Η εικόνα της ελληνικής οικονομίας μπορεί να βελτιώνεται σε αρκετούς μακροοικονομικούς δείκτες, όμως στο ταμείο του νοικοκυριού η πραγματικότητα παραμένει πολύ πιο δύσκολη.
Τα νέα στοιχεία της Έρευνας Οικονομικής Συγκυρίας του ΙΟΒΕ για τον Σεπτέμβριο δείχνουν ότι η μεγάλη πίεση στο διαθέσιμο εισόδημα όχι μόνο δεν έχει εξαφανιστεί, αλλά εξακολουθεί να καθορίζει τις αποφάσεις εκατοντάδων χιλιάδων οικογενειών.
Το 58% των καταναλωτών δηλώνει ότι «μόλις τα βγάζει πέρα».
Δηλαδή σχεδόν 6 στους 10 βρίσκονται κάθε μήνα σε μία οικονομική ισορροπία χωρίς ουσιαστικό περιθώριο.
Και πίσω από αυτόν τον αριθμό υπάρχει ένα ακόμη πιο ανησυχητικό εύρημα:
Το 82% θεωρεί απίθανο να αποταμιεύσει μέσα στους επόμενους 12 μήνες.
58%: «Μόλις τα βγάζουμε πέρα»
Στην ερώτηση για την τρέχουσα οικονομική κατάσταση του νοικοκυριού, το 58% απαντά ότι «μόλις τα βγάζει πέρα».
Το ποσοστό παραμένει αμετάβλητο σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα.
Την ίδια στιγμή:
- 12% δηλώνει ότι αναγκάζεται να αντλεί χρήματα από τις αποταμιεύσεις του,
- 7% δηλώνει ότι έχει χρεωθεί,
- ενώ μόλις 22% αναφέρει ότι αποταμιεύει λίγο ή πολύ.
Με άλλα λόγια, για τη μεγάλη πλειονότητα των νοικοκυριών ο μήνας δεν αφήνει σημαντικό οικονομικό «μαξιλάρι».
60%: «Η οικονομική μας κατάσταση χειροτέρεψε»
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η απάντηση των πολιτών όταν καλούνται να συγκρίνουν τη σημερινή τους οικονομική κατάσταση με εκείνη πριν από έναν χρόνο.
Το 60% δηλώνει ότι αυτή επιδεινώθηκε ελαφρά ή αισθητά.
Στον αντίποδα, μόλις το 3% θεωρεί ότι η οικονομική κατάσταση του νοικοκυριού του παρουσίασε μικρή βελτίωση.
Η διαφορά είναι εντυπωσιακή:
60% βλέπει επιδείνωση – 3% βλέπει βελτίωση.
Και εξηγεί γιατί η βελτίωση ορισμένων γενικών οικονομικών δεικτών δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε αντίστοιχη αλλαγή του οικονομικού κλίματος μέσα στα σπίτια.
Και το 55% φοβάται ότι έρχονται ακόμη δυσκολότερες ημέρες
Η πίεση δεν αφορά μόνο όσα έχουν ήδη συμβεί.
Αφορά και τις προσδοκίες για το μέλλον.
Το 55% των νοικοκυριών εκτιμά ότι η οικονομική του κατάσταση θα επιδεινωθεί ελαφρά ή αισθητά μέσα στους επόμενους 12 μήνες.
Μόλις 5% περιμένει κάποια μικρή βελτίωση.
Υπάρχει, πάντως, μία σχετική αποκλιμάκωση της απαισιοδοξίας.
Τον προηγούμενο μήνα το αντίστοιχο ποσοστό όσων περίμεναν επιδείνωση βρισκόταν στο 59%.
Άρα οι προσδοκίες έχουν γίνει ελαφρώς λιγότερο αρνητικές.
Δεν έχουν όμως γίνει θετικές.
82%: Αποταμίευση; «Όχι»
Ίσως το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο της έρευνας αφορά την αποταμίευση.
Το 82% των νοικοκυριών θεωρεί απίθανο να μπορέσει να αποταμιεύσει μέσα στους επόμενους 12 μήνες.
Μόλις το 16% θεωρεί πιθανό ή πολύ πιθανό να βάλει χρήματα στην άκρη.
Αυτό είναι κρίσιμο οικονομικά.
Γιατί η αποταμίευση δεν αφορά μόνο τη δημιουργία περιουσίας.
Είναι το «μαξιλάρι» ενός νοικοκυριού απέναντι σε ένα έκτακτο έξοδο:
μια επισκευή, ένα πρόβλημα υγείας, μία αύξηση λογαριασμού, μία προσωρινή απώλεια εισοδήματος.
Όταν αυτό το μαξιλάρι δεν δημιουργείται, ακόμη και μία σχετικά μικρή οικονομική ανατροπή μπορεί να μετατραπεί σε σοβαρό πρόβλημα.
46% ετοιμάζεται να κόψει κι άλλο τις δαπάνες
Η οικονομική πίεση περνά πλέον και στην κατανάλωση.
Το 46% των καταναλωτών προβλέπει ότι το επόμενο διάστημα θα πραγματοποιήσει λιγότερες ή πολύ λιγότερες δαπάνες.
Μόλις το 5% περιμένει να αυξήσει τις αγορές του.
Το συγκεκριμένο στοιχείο έχει ευρύτερη σημασία για την οικονομία.
Εάν μεγάλος αριθμός νοικοκυριών περιορίζει ταυτόχρονα τις αγορές του, η πίεση δεν μένει μόνο στον οικογενειακό προϋπολογισμό.
Μεταφέρεται:
στο λιανεμπόριο, στις υπηρεσίες, στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και τελικά στην ιδιωτική κατανάλωση.
Το παράδοξο: Η κατανάλωση συνολικά αντέχει
Και εδώ εμφανίζεται ένα φαινομενικό παράδοξο.
Η συνολική κατανάλωση στην ελληνική οικονομία εξακολουθεί να εμφανίζει αντοχές.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι όλα τα νοικοκυριά βρίσκονται στην ίδια κατάσταση.
Η αυξημένη τουριστική δαπάνη, η αύξηση της απασχόλησης και η διαφορετική συμπεριφορά των υψηλότερων εισοδημάτων μπορούν να στηρίζουν τη συνολική κατανάλωση, την ώρα που χαμηλότερα και μεσαία εισοδήματα εξαντλούν πολύ μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων τους στις βασικές ανάγκες.
Η τελευταία Έρευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών δείχνει χαρακτηριστικά ότι το φτωχότερο 20% των νοικοκυριών διαθέτει το 54,4% των συνολικών δαπανών του μόνο σε τρόφιμα και στέγαση.
Άρα δύο πράγματα μπορούν να συμβαίνουν ταυτόχρονα:
η κατανάλωση της χώρας να αυξάνεται και ένα μεγάλο μέρος των νοικοκυριών να αισθάνεται οικονομικά πιεσμένο.
Η ακρίβεια παραμένει μέσα στις προσδοκίες
Τα νοικοκυριά δεν φαίνεται να περιμένουν γρήγορη εξαφάνιση των πληθωριστικών πιέσεων.
Το 62% προβλέπει ότι οι τιμές θα συνεχίσουν να αυξάνονται με τον ίδιο ή ακόμη ταχύτερο ρυθμό μέσα στους επόμενους 12 μήνες.
Μόλις το 17% περιμένει σταθερότητα.
Ο σχετικός δείκτης προσδοκιών για τις τιμές υποχώρησε στις +35 μονάδες, από +40, γεγονός που δείχνει κάποια αποκλιμάκωση των φόβων.
Όχι όμως ανατροπή της εικόνας.
Η πλειονότητα εξακολουθεί να περιμένει ανατιμήσεις.
Η Ελλάδα τελευταία στην ΕΕ στην καταναλωτική εμπιστοσύνη
Υπάρχει ακόμη ένα στοιχείο που ξεχωρίζει.
Ο δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης στην Ελλάδα βελτιώθηκε τον Σεπτέμβριο στις -41,6 μονάδες.
Η κατεύθυνση επομένως είναι θετική.
Το επίπεδο, όμως, παραμένει εξαιρετικά χαμηλό.
Οι Έλληνες καταναλωτές εξακολουθούν να εμφανίζονται ως οι περισσότερο απαισιόδοξοι στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία να ακολουθούν.
Αυτό δείχνει και το μέγεθος της απόστασης που πρέπει ακόμη να καλυφθεί.
Το οικονομικό «ρήγμα» πίσω από τους μέσους όρους
Τα στοιχεία εξηγούν επίσης γιατί πολλές φορές οι επίσημοι μακροοικονομικοί δείκτες και η αίσθηση της κοινωνίας φαίνεται να περιγράφουν δύο διαφορετικές οικονομίες.
Η ανεργία μπορεί να υποχωρεί.
Η απασχόληση μπορεί να αυξάνεται.
Η οικονομία μπορεί να αναπτύσσεται.
Όμως για ένα νοικοκυριό εκείνο που τελικά μετρά είναι πολύ πιο απλό:
τι μένει στον λογαριασμό αφού πληρωθούν τρόφιμα, στέγη, ενέργεια, μετακινήσεις και υποχρεώσεις.
Και όταν το 58% δηλώνει ότι απλώς «μόλις τα βγάζει πέρα», το πρόβλημα δεν αφορά πλέον μόνο τις πιο ευάλωτες ομάδες.
Αφορά μεγάλο τμήμα της καταναλωτικής βάσης της οικονομίας.
Το καμπανάκι για το τελευταίο τρίμηνο
Υπάρχει, τέλος, και ένας λόγος που τα συγκεκριμένα στοιχεία αποκτούν μεγαλύτερη βαρύτητα τώρα.
Η ελληνική οικονομία μπαίνει στο τελευταίο τρίμηνο του 2026 με νέες πιέσεις από την ενέργεια και τα καύσιμα, οι οποίες μπορούν να περάσουν σταδιακά στο κόστος μεταφορών, παραγωγής και τελικά στις τιμές προϊόντων και υπηρεσιών.
Για ένα νοικοκυριό που διαθέτει ήδη ελάχιστο περιθώριο αποταμίευσης, μια νέα περίοδος αυξημένου ενεργειακού κόστους είναι πολύ δυσκολότερο να απορροφηθεί.
Οι αριθμοί που δείχνουν την πραγματική πίεση
Η εικόνα του Σεπτεμβρίου συμπυκνώνεται σε έξι αριθμούς:
58% – μόλις τα βγάζει πέρα.
60% – λέει ότι η οικονομική του κατάσταση χειροτέρεψε.
55% – περιμένει νέα επιδείνωση τον επόμενο χρόνο.
82% – θεωρεί απίθανη την αποταμίευση.
46% – σκοπεύει να περιορίσει τις δαπάνες.
62% – περιμένει νέες αυξήσεις τιμών.
Υπάρχει μία μικρή βελτίωση στις προσδοκίες.
Αλλά η οικονομική ασφυξία που αποτυπώνεται στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς παραμένει.
Και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο μήνυμα των στοιχείων:
το μεγάλο στοίχημα πλέον δεν είναι μόνο να βελτιώνονται οι δείκτες της οικονομίας, αλλά η βελτίωση να μεταφράζεται σε πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα στο τέλος κάθε μήνα.
Πηγή: pagenews.gr
