Lifestyle

Σία Κοσιώνη: «Δεν θα αφήσω κανέναν να με κακοποιήσει ξανά»

Σία Κοσιώνη: «Δεν θα αφήσω κανέναν να με κακοποιήσει ξανά»
Η αποχώρηση από τον ΣΚΑΪ, η μεταγραφή στον ΑΝΤ1, τα νέα επαγγελματικά βήματα, η σοβαρή περιπέτεια υγείας που την άλλαξε, οι επιθέσεις λόγω του συζύγου της Κώστα Μπακογιάννη αλλά και τι απαντά για πρώτη φορά όσον αφορά το ντοκιμαντέρ του Αλέξη Παπαχελά και τον Δημήτρη Κουφοντίνα.

Πίσω από όλα αυτά υπάρχει ένα απρόσμενο δώρο: οι τέσσερις μήνες ηρεμίας μετά την αποχώρησή της από τον ΣΚΑΪ. Συνειδητοποίησε ότι επί είκοσι χρόνια ήταν σαν «το χαμστεράκι στον τροχό», μέσα σε μια γυάλα, χωρίς να προλαβαίνει να δει τι συνέβαινε γύρω της ή να το σκεφτεί. Αυτοί οι τέσσερις μήνες τής έδωσαν χρόνο να βάλει σε τάξη ιδέες, πλατφόρμες, σκέψεις και πρότζεκτ, ενώ ήταν στην Αθήνα ή έκανε ταξίδια – πήγε στο βουνό με τον Κώστα, όπου έμειναν αρκετό καιρό. Μέσα σε αυτή την ηρεμία πήρε μορφή το Greek Identity Forum. Πρόκειται για μια πλατφόρμα προβληματισμού γύρω από τη σύγχρονη ελληνική ταυτότητα, ένα ζήτημα που την απασχολεί από την περίοδο της οικονομικής κρίσης – πάντα την απασχολούσε τι αποτύπωμα αφήνουν οι διαφορετικές κρίσεις, εθνικές και διεθνείς, που έχουμε περάσει. Δεν θέλει να κάνει think tank με την κλασική έννοια ούτε να παραγάγει πολιτική. «Το λέω για πρώτη φορά και αφορά το ποιοι είμαστε, ποιοι έχουμε γίνει μέσα από όλα αυτά. Έχει αλλάξει κάτι στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε βασικές ταυτοτικές έννοιες;». Το Greek Identity Forum θα συνοδεύεται από ένα ετήσιο event και από μεγάλη ποσοτική και ποιοτική έρευνα. Θέλει να δημιουργηθεί ένας εθνικού επιπέδου διάλογος που δεν θα βασίζεται σε συζητήσεις εν κενώ αλλά σε δεδομένα. «Θα έχουμε ένα μεγάλο event στο οποίο θα συναντηθούν οι οραματιστές και οι opinion makers αυτής της χώρας, θα τους βάλουμε να έρθουν αντιμέτωποι με αυτό που συμβαίνει σήμερα στη χώρα, ώστε να το κατανοήσουμε».

Στο σημείο αυτό τη ρωτώ αν υπάρχει μια παθογένεια της χώρας που θα ήθελε να αλλάξει και η ίδια απαντά: «Ναι, η φαγωμάρα. Έχουμε μια έμφυτη καχυποψία και φαγωμάρα, πολλή ζηλοφθονία επίσης». Θα ήθελε οι άνθρωποι που έχουν κάτι να δώσουν, να μπορούν να το κάνουν πιο εύκολα. «Πάει ένας άνθρωπος να κάνει κάτι σοβαρό, εποικοδομητικό σε αυτήν τη χώρα και τον λιανίζεις προτού κάνει βήμα από την πόρτα». Δεν ξέρει αν αυτό είναι χαρακτηριστικό, αλλά αναγνωρίζει τον φθόνο: «Γιατί να έχει αυτός και να μην έχω εγώ;». Έχει δει μεγάλες θετικές προσπάθειες να καταλήγουν στο κενό επειδή κάποιος έβγαλε χολή σε κάποιον. «Αυτή η μίρλα και η φαγωμάρα μας κρατάει πίσω».

