χαλαρά και γελά συχνά. Όταν όμως η συζήτηση περνά από τη δουλειά στην προσωπική της ζωή, ο τόνος αλλάζει. Υπάρχουν στιγμές που σταματά λίγο περισσότερο, ψάχνει τις λέξεις και δεν κρύβει τη συγκίνησή της.

«Δεν θα ξανακακοποιήσω τη Σία, αλλά κυρίως δεν θα επιτρέψω σε κανέναν να με κακοποιήσει ξανά. Γιατί, τελικά, το να κακοποιείς τον εαυτό σου είναι επιλογή σου, αλλά το να επιτρέπεις στον άλλον να σε απομυζά, σίγουρα δεν πρέπει να είναι δική σου απόφαση».

Πατάω το «on» στο κασετοφωνάκι και η συζήτηση στρέφεται στα είκοσι χρόνια ΣΚΑΪ, στην τηλεόραση και στην πολιτική, στον Αλέξη Παπαχελά, σε όσα λέγονται γύρω από τον Δημήτρη Κουφοντίνα, στον Κώστα Μπακογιάννη και στο τίμημα της δημόσιας ζωής, αλλά και στη σοβαρή περιπέτεια υγείας που πέρασε και την έκανε να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο βλέπει τον χρόνο, το σώμα και τις αποφάσεις της. Μιλά για όλα αυτά διαφορετικά απ’ ό,τι μιλούσε τόσα χρόνια στην τηλεόραση: χωρίς να έχει το ρολόι να μετρά αντίστροφα.

«Ο ΣΚΑΪ ήταν για μένα σπίτι, είκοσι χρόνια. Ήταν μια σχέση ζωής, δεν ήταν απλώς μια δουλειά, γι’ αυτό βίωσα την αποχώρησή μου από τον σταθμό σαν έναν χωρισμό. Δεν ήταν απλό. Η συναισθηματική σύνδεση ήταν απίστευτη. Ο ΣΚΑΪ με μεγάλωσε και τον μεγάλωσα. Σκέψου έναν άνθρωπο που κοιμάται και ξυπνάει επί είκοσι χρόνια σκεπτόμενος τι θα κάνει αυτήν τη μία ώρα. Αυτό δεν με άφησε ποτέ επί είκοσι χρόνια». Όπως περιγράφει, η καθημερινή σύνδεση με τον κόσμο, οι συνάδελφοι στις διαφορετικές φάσεις και εποχές του ΣΚΑΪ, αλλά κυρίως η σχέση με το κοινό έχτισαν μια κατάσταση που μόνο όταν έφυγε συνειδητοποίησε πόσο βαθιά ήταν. «Όταν έφυγα, περπατούσα στον δρόμο και μου κόρναραν τα αυτοκίνητα. Δεν καταλάβαινα τι ήταν αυτό». Άλλος είχε συγκινηθεί, άλλος είχε ταυτιστεί συναισθηματικά, άλλος ήθελε να την επιβραβεύσει για τα είκοσι χρόνια της πορείας της. Κάποιοι την πλησίαζαν και σχεδόν την έπιαναν από το πέτο: «Γιατί έφυγες; Γιατί δεν μας πήρες την άδεια; Κι εμείς τι θα κάνουμε τώρα;». Γιατί, όπως λέει, «είναι μια συνήθεια, είκοσι χρόνια. Μπαίνεις στο σπίτι του κόσμου».

Ο κόσμος την έβλεπε απέναντί του την ώρα που έτρωγε, σιδέρωνε ή μαγείρευε. «Ξεβολεύτηκα εγώ και μετά κατάλαβα και το ξεβόλεμα που υπέστη το κοινό». Τα είκοσι χρόνια ήταν πολλές διαφορετικές ζωές μέσα στην ίδια δουλειά. «Καταγράψαμε πολύ μεγάλους κύκλους κρίσης μέσα και έξω από τη χώρα». Κλείνει αυτό το κεφάλαιο με θετικό συναίσθημα. «Πιστεύω ότι έπρεπε να γίνει. Ήταν κοινή η απόφαση». Δεν μπαίνει σε λεπτομέρειες για όσα συνέβησαν τα τελευταία χρόνια. «Δεν θέλω να χαλάσω αυτό το θετικό συναίσθημα στο οποίο έχω κατασταλάξει, έτσι νιώθω κάθε φορά που σκέφτομαι τον ΣΚΑΪ. Έζησα δύσκολες καταστάσεις, όπως συμβαίνει σε κάθε μακρά επαγγελματική σχέση, με διακυμάνσεις και αντιπαραθέσεις. Όμως, ξαναλέω, ο ΣΚΑΪ είναι η ιστορία μου και εγώ είμαι η ιστορία του ΣΚΑΪ. Και εγώ δεν αγγίζω την ιστορία, τη σέβομαι. Θα το αφήσω εκεί που είναι, με όμορφα συναισθήματα και τρομερή αίσθηση υπερηφάνειας γι’ αυτό που κάναμε. Τίποτα δεν θα λερώσει αυτή την πορεία» λέει, και ένα χαμόγελο ικανοποίησης διαγράφεται στο πρόσωπό της.

Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.

Η δημοσίευση κοινοποιήθηκε από το χρήστη ANT1 (@ant1tv)

Η Σία Κοσιώνη που ξεκίνησε στον ΣΚΑΪ ήταν ένα διαφορετικό πρόσωπο από εκείνο που έφυγε το 2026. «Ο άνθρωπος της 26ης Σεπτεμβρίου του 2006, που είπε το πρώτο δελτίο στον ΣΚΑΪ, ήταν ένα κορίτσι 26 ετών, που έβραζε το αίμα του, σκαρφάλωνε τοίχους». Είχε απίστευτη δύναμη, ενέργεια και αντοχή. Ήταν ήδη επτά χρόνια στη δημοσιογραφία και δούλευε από το πρωί μέχρι το βράδυ, επτά ημέρες την εβδομάδα. «Δεν άφηνα ευκαιρίες να πάνε χαμένες», τονίζει. Ήταν, όπως το περιγράφει, «ένα κωλοπετσωμένο παιδί. Μικρή μεν, κωλοπετσωμένη δε. Ήμουν μέσα στη φωτιά, ψαρωμένη αλλά και σίγουρη, αγχωμένη αλλά με “γαϊδουρινή αυτοπεποίθηση”». Και θεωρεί πως το καλό της ήταν ότι είχε πάντα επίγνωση των κενών και της απειρίας της. «Δεν πούλαγα ούτε ύφος, ούτε μούρη, ούτε ομορφιά. Ήμουν ένα κουμπωμένο παιδί, και κυριολεκτικά και μεταφορικά», προσθέτει.

Ακόμη και τα ρούχα της, όπως μου περιγράφει, ήταν κουμπωμένα μέχρι πάνω. Διάβαζε, δούλευε και χρειάστηκαν τουλάχιστον δέκα χρόνια για να απελευθερωθεί, να μιλήσει λίγο πιο χαλαρά, να πει μια κουβέντα παραπάνω. Γι’ αυτό και σήμερα, όταν βλέπει νέα παιδιά και νέους δημοσιογράφους να εμφανίζονται δημοσίως με μεγάλη άνεση, αναρωτιέται από πού έχουν πάρει τόσο γρήγορα αυτόν τον αέρα και το δικαίωμα να μιλούν τόσο χαλαρά στον κόσμο. «Εγώ το κατέκτησα μετά από πολλά χρόνια και πολλή δουλειά». Θυμάται, μάλιστα, μια χαρακτηριστική στιγμή με τον Γιάννη Στουρνάρα, όταν ήταν υπουργός Οικονομικών, και μια ατάκα που του είπε. Κάποιος αργότερα της σχολίασε ότι αν την ίδια φράση την είχε πει οποιοσδήποτε άλλος, μπορεί να «είχε κλοτσήσει», ενώ εκείνη είχε κατακτήσει το δικαίωμα να το πει.

Το 2026, λοιπόν, είναι ένας διαφορετικός άνθρωπος. «Είμαι μια γυναίκα ώριμη, που έχω φάει τις σφαλιάρες μου». Έχει απίστευτες εμπειρίες, μια διαδρομή με εύκολα και δύσκολα, με ακραία, απαιτητικά και οριακά γεγονότα. Είναι μητέρα, πολύ πιο κατασταλαγμένη ως γυναίκα και με πολύ περισσότερη σιγουριά και αυτοπεποίθηση. Οι δύσκολες στιγμές δεν ήταν απαραίτητα εκείνες που έγιναν viral. Η περίπτωση της Ζωής Κωνσταντοπούλου, για παράδειγμα, με το αλησμόνητο «τι είπατε; τι είπατε;», δεν τη δυσκόλεψε με την έννοια ότι ήταν κάτι απρόβλεπτο. «Ήξερα προτού ξεκινήσει ότι θα μου επιτεθεί για τη σχέση μου με τον Κώστα, και θα επιτεθεί και στον ΣΚΑΪ. Αυτό που με ενόχλησε πιο πολύ στη Ζωή Κωνσταντοπούλου ήταν το παράδειγμα που έδωσε, μιας γυναίκας που αμφισβητεί τη δυνατότητα μιας άλλης γυναίκας να έχει ανεξάρτητη άποψη. Δηλαδή τι παράδειγμα δίνεται στα κορίτσια εκεί έξω; Ότι είναι δεδομένο πως έχουν την άποψη του φίλου ή του άντρα τους; Δεν έχουν δική τους άποψη; Από αυτή την άποψη, λοιπόν, ναι, με πείραξε».

Οι πραγματικά δύσκολες στιγμές της ήταν όμως άλλες: «Στον Covid ένιωθα ότι αναλαμβάνω την ευθύνη να εξηγήσω στον κόσμο κάτι που τον τρόμαζε πάρα πολύ, δεν ήξερε τι θα του ξημερώσει την επομένη», επισημαίνει. Δύσκολη ήταν και η ημέρα που «κουρεύτηκε» το ελληνικό χρέος, όταν έπρεπε να βγει στον αέρα και να πει: «Κυρίες και κύριοι, καλησπέρα σας, η Ελλάδα χρεοκόπησε». «Δεν θέλω, βρε παιδί μου, να πω ότι χρεοκόπησε, αλλά έλα που χρεοκόπησε», εξηγεί. Και συνεχίζει: «Το ζητούμενο ήταν να βρω τα σωστά λόγια ώστε να αποδώσω την πραγματικότητα χωρίς να κοροϊδέψω κανέναν, να πω κάτι πολύ τρομακτικό χωρίς να τρομάξω περισσότερο τον κόσμο. Αυτές είναι οι στιγμές που με δυσκόλεψαν περισσότερο. Και, κυρίως, οι στιγμές που αφορούσαν παιδιά και ανθρώπινες ζωές».

Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.

Η δημοσίευση κοινοποιήθηκε από το χρήστη AntennaNews (@ant1news)

Στις συνεντεύξεις και στην ανθρώπινη επαφή, αντίθετα, δεν έχει νιώσει ότι δυσκολεύεται. «Όταν είσαι αποφασισμένος να κρατήσεις ένα επίπεδο, το να αποφασίσεις ποιος είσαι εσύ είναι μια πολύ δομική απόφαση. Αν το κάνεις, όποιον και να έχεις απέναντί σου, δεν θα παρασυρθεί. Εγώ ξέρω ποια είμαι, και ήξερα πάντα ποια θέλω να γίνω. Αυτό είναι και κάτι που προσπαθώ να λέω στα νέα παιδιά: “Δεν έχει σημασία τι θα γίνεις. Σημασία έχει ποιος θα γίνεις”».

Ακόμη και όταν η πολιτική αντιπαράθεση γινόταν έντονη, η θέση της ήταν συγκεκριμένη. Η συνέντευξη (που έκανε μαζί με τον Αλέξη Παπαχελά) με τον Αλέξη Τσίπρα, μετά το εμπάργκο, στις εκλογές του 2023, ήταν για εκείνη μια φορτισμένη στιγμή και συνάμα μια εξαιρετική συνέντευξη. «Θεωρώ ότι ήταν τρεις παίχτες στο γήπεδο που ο καθένας έπαιξε τον ρόλο του πάρα πολύ σωστά. Δεν μπορούσα μετά από όσα είχαν συμβεί, έχοντας απέναντί μου τον συγκεκριμένο άνθρωπο, να “σφυρίζω κλέφτικα”. Ρωτήθηκε για όλα όσα έπρεπε να ρωτηθεί». Το ίδιο, υποστηρίζει, έχει κάνει και όταν βρέθηκε απέναντι στον Κυριάκο Μητσοτάκη και τον Νίκο Ανδρουλάκη – υπέστη κριτική και γι’ αυτό. «Οι δημοσιογράφοι δεν προσαρμόζονται στις ανάγκες του εκάστοτε συνεντευξιαζόμενου ή σε αυτό που θέλουν οι οπαδοί του», λέει.

Από κει και πέρα υπάρχει και η προσωπική διάσταση της δουλειάς, την οποία δεν μπορεί να αποφύγει. Η συζήτηση για τη συνέντευξη του Δημήτρη Κουφοντίνα στο ντοκιμαντέρ του Αλέξη Παπαχελά, για παράδειγμα, ήταν για εκείνη ένα δύσκολο σημείο, ακριβώς επειδή αφορά τον άνθρωπο που δολοφόνησε τον Παύλο Μπακογιάννη. «Το αν πρέπει ή δεν πρέπει να γίνονται συνεντεύξεις με δολοφόνους είναι ένα debate παγκοσμίως. Ο Αλέξης έκανε μια δημοσιογραφική επιλογή και ανέλαβε και την ευθύνη. Το σέβομαι. Το συζητήσαμε. Του είπα τη γνώμη μου, μου είπε τη δική του. Διαφωνήσαμε. Αυτό ούτε επηρέασε τη σχέση μας ούτε το επίπεδο της συνεργασίας μας». Και τονίζει με ύφος αυστηρό: «Άλλο αυτό και άλλο να βγω να καταγγείλω την πολιτεία επειδή αποφάσισε να μη χρηματοδοτήσει ένα ντοκιμαντέρ στο οποίο φιλοξενείται ο δολοφόνος του παππού του παιδιού μου. Αυτό ήταν κάτι που αξιακά δεν μπορούσα να κάνω και ήταν η πρώτη φορά που επέτρεψα απολύτως συνειδητά το προσωπικό να υπερτερήσει του επαγγελματικού», διευκρινίζει.

Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.

Η δημοσίευση κοινοποιήθηκε από το χρήστη ANT1 (@ant1tv)

Η άλλη μεγάλη και διαρκής συζήτηση είναι η σχέση της με τον Κώστα Μπακογιάννη και το πώς αυτή επηρεάζει την αντίληψη που έχει ένα μέρος του κοινού για τη δημοσιογραφική της δουλειά. «Οι γυναίκες έχουν σπάσει πολλά γυάλινα ταβάνια. Και έχουν πολλά ακόμη να σπάσουν», λέει. Καταλαβαίνει ως έναν βαθμό γιατί συμβαίνει αυτό, αλλά επιμένει ότι η ίδια υπήρχε και πριν από τον Κώστα Μπακογιάννη. Οι άνθρωποι που την παρακολουθούν πραγματικά, λέει, γνωρίζουν. «Αυτοί που επιμένουν πάρα πολύ σε αυτό είναι οι άνθρωποι που δεν με παρακολουθούν και έχουν στο μυαλό τους σφηνωμένα κάποια πράγματα. Υπάρχει η αλήθεια και υπάρχει η αντίληψη της αλήθειας. Με την αλήθεια, ξέρεις, μπορώ να κάνω κουβέντα. Η αντίληψη της αλήθειας, το perception, όμως, είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. Αν κάποιος έχει αποφασίσει ότι η Κοσιώνη είναι Νέα Δημοκρατία επειδή είναι παντρεμένη με τον Κώστα Μπακογιάννη, δεν μπορείς να του αλλάξεις την αντίληψη», επισημαίνει γελώντας. Και συμπληρώνει: «Και να ξέρεις ότι οι επιθέσεις δεν έχουν έρθει μόνο από την αριστερά. Έχουν έρθει και από τη Νέα Δημοκρατία. Έχω δεχτεί μια ποικιλία επιθέσεων». Μάλιστα, κάποιες την έχουν ενοχλήσει περισσότερο επειδή προέρχονταν από ανθρώπους που γνώριζαν τη διαδρομή της και ήξεραν πόσο είχε κοπιάσει για να φτάσει ως εδώ.

Με τα χρόνια, όμως, έχει αποκτήσει ένα προσωπικό φίλτρο. Στα 26 της, θυμάται, ένα δημοσίευμα μπορούσε να την κάνει να κλαίει τρεις ημέρες. Η ασπίδα της είναι η αίσθηση ότι κάνει καλά, σωστά και δίκαια τη δουλειά της. «Μπορεί να έχω αδικήσει ανθρώπους. Το πιθανότερο είναι, όταν δημοσιολογείς, να έχεις αδικήσει ανθρώπους. Αλλά δεν έχω κάνει κακό ούτε έχω αδικήσει ηθελημένα κάποιον». Αυτή η πεποίθηση την έχει σκληρύνει, συνεχίζει όμως να έχει τις κεραίες της ανοιχτές. Απλώς έχει μάθει τι θα αφήσει να περάσει μέσα της.

Κρατά και στιγμές που δεν έχουν σχέση με συγκρούσεις αλλά με εκείνη την αίσθηση ότι βρίσκεσαι μπροστά σε κάτι ιστορικό. Μία από τις πιο έντονες ήταν οι πρώτες εκλογές που κέρδισε ο Μπαράκ Ομπάμα το 2008. Ήταν στην ταράτσα ενός ξενοδοχείου, απέναντι από τον Λευκό Οίκο. Όταν ανακοινώθηκε το αποτέλεσμα, άκουσε έναν ήχο που δεν μπορεί να περιγράψει αλλά ούτε και να ξεχάσει: ένα μείγμα πανηγυρισμών και ουρλιαχτών. Κοίταξε κάτω και είδε ανθρώπους να αγκαλιάζονται, να κλαίνε, να πανηγυρίζουν. «Αυτή ήταν μια στιγμή που δεν θα ξεχάσω ποτέ». Θυμάται και τον Βόλφγκανγκ Σόιμπλε. Οι συνθήκες στην Αθήνα ήταν τόσο δύσκολες, που αισθανόταν ότι ήταν η μόνη που προσπαθούσε να φτάσει στο Χίλτον για τη συνέντευξη. Περίμενε σχεδόν να συναντήσει «ένα τέρας με δόντια κοφτερά» και βρέθηκε απέναντι σε έναν πολύ γλυκό άνθρωπο. Κάποια στιγμή του είπε: «Ξέρετε ότι είστε ο πιο μισητός άνθρωπος στην Ελλάδα. Πώς νιώθετε γι’ αυτό;». Και εκείνος της απάντησε: «It’s not personal, it’s business». Συγχρόνως, ξεχωρίζει και τη συνέντευξη με την Κριστίν Λαγκάρντ, μια προσωπικότητα που λατρεύει. «Είναι φανταστική. Είναι η γυναίκα με την οποία μπορείς να συζητήσεις από την αύξηση των επιτοκίων μέχρι τα παπούτσια και το ύψος των τακουνιών». Της αρέσουν οι άνθρωποι που έχουν ένα εύρος και μπορείς να συζητήσεις τα πάντα μαζί τους.

Συγχρόνως, αναφέρει και την ιστορική συνέντευξη με τον Κώστα Σημίτη. Τότε ήταν έγκυος, αλλά δεν το είχε ανακοινώσει, ήταν στις πρώτες εβδομάδες, και δεν ήταν καλά, νόμιζε ότι θα λιποθυμήσει. «Δεν το πίστευα ότι έκανα μια ιστορική συνέντευξη και ένιωθα τόσο χάλια». Υπήρχαν και συνεντεύξεις πιο έντονα φορτισμένες, όπως εκείνες με τον Γιώργο Παπακωνσταντίνου την περίοδο της κρίσης ή με τον Ευάγγελο Βενιζέλο. Στιγμές έντασης, στις οποίες «μόνο ξύλο δεν παίξαμε».

Αυτό που την ενοχλεί περισσότερο στην τηλεόραση σήμερα είναι η επιφάνεια. «Ο κιτρινισμός υπήρχε πάντα», τονίζει. «Υπήρχε πάντα δημοσιογραφία που ήθελε να γαργαλάει τα κατώτερα ένστικτα. Δεν είναι καινούργιο φαινόμενο. Θυμάμαι, μάλιστα, την υπόθεση με τις σεξεργάτριες φορείς του AIDS, όταν είχαν φτάσει στο σημείο να κάνουν zoom πάνω στις πληγές τους. Τότε, στη σύσκεψη, είχα πει: “Θέλετε να συμφωνήσουμε ότι εμείς αυτό το θέμα θα το παίξουμε ανάποδα; Θα παίξουμε το θέμα χωρίς να δείξουμε αυτά τα κορίτσια και θα τους βάλουμε στη θέση τους που έδωσαν στη δημοσιότητα τα στοιχεία». Τελικά βγήκαν και κατήγγειλαν την επιλογή να εκτεθούν δημόσια αυτές οι γυναίκες. «Άρα, υπάρχει η κιτρινίλα και υπάρχει και η επιλογή που κάνεις, το πού στέκεσαι μέσα σε όλο αυτό». Αυτό που την ενοχλεί είναι το εύκολο και το επιδερμικό. «Είμαστε σε μια εποχή που και στα social media εκπαιδευόμαστε στο γρήγορο, στο ρηχό κ.λπ. Αλλά όταν κάνεις ενός επιπέδου δημοσιογραφία, δεν μπορείς να κολυμπάς τόσο στον αφρό. Θέλει λίγη παραπάνω υπευθυνότητα και λίγο παραπάνω σκάψιμο».

Και η τηλεόραση έχει πλέον αλλάξει επειδή έχει συνδεθεί απόλυτα με τα social media. Το τηλεοπτικό προϊόν συνεχίζεται στο website, στα social, στα αποσπάσματα που διασπείρονται παντού. «Εγώ βλέπω πάρα πολύ κόσμο που μου λέει: “Α, σε είδα, ξέρω εγώ, που είπες αυτό στο Instagram”». Και το TikTok είναι μέρος αυτής της νέας πραγματικότητας. Στην επιστήμη της επικοινωνίας αυτό ονομάζεται convergence: η σύγκλιση των παραδοσιακών MME με την ψηφιακή τεχνολογία και τα δίκτυα επικοινωνίας σε ένα ενιαίο ψηφιακό σύστημα μέσων που συζητιέται εδώ και δεκαετίες και σήμερα έχει φτάσει στον απόλυτο βαθμό. Μέσα σε αυτήν τη νέα πραγματικότητα βρίσκεται και το επόμενο κεφάλαιο που ανοίγει στον ΑΝΤ1. Το περιγράφει ως μια πολύ ευχάριστη επαγγελματική εξέλιξη. «Είναι ένα πολύ καλά δομημένο μαγαζί, συγκροτημένο, πολύ εξωστρεφές, με έναν ιδιοκτήτη πολύ εξωστρεφή». Αυτό δίνει πολλές δυνατότητες: συνεργασίες στο εξωτερικό, στην Ιταλία και στην Αμερική, αλλά και τη δυνατότητα να παντρευτούν δημοσιογραφικά προϊόντα μέσα στον όμιλο και να προκύψει κάτι διαφορετικό.

Τη γοητεύει ιδιαίτερα η διεθνής διάσταση του Antenna Group. Το περιβάλλον την καλοδέχτηκε, έχει συναντήσει παλιούς γνώριμους αλλά και νέους συναδέλφους. Απολαμβάνει τη συνεργασία με τον Νίκο Χατζηνικολάου, τον οποίο γνώριζε κοινωνικά εδώ και χρόνια αλλά τώρα συνεργάζεται μαζί του για πρώτη φορά. Ο ΑΝΤ1 βρίσκεται, όπως λέει, σε διαδικασία ανάπτυξης ενός νέου ενημερωτικού προϊόντος. «Ήταν λίγο πιο πίσω στην ενημέρωση τα τελευταία χρόνια, έχει κάνει πολλές σοβαρές επενδύσεις πια σε επίπεδο προσώπων στην ενημέρωση». Ο στόχος είναι να ικανοποιήσει το κοινό του αλλά και να φέρει νέα κοινά. Γιατί η ενημέρωση έχει περάσει σε μια άλλη εποχή. Παλιά το θέμα ήταν ποιος θα προλάβει να δώσει πρώτος την είδηση. «Σκοτωνόμασταν ποιος θα τρέξει πρώτος να μπει σε μια αίθουσα σύνταξης να δώσει ένα έκτακτο». Αυτό πλέον δεν υπάρχει. «Ανταγωνίζεσαι πλέον στο πιο μέσα και πιο πέρα. Ποιος θα εξηγήσει καλύτερα γιατί έγινε το γεγονός ή πού θα οδηγήσει». Στις εκλογές θα έχει ενισχυμένο ρόλο, ενώ, όπως μου ανακοινώνει, ετοιμάζεται και μια νέα εκπομπή στον ΑΝΤ1 που αναμένεται να ξεκινήσει πριν από τα Χριστούγεννα, ανάλογα με το πώς θα οργανωθεί. Προς το παρόν, απολαμβάνει τον σχολιασμό στο δελτίο ειδήσεων.

Όταν έφυγε από τον ΣΚΑΪ δέχτηκε προτάσεις, αλλά τώρα επέλεξε συνειδητά να δημιουργήσει ένα επαγγελματικό βήμα που θα την πηγαίνει λίγο πιο μπροστά. «Πιστεύω ότι έχω πια το background, την εμπειρία και τη γνωστική επάρκεια να κάνω αυτό που κάνω· ήθελα πάρα πολύ να το δοκιμάσω και να δείξω στον κόσμο και μια άλλη Σία που ίσως δεν ήταν τόσο φανερή ή ήταν λίγο πίσω από τις γραμμές. Και ήθελα και να εκπλήξω τον εαυτό μου, και ταυτόχρονα να δω αν μπορώ να συνεχίσω να εκπλήσσω και τους τηλεθεατές».

«Το αν πρέπει ή δεν πρέπει να γίνονται συνεντεύξεις με δολοφόνους είναι ένα debate παγκοσμίως. Άλλο αυτό και άλλο να βγω να καταγγείλω την πολιτεία επειδή αποφάσισε να μη χρηματοδοτήσει ένα ντοκιμαντέρ στο οποίο φιλοξενείται ο δολοφόνος του παππού του παιδιού μου. Αυτό ήταν κάτι που αξιακά δεν μπορούσα να κάνω και ήταν η πρώτη φορά που επέτρεψα απολύτως συνειδητά το προσωπικό να υπερτερήσει του επαγγελματικού».

Πίσω από όλα αυτά υπάρχει ένα απρόσμενο δώρο: οι τέσσερις μήνες ηρεμίας μετά την αποχώρησή της από τον ΣΚΑΪ. Συνειδητοποίησε ότι επί είκοσι χρόνια ήταν σαν «το χαμστεράκι στον τροχό», μέσα σε μια γυάλα, χωρίς να προλαβαίνει να δει τι συνέβαινε γύρω της ή να το σκεφτεί. Αυτοί οι τέσσερις μήνες τής έδωσαν χρόνο να βάλει σε τάξη ιδέες, πλατφόρμες, σκέψεις και πρότζεκτ, ενώ ήταν στην Αθήνα ή έκανε ταξίδια – πήγε στο βουνό με τον Κώστα, όπου έμειναν αρκετό καιρό. Μέσα σε αυτή την ηρεμία πήρε μορφή το Greek Identity Forum. Πρόκειται για μια πλατφόρμα προβληματισμού γύρω από τη σύγχρονη ελληνική ταυτότητα, ένα ζήτημα που την απασχολεί από την περίοδο της οικονομικής κρίσης – πάντα την απασχολούσε τι αποτύπωμα αφήνουν οι διαφορετικές κρίσεις, εθνικές και διεθνείς, που έχουμε περάσει. Δεν θέλει να κάνει think tank με την κλασική έννοια ούτε να παραγάγει πολιτική. «Το λέω για πρώτη φορά και αφορά το ποιοι είμαστε, ποιοι έχουμε γίνει μέσα από όλα αυτά. Έχει αλλάξει κάτι στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε βασικές ταυτοτικές έννοιες;». Το Greek Identity Forum θα συνοδεύεται από ένα ετήσιο event και από μεγάλη ποσοτική και ποιοτική έρευνα. Θέλει να δημιουργηθεί ένας εθνικού επιπέδου διάλογος που δεν θα βασίζεται σε συζητήσεις εν κενώ αλλά σε δεδομένα. «Θα έχουμε ένα μεγάλο event στο οποίο θα συναντηθούν οι οραματιστές και οι opinion makers αυτής της χώρας, θα τους βάλουμε να έρθουν αντιμέτωποι με αυτό που συμβαίνει σήμερα στη χώρα, ώστε να το κατανοήσουμε».

Στο σημείο αυτό τη ρωτώ αν υπάρχει μια παθογένεια της χώρας που θα ήθελε να αλλάξει και η ίδια απαντά: «Ναι, η φαγωμάρα. Έχουμε μια έμφυτη καχυποψία και φαγωμάρα, πολλή ζηλοφθονία επίσης». Θα ήθελε οι άνθρωποι που έχουν κάτι να δώσουν, να μπορούν να το κάνουν πιο εύκολα. «Πάει ένας άνθρωπος να κάνει κάτι σοβαρό, εποικοδομητικό σε αυτήν τη χώρα και τον λιανίζεις προτού κάνει βήμα από την πόρτα». Δεν ξέρει αν αυτό είναι χαρακτηριστικό, αλλά αναγνωρίζει τον φθόνο: «Γιατί να έχει αυτός και να μην έχω εγώ;». Έχει δει μεγάλες θετικές προσπάθειες να καταλήγουν στο κενό επειδή κάποιος έβγαλε χολή σε κάποιον. «Αυτή η μίρλα και η φαγωμάρα μας κρατάει πίσω».

Η συζήτηση οδηγείται αναπόφευκτα στη σοβαρή περιπέτεια υγείας που πέρασε. Δεν είναι ακόμη ένα θέμα για το οποίο μπορεί να μιλήσει απολύτως ψύχραιμα. «Εξακολουθώ ακόμη να ρωτάω γιατί. Γιατί το έπαθα; Γιατί ένα μικροβιάκι με έστειλε αδιάβαστη;». Και συνεχίζει: «Αυτό στο οποίο έχω καταλήξει είναι ότι μπορεί να είσαι “στα κόκκινα” για έναν χρόνο, δύο, πέντε ή δέκα χρόνια. Όταν όμως είσαι για πάρα πολλά χρόνια στο κόκκινο και δεν το καταλαβαίνεις, κάποια στιγμή το σώμα σου σου λέει “μέχρι εδώ”. Εγώ θεωρώ ότι το σώμα μου με υπηρέτησε αρκετά. Κάνω καλή διατροφή, γυμνάζομαι και προσέχω τον εαυτό μου, αλλά ταυτόχρονα είμαι κι ένας άνθρωπος που υπερβαίνει συνεχώς τον εαυτό του. Πάντα έκανα περισσότερα από αυτά που μπορώ, περισσότερα από αυτά που αντέχω. Κάπου, λοιπόν, το σώμα μου είπε “όπα”».

Η ασθένεια τη βρήκε απότομα. Όλα έγιναν ένα βράδυ που δεν μπορούσε να αναπνεύσει. «Συνειδητοποίησα ότι δεν περνούσε από τον λαιμό αέρας. Πήραμε με τον Κώστα ταξί, φτάσαμε στο νοσοκομείο, όλα έγιναν πολύ γρήγορα. Εκεί που μπορούσα να κάνω τα πάντα, βρέθηκα ξαφνικά σε ένα κρεβάτι, χωρίς να μπορώ να κοιμηθώ, να πάω στην τουαλέτα ή ακόμη και να σηκώσω το πόδι μου. Ακόμη και σήμερα όταν ξυπνώ το πρωί, γυρίζω κάποιες φορές σε εκείνες τις ημέρες. Χρειάστηκα περίπου έναν μήνα για να μπορέσω να κατέβω από το κρεβάτι και να περπατήσω».

Έπειτα από αυτή την περιπέτεια πήρε πολύ μεγάλες αποφάσεις. «Δεν θα ξανακακοποιήσω τη Σία, αλλά κυρίως δεν θα επιτρέψω σε κανέναν να με κακοποιήσει ξανά. Γιατί, τελικά, το να κακοποιείς τον εαυτό σου είναι επιλογή σου, αλλά το να επιτρέπεις στον άλλον να σε απομυζά, σίγουρα δεν πρέπει να είναι μια δική σου απόφαση». Δίπλα της ήταν συνεχώς ο Κώστας. Τον περιγράφει ως έναν άνθρωπο που της έδινε δύναμη, πάντα χαμογελαστό και αισιόδοξο. Όταν εκείνη κοιμόταν, έφευγε για να πάει στο παιδί και όταν εκείνη ξυπνούσε, ήταν πάλι εκεί. Για το παιδί, η περιπέτεια αυτή ήταν ένα πολύ μεγάλο σοκ. «Ό,τι ζούμε εμείς είναι δοκιμασία και για τα παιδιά μας. Δεν υπάρχει αμφιβολία. Το παιδί το αντιμετώπισε πολύ ώριμα. Του έλεγαν ότι η μαμά δεν θα πάθει τίποτα και όλα θα πάνε καλά, αλλά αργότερα έμαθα ότι πήγαινε στο σχολείο και έλεγε στη δασκάλα ότι δεν τον αφήνουν να δει τη μαμά του. Όταν άρχισα να νιώθω καλύτερα, κάναμε FaceTime. Προσπαθούσα να τον διαβάσω από απόσταση και εκείνος άρχισε να μου παίζει κιθάρα για να με ευχαριστήσει. Ήταν μια δοκιμασία για το παιδί. Όταν μένει μακριά από τη μαμά του για δεκαπέντε ημέρες, αναρωτιέται τι συμβαίνει», λέει με δάκρυα στα μάτια.

Η αποχώρηση από τον ΣΚΑΪ, επισημαίνει, την έφερε ακόμη πιο κοντά στον κόσμο. «Είναι σαν αυτό που λέμε: όταν χωρίζεις, καταλαβαίνεις την αξία του ανθρώπου». Υπάρχουν, βέβαια, και οι αδιάκριτοι, άνθρωποι που σχολιάζουν ακόμη και το παιδί της. Εκεί όμως υπάρχει μια πολύ καθαρή γραμμή: άλλο το να αντέχεις κάτι και άλλο το να το ανέχεσαι.

Με τον Κώστα Μπακογιάννη είχαν κινηθεί δικαστικά για δημοσιεύματα εφημερίδας που αφορούσαν την οικογένειά τους και έχουν κερδίσει τα ασφαλιστικά μέτρα. Θυμάται, μάλιστα, την ημέρα παρουσίασης της υποψηφιότητας του Κώστα Μπακογιάννη, το 2019, όταν είχε δημοσιευτεί κάτι που κανονικά θα έπρεπε να την ενοχλήσει. Εκείνη του είπε: «Εμένα δεν με ενοχλεί. Ξέχνα το. Βγες το βράδυ, ανέβα πάνω και λάμψε». Γιατί, όπως λέει, πρέπει να αντέχεις.

Η συζήτηση οδηγείται και στη βραδιά που ο σύζυγός της έχασε τις εκλογές. «Εκείνη η βραδιά ήταν διαφορετική. Ήταν πολύ δύσκολη συναισθηματικά, διότι άλλο το προσωπικό και άλλο η δουλειά. Δεν θα επέτρεπα ποτέ στον εαυτό μου, στην επαγγελματία Σία, να δείξει το παραμικρό. Όσο τα φώτα ήταν αναμμένα, ήταν η Σία η δημοσιογράφος. Όταν έσβησαν, έγινε η Σία η σύζυγος. Όταν τελείωσε, γύρισα στο σπίτι μου και άφησα τα συναισθήματά μου να με πλημμυρίσουν. Εκείνη τη βραδιά δέχτηκα πολλή τοξικότητα και πολλές επιθέσεις, αλλά δεν έδωσα το δικαίωμα σε κανέναν να πει το οτιδήποτε. Δεν πανηγύρισα όταν ο Κώστας κέρδισε ούτε έκλαψα δημόσια όταν έχασε». Εκείνο το βράδυ, όμως, στο σπίτι, έκλαψε, όπως αποκαλύπτει. «Εκείνος ήταν ψύχραιμος. Θυμάμαι να μου λέει: “Δεν καταλαβαίνω, κλαις γιατί; Πέθανε κάποιος;”. Ήταν προετοιμασμένος για το αποτέλεσμα και ήταν τρομερά εγκρατής. Τον Κώστα τον θαύμασα περισσότερο στην ήττα του παρά στη νίκη του».

Και κάπου εκεί επιστρέφει στους ανθρώπους που υπήρχαν πριν από όλα αυτά, στους γονείς της. Η μητέρα της σχολιάζει κυρίως την εξωτερική της εμφάνιση. Μπορεί να επιστρέψει από μια συνέντευξη και να τη ρωτήσει πώς της φάνηκε, για να ακούσει τελικά: «Ρε παιδί μου, αυτή την τρίχα που πέταγε εκεί δεν την είδε κανείς να σου πει;». Ο πατέρας της, γιατρός, προερχόμενος από οικογένεια γιατρών, είχε δυσκολευτεί πολύ να καταλάβει την επιλογή της δημοσιογραφίας. Για εκείνον επιστήμη ήταν η Ιατρική, άντε και λίγο η Νομική. Όταν εκείνη πέρασε στο πανεπιστήμιο, της είπε: «Θα πας στο πανεπιστήμιο για να σπουδάσεις κάτι που δεν είναι επιστήμη». Δεν καταλάβαινε την επικοινωνία ως επάγγελμα και της έλεγε ότι δεν είχε γνωστούς πολιτικούς ή δημοσιογράφους. «Σήμερα, όμως, το πιο συγκινητικό για εκείνον είναι που ακούει παντού το επίθετό του», επισημαίνει.

Η σχέση της με την οικογένεια του Κώστα Μπακογιάννη έχει επίσης τη δική της ιδιαιτερότητα. Η Ντόρα Μπακογιάννη είναι η πεθερά της, ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ο θείος του άντρα της. Τους ήξερε ήδη από τη δουλειά, πολύ πριν γνωρίσει τον Κώστα ως οικογένεια. Υπήρχε ήδη, όπως τονίζει, μια οικειότητα που δημιουργείται όταν ένας δημοσιογράφος συναντά πολιτικούς λόγω της δουλειάς. «Όλα τα υπόλοιπα είναι δράκοι και τέρατα που γράφονται», υπογραμμίζει. «Ξέρετε, δεν καθόμαστε όλοι μαζί τα Σαββατοκύριακα στα οικογενειακά τραπέζια να σχεδιάσουμε την επόμενη ημέρα της χώρας. Ο Κυριάκος έχει τη δική του οικογένεια, εγώ τη δική μου».

Με την Ντόρα, όμως, υπάρχει μια ξεχωριστή σχέση. «Είναι η πεθερά μου. Είναι μια υπέροχη γυναίκα, μια πολύ δυνατή γυναίκα. Υπάρχει μια σχέση αλληλοθαυμασμού και αλληλοπαραδοχής ανάμεσα σε δυο γυναίκες που έχουν γνωρίσει την αμφισβήτηση και τις δυσκολίες. Τη βλέπω και καταλαβαίνω τι έχει περάσει, με πόση δυσκολία και με πόση αμφισβήτηση. Και αυτή αντιστοίχως με βλέπει και καταλαβαίνει τις δυσκολίες που έχω αντιμετωπίσει για να αναρριχηθώ. Υπάρχει και μια γυναικεία αλληλεγγύη. Φυσικά, υπάρχουν και οι συζητήσεις για τα ζώδια, τις οποίες απολαμβάνω ιδιαίτερα», λέει γελώντας.

Έπειτα από όλη αυτήν τη διαδρομή, η ευτυχία έχει για εκείνη έναν πολύ συγκεκριμένο ορισμό. «Δεν υπάρχει επιτυχία χωρίς προσωπική ευτυχία». Είναι κάτι που θέλει να λέει κυρίως στα νέα κορίτσια, γιατί και η ίδια κυνήγησε την επιτυχία είκοσι τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο, τα Σαββατοκύριακα, χωρίς ύπνο και χωρίς φαγητό, λυσσασμένα. Αλλά αν δεν έχεις διαμορφώσει συνθήκες προσωπικής ευτυχίας, η ζωή δεν έχει πλάκα.

«Όσο πετυχημένος και να είσαι, αν το βράδυ γυρίζεις στο σπίτι σου και δεν υπάρχει εκεί ένα πρόσωπο που αγαπάς και στο οποίο μπορείς να ξεγυμνωθείς συναισθηματικά και να γίνεις όσο ευάλωτος γουστάρεις, δεν υπάρχει επιτυχία. Δεν έχει νόημα». Είτε είναι ο σύντροφός σου είτε το παιδί σου. Για εκείνη, αυτό είναι το κορυφαίο πράγμα. Στις πιο δύσκολες στιγμές της είχε την τύχη να έχει δίπλα της ανθρώπους να πιαστεί και ανθρώπους που, όταν έπεφτε, την έπιαναν.

Ο χρόνος που περνά την απασχολεί, αλλά όχι όπως θα περίμενε κανείς. Έκοψε το τσιγάρο, κάτι που θεωρεί ένα από τα δυσκολότερα πράγματα που έχει κάνει στη ζωή της. Ο Κώστας, τον οποίο χαρακτηρίζει ως τον πιο δυνατό άνθρωπο που γνωρίζει, ήταν ο πρώτος που το έκοψε και τότε είπε πως αφού το έκοψε εκείνος, θα το κόψει και η ίδια. «Αυτό το δώρο το έκανα στον εαυτό μου. Και είμαι πάρα πολύ περήφανη γι’ αυτό». Την ενδιαφέρει να τρώει υγιεινά, να προσέχει τον εαυτό της και να γυμνάζεται, αλλά ταυτόχρονα αισθάνεται ότι της πάει που μεγαλώνει. «Μου πάει και μέσα μου και θεωρώ ότι μου πάει και έξω μου. Η σημερινή Σία μού αρέσει περισσότερο από οποιαδήποτε Σία του παρελθόντος. Νιώθω πολύ καλά με τον εαυτό μου. Και με τις ρυτίδες μου και με όλα», αναφέρει.

Και αν έπρεπε να κρατήσει μία μόνο αρχή για τη ζωή, θα ήταν η εξής: «Να ευχαριστιόμαστε τη ζωή μας, να είμαστε υγιείς και να ρουφάμε τις στιγμές. Να μην αφήνουμε τα όμορφα να περνάνε τόσο εύκολα. Να μην είμαστε τόσο αδιάφοροι. Να μην τα θεωρούμε όλα τόσο δεδομένα». Το 2026 τής έμαθε ακριβώς αυτό: «Ότι δεν πρέπει να θεωρώ τίποτα δεδομένο και ότι πρέπει να ευχαριστιόμαστε τις στιγμές μας και τους ανθρώπους μας». Όταν θέλουμε να πούμε «σ’ αγαπώ», να το λέμε. «Και τη στιγμή που θέλουμε να σιχτιρίσουμε, να σιχτιρίσουμε».

Κλείνοντας, ένα από τα ταξίδια που έκανε αυτούς τους μήνες και της έμεινε ήταν στην Ισλανδία. Πήγε με τον γιο της, Δήμο, και μια φίλη της. Έκαναν 3.000 χιλιόμετρα σε δέκα ημέρες, με ένα backpack, «όπου γης και πατρίς». Το ευχαριστήθηκε πάρα πολύ. Της έμειναν απίστευτες εικόνες, μια τρομερή εμπειρία και ένα τρομερό φλασμπάκ, γιατί όλη της η ζωή, τα παιδικά της χρόνια, όλα τα καλοκαίρια της, είναι συνδεδεμένα με αυτοκίνητα και ταξίδια με τους γονείς της σε όλο τον κόσμο. «Κάπως ένιωσα σαν να πήρα τη θέση τους κι εγώ». Όταν έρχεται η στιγμή για μια τελευταία φράση, μια κουβέντα που θα ήθελε να κρατήσει κάποιος από εκείνη, της έρχεται πρώτο το πιο απλό πράγμα που της λέει το παιδί της: «Είσαι η καλύτερη μαμά του κόσμου». Ξέρει ότι αυτήν τη φράση την ακούνε όλες οι μαμάδες από όλα τα παιδιά. Αλλά ίσως ακριβώς γι’ αυτό να είναι και μία από τις πιο σημαντικές.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

Πηγή: Lifo.gr

Pagenews Editor
Ο ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ
Pagenews Editor Συντάκτης Ειδήσεων
Δημοσιογράφος με εμπειρία στη σύνταξη και επιμέλεια ειδησεογραφικού περιεχομένου, με έμφαση στη ροή της καθημερινής επικαιρότητας και την άμεση κάλυψη των σημαντικότερων εξελίξεων στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Ασχολείται με πολιτικά, κοινωνικά, οικονομικά και γενικού ενδιαφέροντος θέματα, διασφαλίζοντας την έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωση του κοινού. Απόφοιτος Τμήματος Δημοσιογραφίας και Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας, με εξειδίκευση στα ψηφιακά μέσα ενημέρωσης και τη σύγχρονη ειδησεογραφία. Διαθέτει εμπειρία στην συγγραφή  online περιεχομένου, τη διαχείριση ειδησεογραφικής ύλης και την παρακολούθηση της επικαιρότητας σε πραγματικό χρόνο.

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο