«Δένδιας ανοίγει νέο ναυτικό deal με Ιταλία: Δύο ναρκοθηρευτικά με κλάσμα του κόστους νέων πλοίων».
Σε νέο κύκλο ελληνοϊταλικής αμυντικής συνεργασίας εισέρχεται η Αθήνα, αυτή τη φορά με επίκεντρο τον ναρκοπόλεμο.
Ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Νίκος Δένδιας, κατά τη συμμετοχή του στη Σύνοδο της Πρωτοβουλίας Αδριατικής–Ιονίου στη Βενετία, συζήτησε με τον Ιταλό ομόλογό του Guido Crosetto τη δυνατότητα παραχώρησης στην Ελλάδα δύο μεταχειρισμένων ιταλικών ναρκοθηρευτικών. Η σχετική συζήτηση επιβεβαιώνεται επισήμως από το ελληνικό Υπουργείο Εθνικής Άμυνας.
Η κίνηση έρχεται λίγες εβδομάδες μετά την υπογραφή της Εφαρμοστικής Ρύθμισης για την πρόσκτηση δύο ιταλικών φρεγατών FREMM κλάσης Bergamini, γεγονός που δείχνει ότι η αμυντική συνεργασία Αθήνας–Ρώμης αποκτά πλέον μεγαλύτερο βάθος και εύρος.
Η ανάγκη για νέα ναρκοθηρευτικά είναι άμεση
Για το Πολεμικό Ναυτικό, το ζήτημα δεν είναι δευτερεύον.
Η Διοίκηση Ναρκοπολέμου διαθέτει σήμερα μόλις δύο επιχειρησιακά πλοία: το ΕΥΝΙΚΗ M-61 και το ΕΥΡΩΠΗ M-62.
Και τα δύο έχουν περισσότερες από τρεις δεκαετίες υπηρεσίας, γεγονός που περιορίζει αναπόφευκτα τη διαθεσιμότητα και αυξάνει τις απαιτήσεις συντήρησης.
Σε ένα περιβάλλον όπου οι θαλάσσιες υποδομές, τα καλώδια, οι ενεργειακές διασυνδέσεις και οι δίοδοι ναυσιπλοΐας αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη γεωστρατηγική αξία, η δυνατότητα εντοπισμού και εξουδετέρωσης ναρκών δεν αφορά μόνο κλασικές πολεμικές επιχειρήσεις.
Αφορά συνολικά την ασφάλεια του βυθού και των κρίσιμων υποδομών.
Προς Lerici ή Gaeta
Τα βλέμματα στρέφονται στα ιταλικά ναρκοθηρευτικά κλάσης Lerici και Gaeta, τα οποία σταδιακά θα αντικατασταθούν από τη νέα γενιά CNG/NGM.
Τα Gaeta αποτελούν εξέλιξη της αρχικής σχεδίασης Lerici και εντάχθηκαν σε υπηρεσία κυρίως τη δεκαετία του 1990.
Η Ιταλία διαθέτει ακόμη μονάδες και των δύο κλάσεων, όμως η έναρξη του προγράμματος αντικατάστασής τους καθιστά πλέον ρεαλιστικό το ενδεχόμενο παραχώρησης ορισμένων πλοίων σε συμμαχικές χώρες.
Το ελληνικό ενδιαφέρον αφορά δύο μονάδες, χωρίς μέχρι στιγμής να έχει ανακοινωθεί ποια συγκεκριμένα πλοία εξετάζονται.
Η Ιταλία ήδη χτίζει τη νέα γενιά
Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι η Ιταλία έχει ήδη περάσει στην επόμενη φάση.
Το 2024, Intermarine και Leonardo υπέγραψαν με το ιταλικό υπουργείο Άμυνας συμβόλαιο 1,6 δισ. ευρώ για πέντε νέα ναρκοθηρευτικά CNG/Coastal, με πρόβλεψη για ακόμη τρεις προαιρετικές μονάδες.
Η κατασκευή της δεύτερης νέας μονάδας ξεκίνησε το καλοκαίρι του 2026, ενώ η πρώτη αναμένεται να παραδοθεί μέσα στο 2029. Το ιταλικό Πολεμικό Ναυτικό επιβεβαιώνει ότι το πρόγραμμα περιλαμβάνει πέντε πλοία συν τρία προαιρετικά.
Αυτό σημαίνει ότι, όσο προχωρά η παράδοση της νέας γενιάς, ανοίγει σταδιακά παράθυρο για απόσυρση και μεταβίβαση παλαιότερων Lerici/Gaeta.
Γιατί έχουν ενδιαφέρον για την Ελλάδα
Το βασικό πλεονέκτημα αυτών των πλοίων είναι το κύτος από ενισχυμένο με υαλονήματα πλαστικό – GRP.
Το υλικό περιορίζει δραστικά τη μαγνητική υπογραφή του πλοίου, κάτι κρίσιμο απέναντι σε νάρκες που ενεργοποιούνται από μαγνητικά ίχνη.
Η επιχειρησιακή λογική είναι απλή:
το πλοίο εντοπίζει πιθανές νάρκες με σόναρ,
χρησιμοποιεί υποβρύχια οχήματα για αναγνώριση,
και στη συνέχεια προχωρά στην εξουδετέρωσή τους.
Για το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, τέτοια πλοία έχουν πρόσθετη αξία λόγω του σύνθετου βυθού και της αυξημένης σημασίας καλωδίων και ενεργειακών υποδομών.
Το τίμημα αγοράς μπορεί να είναι μικρό – ο εκσυγχρονισμός όχι
Εδώ βρίσκεται και το πραγματικό οικονομικό ζήτημα.
Εάν η Ιταλία παραχωρήσει τα πλοία με συμβολικό ή χαμηλό τίμημα, αυτό δεν σημαίνει ότι η συνολική απόκτηση θα είναι φθηνή.
Τα πλοία θα χρειαστούν:
επιθεώρηση κύτους,
εργασίες μηχανών και γεννητριών,
ανακαίνιση thrusters,
service ή αναβάθμιση σόναρ,
εκσυγχρονισμό συστημάτων διοίκησης μάχης,
αναβάθμιση επικοινωνιών,
ανακαίνιση ROV,
και πιστοποίηση για διαλειτουργικότητα με το ΝΑΤΟ.
Χρειάζονται επίσης εκπαίδευση πληρωμάτων, ανταλλακτικά και συμβόλαιο τεχνικής υποστήριξης.
Ρεαλιστικά 5–8 εκατ. ανά πλοίο
Με βάση αντίστοιχα ευρωπαϊκά παραδείγματα, ένα εύρος 5 έως 8 εκατ. ευρώ ανά σκάφος για επαναφορά σε πλήρη επιχειρησιακή κατάσταση θεωρείται ρεαλιστικό, εφόσον τα πλοία παραδοθούν σε καλή βασική κατάσταση.
Άρα, για δύο μονάδες, ένα συνολικό πακέτο περίπου 12–20 εκατ. ευρώ δεν είναι παράλογο ως αρχική εκτίμηση.
Το τελικό ποσό όμως θα εξαρτηθεί από:
την πραγματική κατάσταση των πλοίων,
την έκταση του εκσυγχρονισμού,
τον αριθμό των ανταλλακτικών
και το εάν θα αγοραστεί πολυετής τεχνική υποστήριξη.
Νέα πλοία: άλλος κόσμος κόστους
Η σύγκριση με νέες μονάδες δείχνει γιατί τα μεταχειρισμένα έχουν ελκυστικότητα.
Το ιταλικό πρόγραμμα των CNG/Coastal έχει αξία 1,6 δισ. ευρώ για πέντε πλοία, δηλαδή περίπου 320 εκατ. ευρώ ανά μονάδα με το σχετικό πακέτο υποστήριξης.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε νέο ναρκοθηρευτικό κοστίζει ακριβώς το ίδιο, αλλά δίνει την τάξη μεγέθους.
Για μια χώρα που χρειάζεται γρήγορα αριθμητική ενίσχυση στη Διοίκηση Ναρκοπολέμου, δύο μεταχειρισμένα πλοία με περιορισμένο κόστος μπορούν να λειτουργήσουν ως ενδιάμεση λύση μέχρι την επόμενη γενιά.
Ο πραγματικός ανταγωνιστής: ο χρόνος
Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο η τιμή.
Είναι ο χρόνος παράδοσης.
Νέα ναρκοθηρευτικά απαιτούν χρόνια για κατασκευή, δοκιμές και πιστοποίηση.
Μεταχειρισμένα πλοία μπορούν, εφόσον επιθεωρηθούν γρήγορα και υπάρξει διαθέσιμη γραμμή υποστήριξης, να ενταχθούν πολύ νωρίτερα.
Για το Πολεμικό Ναυτικό αυτό μπορεί να είναι καθοριστικό, καθώς το σημερινό σχήμα των δύο πλοίων θεωρείται οριακό για τις ανάγκες του ελληνικού χώρου.
Η Βρετανία μπορεί να μπει στη συζήτηση
Η Ιταλία δεν είναι η μοναδική πιθανή επιλογή.
Η Βρετανία αποτελεί φυσικό συνομιλητή, καθώς η Ελλάδα έχει ήδη εμπειρία από βρετανικά ναρκοθηρευτικά τύπου Hunt.
Το Λονδίνο έχει τα τελευταία χρόνια αποσύρει και μεταβιβάσει παλαιότερα πλοία ναρκοπολέμου σε συμμάχους, όπως στην περίπτωση των Sandown που παραχωρήθηκαν στη Ρουμανία.
Αυτό σημαίνει ότι μια οργανωμένη βρετανική πρόταση, εφόσον υπάρξει διαθεσιμότητα, δεν μπορεί να αποκλειστεί.
Γαλλία, Βέλγιο και Ολλανδία επίσης στο ραντάρ
Θεωρητικά, ενδιαφέρον έχουν και τα Tripartite που αποσύρονται σταδιακά από Γαλλία, Βέλγιο και Ολλανδία.
Ωστόσο μεγάλο μέρος των διαθέσιμων μονάδων έχει ήδη κατευθυνθεί ή δεσμευθεί για τρίτες χώρες, γεγονός που περιορίζει τις επιλογές.
Η σταδιακή ανανέωση των ευρωπαϊκών στόλων ναρκοπολέμου δημιουργεί πάντως μια προσωρινή «αγορά» μεταχειρισμένων, την οποία η Ελλάδα μπορεί να εκμεταλλευτεί.
Τα Segura της Ισπανίας πιο δύσκολη περίπτωση
Η Ισπανία διαθέτει τα νεότερα Segura, τα οποία εντάχθηκαν σε υπηρεσία κυρίως από το 1999 έως το 2005.
Ωστόσο το ισπανικό ναυτικό έχει επιλέξει να τα εκσυγχρονίσει αντί να τα αποσύρει άμεσα.
Άρα η πιθανότητα άμεσης διαθεσιμότητας είναι χαμηλότερη.
Μήνυμα και προς άλλους συμμάχους
Η δημόσια αναφορά Δένδια στη δυνατότητα απόκτησης δύο ιταλικών ναρκοθηρευτικών έχει και δεύτερη ανάγνωση.
Δηλώνει με καθαρό τρόπο στην ευρωπαϊκή αμυντική αγορά ότι η Ελλάδα αναζητά άμεσα δύο μονάδες ναρκοπολέμου.
Αυτό μπορεί να λειτουργήσει ως σήμα προς άλλους συμμάχους να καταθέσουν εναλλακτικές προτάσεις.
Και όσο περισσότερες πραγματικές προσφορές συγκεντρωθούν, τόσο μεγαλύτερη διαπραγματευτική ευχέρεια αποκτά η Αθήνα σε τίμημα, υποστήριξη και χρόνο παράδοσης.
Μετά τις FREMM, δεύτερος ναυτικός άξονας με την Ιταλία
Η πολιτική διάσταση της υπόθεσης είναι επίσης σημαντική.
Τον Σεπτέμβριο Ελλάδα και Ιταλία ενεργοποίησαν επίσημα το πρόγραμμα απόκτησης δύο ιταλικών FREMM κλάσης Bergamini από το Πολεμικό Ναυτικό.
Τώρα ανοίγει η συζήτηση για δύο ακόμη πλοία, αυτή τη φορά ναρκοπολέμου.
Εφόσον και αυτή η συμφωνία προχωρήσει, η Ιταλία θα εξελιχθεί σε έναν από τους σημαντικότερους προμηθευτές μεταχειρισμένων ναυτικών μονάδων προς την Ελλάδα την περίοδο 2026–2030.
Η μεγάλη εικόνα
Τα δύο ιταλικά ναρκοθηρευτικά δεν θα αποτελέσουν μια «λαμπερή» εξοπλιστική αγορά.
Μπορεί όμως να αποδειχθούν από τις πιο χρήσιμες.
Ο ναρκοπόλεμος είναι ένας τομέας που σπάνια βρίσκεται στα πρωτοσέλιδα, αλλά σε περίπτωση κρίσης μπορεί να κρίνει:
την πρόσβαση σε λιμάνια,
τη διατήρηση θαλάσσιων γραμμών,
την προστασία ενεργειακών διαδρομών,
και την επιχειρησιακή ελευθερία του ίδιου του στόλου.
Η Ελλάδα διαθέτει σήμερα μόλις δύο παλαιές μονάδες.
Η Ιταλία αρχίζει να αποσύρει τις δικές της καθώς κατασκευάζει την επόμενη γενιά.
Και αυτή η χρονική σύμπτωση δημιουργεί το παράθυρο που επιχειρεί να αξιοποιήσει τώρα ο Νίκος Δένδιας.
Αν το deal κλείσει σε χαμηλό τίμημα παραχώρησης και με ελεγχόμενο κόστος εκσυγχρονισμού, η Αθήνα μπορεί να αποκτήσει δύο κρίσιμες μονάδες μέσα σε πολύ μικρότερο χρόνο και με ένα κλάσμα του κόστους ενός νέου προγράμματος.
Πηγή: pagenews.gr