Η συζήτηση οδηγείται αναπόφευκτα στη σοβαρή περιπέτεια υγείας που πέρασε. Δεν είναι ακόμη ένα θέμα για το οποίο μπορεί να μιλήσει απολύτως ψύχραιμα. «Εξακολουθώ ακόμη να ρωτάω γιατί. Γιατί το έπαθα; Γιατί ένα μικροβιάκι με έστειλε αδιάβαστη;». Και συνεχίζει: «Αυτό στο οποίο έχω καταλήξει είναι ότι μπορεί να είσαι “στα κόκκινα” για έναν χρόνο, δύο, πέντε ή δέκα χρόνια. Όταν όμως είσαι για πάρα πολλά χρόνια στο κόκκινο και δεν το καταλαβαίνεις, κάποια στιγμή το σώμα σου σου λέει “μέχρι εδώ”. Εγώ θεωρώ ότι το σώμα μου με υπηρέτησε αρκετά. Κάνω καλή διατροφή, γυμνάζομαι και προσέχω τον εαυτό μου, αλλά ταυτόχρονα είμαι κι ένας άνθρωπος που υπερβαίνει συνεχώς τον εαυτό του. Πάντα έκανα περισσότερα από αυτά που μπορώ, περισσότερα από αυτά που αντέχω. Κάπου, λοιπόν, το σώμα μου είπε “όπα”».

Η ασθένεια τη βρήκε απότομα. Όλα έγιναν ένα βράδυ που δεν μπορούσε να αναπνεύσει. «Συνειδητοποίησα ότι δεν περνούσε από τον λαιμό αέρας. Πήραμε με τον Κώστα ταξί, φτάσαμε στο νοσοκομείο, όλα έγιναν πολύ γρήγορα. Εκεί που μπορούσα να κάνω τα πάντα, βρέθηκα ξαφνικά σε ένα κρεβάτι, χωρίς να μπορώ να κοιμηθώ, να πάω στην τουαλέτα ή ακόμη και να σηκώσω το πόδι μου. Ακόμη και σήμερα όταν ξυπνώ το πρωί, γυρίζω κάποιες φορές σε εκείνες τις ημέρες. Χρειάστηκα περίπου έναν μήνα για να μπορέσω να κατέβω από το κρεβάτι και να περπατήσω».

Έπειτα από αυτή την περιπέτεια πήρε πολύ μεγάλες αποφάσεις. «Δεν θα ξανακακοποιήσω τη Σία, αλλά κυρίως δεν θα επιτρέψω σε κανέναν να με κακοποιήσει ξανά. Γιατί, τελικά, το να κακοποιείς τον εαυτό σου είναι επιλογή σου, αλλά το να επιτρέπεις στον άλλον να σε απομυζά, σίγουρα δεν πρέπει να είναι μια δική σου απόφαση». Δίπλα της ήταν συνεχώς ο Κώστας. Τον περιγράφει ως έναν άνθρωπο που της έδινε δύναμη, πάντα χαμογελαστό και αισιόδοξο. Όταν εκείνη κοιμόταν, έφευγε για να πάει στο παιδί και όταν εκείνη ξυπνούσε, ήταν πάλι εκεί. Για το παιδί, η περιπέτεια αυτή ήταν ένα πολύ μεγάλο σοκ. «Ό,τι ζούμε εμείς είναι δοκιμασία και για τα παιδιά μας. Δεν υπάρχει αμφιβολία. Το παιδί το αντιμετώπισε πολύ ώριμα. Του έλεγαν ότι η μαμά δεν θα πάθει τίποτα και όλα θα πάνε καλά, αλλά αργότερα έμαθα ότι πήγαινε στο σχολείο και έλεγε στη δασκάλα ότι δεν τον αφήνουν να δει τη μαμά του. Όταν άρχισα να νιώθω καλύτερα, κάναμε FaceTime. Προσπαθούσα να τον διαβάσω από απόσταση και εκείνος άρχισε να μου παίζει κιθάρα για να με ευχαριστήσει. Ήταν μια δοκιμασία για το παιδί. Όταν μένει μακριά από τη μαμά του για δεκαπέντε ημέρες, αναρωτιέται τι συμβαίνει», λέει με δάκρυα στα μάτια.

Η αποχώρηση από τον ΣΚΑΪ, επισημαίνει, την έφερε ακόμη πιο κοντά στον κόσμο. «Είναι σαν αυτό που λέμε: όταν χωρίζεις, καταλαβαίνεις την αξία του ανθρώπου». Υπάρχουν, βέβαια, και οι αδιάκριτοι, άνθρωποι που σχολιάζουν ακόμη και το παιδί της. Εκεί όμως υπάρχει μια πολύ καθαρή γραμμή: άλλο το να αντέχεις κάτι και άλλο το να το ανέχεσαι.

Με τον Κώστα Μπακογιάννη είχαν κινηθεί δικαστικά για δημοσιεύματα εφημερίδας που αφορούσαν την οικογένειά τους και έχουν κερδίσει τα ασφαλιστικά μέτρα. Θυμάται, μάλιστα, την ημέρα παρουσίασης της υποψηφιότητας του Κώστα Μπακογιάννη, το 2019, όταν είχε δημοσιευτεί κάτι που κανονικά θα έπρεπε να την ενοχλήσει. Εκείνη του είπε: «Εμένα δεν με ενοχλεί. Ξέχνα το. Βγες το βράδυ, ανέβα πάνω και λάμψε». Γιατί, όπως λέει, πρέπει να αντέχεις.

Η συζήτηση οδηγείται και στη βραδιά που ο σύζυγός της έχασε τις εκλογές. «Εκείνη η βραδιά ήταν διαφορετική. Ήταν πολύ δύσκολη συναισθηματικά, διότι άλλο το προσωπικό και άλλο η δουλειά. Δεν θα επέτρεπα ποτέ στον εαυτό μου, στην επαγγελματία Σία, να δείξει το παραμικρό. Όσο τα φώτα ήταν αναμμένα, ήταν η Σία η δημοσιογράφος. Όταν έσβησαν, έγινε η Σία η σύζυγος. Όταν τελείωσε, γύρισα στο σπίτι μου και άφησα τα συναισθήματά μου να με πλημμυρίσουν. Εκείνη τη βραδιά δέχτηκα πολλή τοξικότητα και πολλές επιθέσεις, αλλά δεν έδωσα το δικαίωμα σε κανέναν να πει το οτιδήποτε. Δεν πανηγύρισα όταν ο Κώστας κέρδισε ούτε έκλαψα δημόσια όταν έχασε». Εκείνο το βράδυ, όμως, στο σπίτι, έκλαψε, όπως αποκαλύπτει. «Εκείνος ήταν ψύχραιμος. Θυμάμαι να μου λέει: “Δεν καταλαβαίνω, κλαις γιατί; Πέθανε κάποιος;”. Ήταν προετοιμασμένος για το αποτέλεσμα και ήταν τρομερά εγκρατής. Τον Κώστα τον θαύμασα περισσότερο στην ήττα του παρά στη νίκη του».

Και κάπου εκεί επιστρέφει στους ανθρώπους που υπήρχαν πριν από όλα αυτά, στους γονείς της. Η μητέρα της σχολιάζει κυρίως την εξωτερική της εμφάνιση. Μπορεί να επιστρέψει από μια συνέντευξη και να τη ρωτήσει πώς της φάνηκε, για να ακούσει τελικά: «Ρε παιδί μου, αυτή την τρίχα που πέταγε εκεί δεν την είδε κανείς να σου πει;». Ο πατέρας της, γιατρός, προερχόμενος από οικογένεια γιατρών, είχε δυσκολευτεί πολύ να καταλάβει την επιλογή της δημοσιογραφίας. Για εκείνον επιστήμη ήταν η Ιατρική, άντε και λίγο η Νομική. Όταν εκείνη πέρασε στο πανεπιστήμιο, της είπε: «Θα πας στο πανεπιστήμιο για να σπουδάσεις κάτι που δεν είναι επιστήμη». Δεν καταλάβαινε την επικοινωνία ως επάγγελμα και της έλεγε ότι δεν είχε γνωστούς πολιτικούς ή δημοσιογράφους. «Σήμερα, όμως, το πιο συγκινητικό για εκείνον είναι που ακούει παντού το επίθετό του», επισημαίνει.

Η σχέση της με την οικογένεια του Κώστα Μπακογιάννη έχει επίσης τη δική της ιδιαιτερότητα. Η Ντόρα Μπακογιάννη είναι η πεθερά της, ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ο θείος του άντρα της. Τους ήξερε ήδη από τη δουλειά, πολύ πριν γνωρίσει τον Κώστα ως οικογένεια. Υπήρχε ήδη, όπως τονίζει, μια οικειότητα που δημιουργείται όταν ένας δημοσιογράφος συναντά πολιτικούς λόγω της δουλειάς. «Όλα τα υπόλοιπα είναι δράκοι και τέρατα που γράφονται», υπογραμμίζει. «Ξέρετε, δεν καθόμαστε όλοι μαζί τα Σαββατοκύριακα στα οικογενειακά τραπέζια να σχεδιάσουμε την επόμενη ημέρα της χώρας. Ο Κυριάκος έχει τη δική του οικογένεια, εγώ τη δική μου».

Με την Ντόρα, όμως, υπάρχει μια ξεχωριστή σχέση. «Είναι η πεθερά μου. Είναι μια υπέροχη γυναίκα, μια πολύ δυνατή γυναίκα. Υπάρχει μια σχέση αλληλοθαυμασμού και αλληλοπαραδοχής ανάμεσα σε δυο γυναίκες που έχουν γνωρίσει την αμφισβήτηση και τις δυσκολίες. Τη βλέπω και καταλαβαίνω τι έχει περάσει, με πόση δυσκολία και με πόση αμφισβήτηση. Και αυτή αντιστοίχως με βλέπει και καταλαβαίνει τις δυσκολίες που έχω αντιμετωπίσει για να αναρριχηθώ. Υπάρχει και μια γυναικεία αλληλεγγύη. Φυσικά, υπάρχουν και οι συζητήσεις για τα ζώδια, τις οποίες απολαμβάνω ιδιαίτερα», λέει γελώντας.

Έπειτα από όλη αυτήν τη διαδρομή, η ευτυχία έχει για εκείνη έναν πολύ συγκεκριμένο ορισμό. «Δεν υπάρχει επιτυχία χωρίς προσωπική ευτυχία». Είναι κάτι που θέλει να λέει κυρίως στα νέα κορίτσια, γιατί και η ίδια κυνήγησε την επιτυχία είκοσι τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο, τα Σαββατοκύριακα, χωρίς ύπνο και χωρίς φαγητό, λυσσασμένα. Αλλά αν δεν έχεις διαμορφώσει συνθήκες προσωπικής ευτυχίας, η ζωή δεν έχει πλάκα.

«Όσο πετυχημένος και να είσαι, αν το βράδυ γυρίζεις στο σπίτι σου και δεν υπάρχει εκεί ένα πρόσωπο που αγαπάς και στο οποίο μπορείς να ξεγυμνωθείς συναισθηματικά και να γίνεις όσο ευάλωτος γουστάρεις, δεν υπάρχει επιτυχία. Δεν έχει νόημα». Είτε είναι ο σύντροφός σου είτε το παιδί σου. Για εκείνη, αυτό είναι το κορυφαίο πράγμα. Στις πιο δύσκολες στιγμές της είχε την τύχη να έχει δίπλα της ανθρώπους να πιαστεί και ανθρώπους που, όταν έπεφτε, την έπιαναν.

Ο χρόνος που περνά την απασχολεί, αλλά όχι όπως θα περίμενε κανείς. Έκοψε το τσιγάρο, κάτι που θεωρεί ένα από τα δυσκολότερα πράγματα που έχει κάνει στη ζωή της. Ο Κώστας, τον οποίο χαρακτηρίζει ως τον πιο δυνατό άνθρωπο που γνωρίζει, ήταν ο πρώτος που το έκοψε και τότε είπε πως αφού το έκοψε εκείνος, θα το κόψει και η ίδια. «Αυτό το δώρο το έκανα στον εαυτό μου. Και είμαι πάρα πολύ περήφανη γι’ αυτό». Την ενδιαφέρει να τρώει υγιεινά, να προσέχει τον εαυτό της και να γυμνάζεται, αλλά ταυτόχρονα αισθάνεται ότι της πάει που μεγαλώνει. «Μου πάει και μέσα μου και θεωρώ ότι μου πάει και έξω μου. Η σημερινή Σία μού αρέσει περισσότερο από οποιαδήποτε Σία του παρελθόντος. Νιώθω πολύ καλά με τον εαυτό μου. Και με τις ρυτίδες μου και με όλα», αναφέρει.

Και αν έπρεπε να κρατήσει μία μόνο αρχή για τη ζωή, θα ήταν η εξής: «Να ευχαριστιόμαστε τη ζωή μας, να είμαστε υγιείς και να ρουφάμε τις στιγμές. Να μην αφήνουμε τα όμορφα να περνάνε τόσο εύκολα. Να μην είμαστε τόσο αδιάφοροι. Να μην τα θεωρούμε όλα τόσο δεδομένα». Το 2026 τής έμαθε ακριβώς αυτό: «Ότι δεν πρέπει να θεωρώ τίποτα δεδομένο και ότι πρέπει να ευχαριστιόμαστε τις στιγμές μας και τους ανθρώπους μας». Όταν θέλουμε να πούμε «σ’ αγαπώ», να το λέμε. «Και τη στιγμή που θέλουμε να σιχτιρίσουμε, να σιχτιρίσουμε».

Κλείνοντας, ένα από τα ταξίδια που έκανε αυτούς τους μήνες και της έμεινε ήταν στην Ισλανδία. Πήγε με τον γιο της, Δήμο, και μια φίλη της. Έκαναν 3.000 χιλιόμετρα σε δέκα ημέρες, με ένα backpack, «όπου γης και πατρίς». Το ευχαριστήθηκε πάρα πολύ. Της έμειναν απίστευτες εικόνες, μια τρομερή εμπειρία και ένα τρομερό φλασμπάκ, γιατί όλη της η ζωή, τα παιδικά της χρόνια, όλα τα καλοκαίρια της, είναι συνδεδεμένα με αυτοκίνητα και ταξίδια με τους γονείς της σε όλο τον κόσμο. «Κάπως ένιωσα σαν να πήρα τη θέση τους κι εγώ». Όταν έρχεται η στιγμή για μια τελευταία φράση, μια κουβέντα που θα ήθελε να κρατήσει κάποιος από εκείνη, της έρχεται πρώτο το πιο απλό πράγμα που της λέει το παιδί της: «Είσαι η καλύτερη μαμά του κόσμου». Ξέρει ότι αυτήν τη φράση την ακούνε όλες οι μαμάδες από όλα τα παιδιά. Αλλά ίσως ακριβώς γι’ αυτό να είναι και μία από τις πιο σημαντικές.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

Πηγή: Lifo.gr

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο