Ελλάδα

«1.500 λουκέτα στους φούρνους – Το ψωμί οδεύει στο 1,50 ευρώ»: Κραυγή αγωνίας των αρτοποιών

«1.500 λουκέτα στους φούρνους – Το ψωμί οδεύει στο 1,50 ευρώ»: Κραυγή αγωνίας των αρτοποιών
Ο πρόεδρος της Συντεχνίας Αρτοποιών Αθηνών, Ιάσων Καπλάνης, προειδοποιεί για νέα κύματα ανατιμήσεων και κλεισίματα επιχειρήσεων – Το ενεργειακό κόστος εκτοξεύεται, οι καταναλωτές περιορίζουν τις αγορές τους και οι παραδοσιακοί φούρνοι ζητούν προστασία από τον ανταγωνισμό των σημείων τελικού ψησίματος.

Σε μια ιδιαίτερα δύσκολη περίοδο εισέρχεται ο κλάδος της παραδοσιακής αρτοποιίας, καθώς η αύξηση του ενεργειακού κόστους, οι πιέσεις στα λειτουργικά έξοδα και η περιορισμένη αγοραστική δύναμη των καταναλωτών δημιουργούν συνθήκες οικονομικής ασφυξίας για εκατοντάδες μικρές επιχειρήσεις.

Την έντονη ανησυχία των επαγγελματιών μετέφερε ο πρόεδρος της Συντεχνίας Αρτοποιών Αθηνών, Προαστίων και Περιχώρων, Ιάσων Καπλάνης, μιλώντας την Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2026 στον ραδιοφωνικό σταθμό Παραπολιτικά 90,1 και στην εκπομπή «Πρωινή αφετηρία» με τη δημοσιογράφο Έρη Πανάγου.

Ο κ. Καπλάνης υποστήριξε ότι 1.500 αρτοποιεία έχουν κλείσει την τελευταία τριετία πανελλαδικά, αποδίδοντας σημαντικό μέρος των πιέσεων στην εκτίναξη του κόστους ενέργειας.

Παράλληλα, προειδοποίησε ότι η σημερινή τιμή του ψωμιού δεν ανταποκρίνεται, κατά την εκτίμησή του, στο πραγματικό κόστος λειτουργίας των παραδοσιακών φούρνων.

Η παρέμβασή του αναδεικνύει ένα ευρύτερο ζήτημα οικονομικής πολιτικής: τη δυνατότητα επιβίωσης των μικρών βιοτεχνικών επιχειρήσεων σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος παραγωγής παραμένει υψηλό, ενώ οι καταναλωτές περιορίζουν τις δαπάνες τους.

«1.500 λουκέτα την τελευταία τριετία» – Η προειδοποίηση για τον κλάδο

Ο πρόεδρος της Συντεχνίας Αρτοποιών περιέγραψε την κατάσταση με ιδιαίτερα ανησυχητικούς όρους.

«Η ενέργεια έχει γίνει “βραχνάς” για εμάς τους αρτοποιούς και αυτό αποτυπώνεται στα 1.500 λουκέτα που έχουν υπάρξει την τελευταία τριετία πανελλαδικά στον κλάδο», δήλωσε.

Η αναφορά του αφορά μια αγορά που αποτελεί βασικό τμήμα της καθημερινής οικονομικής δραστηριότητας στις ελληνικές γειτονιές.

Ο παραδοσιακός φούρνος δεν είναι μόνο σημείο πώλησης ψωμιού.

Αποτελεί μικρή παραγωγική μονάδα, με καθημερινές ανάγκες σε ενέργεια, πρώτες ύλες, εξοπλισμό, προσωπικό και μεταφορές.

Σε αντίθεση με μεγαλύτερες επιχειρήσεις, πολλές μικρές αρτοποιίες διαθέτουν περιορισμένα περιθώρια απορρόφησης των αυξήσεων του κόστους.

Η οικονομική τους ανθεκτικότητα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον καθημερινό όγκο πωλήσεων και τη δυνατότητα διατήρησης επαρκούς μικτού κέρδους.

Ο αριθμός των 1.500 λουκέτων προέρχεται από τη δήλωση του κ. Καπλάνη και δεν συνοδεύεται στο δελτίο Τύπου από αναλυτική επίσημη καταγραφή επιχειρήσεων που έκλεισαν.

Ενέργεια: Από 1.000–1.500 ευρώ, το κόστος έφθασε τα 2.000 ευρώ

Στο επίκεντρο της κρίσης βρίσκεται η κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας και άλλων ενεργειακών πόρων που απαιτούνται για την παραγωγή.

Οι επαγγελματικοί φούρνοι λειτουργούν καθημερινά, συχνά από τις πρώτες πρωινές ώρες, με ενεργοβόρο εξοπλισμό που δεν μπορεί εύκολα να περιορίσει την κατανάλωσή του χωρίς να επηρεαστεί η παραγωγή.

Ο κ. Καπλάνης έδωσε συγκεκριμένα παραδείγματα της αύξησης των ενεργειακών επιβαρύνσεων.

«Το κόστος σε ένα μέσο αρτοποιείο είναι γύρω στα 1.500 με 2.000€, όταν αυτά τα ποσά ήταν 1.000 με 1.500. Μιλάμε για μια αύξηση τρομακτική», ανέφερε.

Τα ποσά που παρουσίασε δείχνουν το εύρος της πίεσης που περιγράφουν οι επαγγελματίες, χωρίς να συνιστούν επίσημο μέσο όρο για το σύνολο του κλάδου.

Για μια μικρή επιχείρηση, η πρόσθετη ενεργειακή δαπάνη μπορεί να περιορίσει δραστικά τα διαθέσιμα κεφάλαια για μισθοδοσία, συντήρηση εξοπλισμού και προμήθεια πρώτων υλών.

Η ενεργειακή επιβάρυνση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία όταν συνδυάζεται με το κόστος αλεύρων, συσκευασίας, μεταφορών και άλλων λειτουργικών αναγκών.

Ψωμί από 1,10 έως 1,20 ευρώ – Στο τραπέζι το 1,50 ευρώ

Ιδιαίτερη αίσθηση προκαλεί η αναφορά του προέδρου των αρτοποιών στην τιμή του ψωμιού.

Όπως υποστήριξε, πριν από το καλοκαίρι η τιμή σε αρκετά αρτοποιεία κυμαινόταν από 1 έως 1,10 ευρώ, ενώ πλέον έχει διαμορφωθεί περίπου στα 1,10 έως 1,20 ευρώ.

«Το ψωμί από 1,00 με 1,10 που ίσχυε πριν από το καλοκαίρι τώρα πωλείται 1,10 με 1,20. Πολλοί συνάδελφοι έχουν προχωρήσει σε μια αύξηση των 10 λεπτών, η οποία όμως δεν ανταποκρίνεται στο πρόβλημα που έχει συμβεί στα μαγαζιά μας», ανέφερε.

Και πρόσθεσε:

«Μια τιμή που θα ανταποκρινόταν στα προβλήματά μας θα ήταν το 1,50, αυτό βγαίνει μέσα από τις συζητήσεις με τους συναδέλφους».

Η δήλωση δεν αποτελεί ανακοίνωση ενιαίας νέας τιμής για το ψωμί ούτε επιβεβαιωμένη πρόβλεψη ότι όλες οι αρτοποιίες θα αυξήσουν τις τιμές τους στο 1,50 ευρώ.

Αποτυπώνει την εκτίμηση του εκπροσώπου του κλάδου για το επίπεδο τιμής που, σύμφωνα με τις συζητήσεις των επαγγελματιών, θα μπορούσε να καλύπτει καλύτερα τις αυξημένες επιβαρύνσεις.

Η τελική τιμολόγηση διαφέρει ανά επιχείρηση, περιοχή, είδος προϊόντος και βάρος.

Ωστόσο, η τοποθέτηση φανερώνει την ένταση του οικονομικού προβλήματος που αντιμετωπίζουν οι παραδοσιακοί φούρνοι.

Ο φόβος νέων ανατιμήσεων στο καθημερινό τραπέζι

Η προοπτική περαιτέρω αύξησης της τιμής του ψωμιού έχει ιδιαίτερη κοινωνική σημασία.

Το ψωμί αποτελεί βασικό προϊόν καθημερινής κατανάλωσης, με μεγάλη παρουσία στον οικογενειακό προϋπολογισμό.

Ακόμη και μικρές αυξήσεις στη μονάδα πώλησης αποκτούν μεγαλύτερη σημασία όταν επαναλαμβάνονται σε καθημερινή βάση.

Για τα νοικοκυριά με χαμηλότερα εισοδήματα, το πρόβλημα δεν περιορίζεται στο κόστος ενός προϊόντος.

Οι ανατιμήσεις στο ψωμί προστίθενται στις αυξημένες δαπάνες για τρόφιμα, ενέργεια, στέγαση και μεταφορές.

Η πίεση αυτή δημιουργεί ένα δύσκολο δίλημμα για τις επιχειρήσεις.

Αν απορροφήσουν πλήρως το αυξημένο κόστος, ενδέχεται να περιοριστεί η οικονομική τους βιωσιμότητα.

Αν μετακυλίσουν τις επιβαρύνσεις στις τιμές, κινδυνεύουν να χάσουν μέρος της κατανάλωσης.

Ο κ. Καπλάνης περιέγραψε με χαρακτηριστικό τρόπο τον κίνδυνο.

«Όλες αυτές οι επιβαρύνσεις θα φέρουνε και άλλα λουκέτα και άλλες αυξήσεις, και θα κλείσουμε τα μαγαζιά μας και ο κόσμος θα πει το ψωμί-ψωμάκι», προειδοποίησε.

Οι καταναλωτές περιορίζουν τις αγορές – «Παίρνουν μόνο τα βασικά»

Η αλλαγή στην καταναλωτική συμπεριφορά αποτελεί ακόμη έναν παράγοντα πίεσης.

Σύμφωνα με τον πρόεδρο των αρτοποιών, η ζήτηση για ψωμί δεν έχει υποχωρήσει στον ίδιο βαθμό με τις πωλήσεις άλλων προϊόντων.

Αυτό σημαίνει ότι οι καταναλωτές εξακολουθούν να αγοράζουν το βασικό αγαθό, αλλά περιορίζουν πρόσθετες αγορές.

«Δεν έχουμε μεγάλη μείωση στην πώληση του ψωμιού όσο στα υπόλοιπα είδη, παίρνει μόνο τα βασικά», σημείωσε.

Και συμπλήρωσε:

«Ο κόσμος κρατάει μια άμυνα, όσο βλέπει την κατάσταση αυτή και ακούει ότι πάμε από το κακό στο χειρότερο κρατάει άμυνες».

Η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για τη λειτουργία των σύγχρονων αρτοποιείων.

Πέρα από το ψωμί, πολλές επιχειρήσεις στηρίζουν μέρος του κύκλου εργασιών τους σε αρτοσκευάσματα, σφολιατοειδή, γλυκίσματα και άλλα προϊόντα.

Όταν οι καταναλωτές περιορίζονται στα απολύτως απαραίτητα, μειώνεται η δυνατότητα των επιχειρήσεων να αντισταθμίσουν τις αυξημένες λειτουργικές δαπάνες μέσω πρόσθετων πωλήσεων.

Παραδοσιακός φούρνος και κατεψυγμένη ζύμη: Η σύγκρουση για το τελικό ψήσιμο

Ένα ακόμη σημαντικό ζήτημα που ανέδειξε ο κ. Καπλάνης αφορά τον διαχωρισμό των παραδοσιακών αρτοποιείων από τα σημεία πώλησης προϊόντων που παρασκευάζονται αλλού και ολοκληρώνουν το ψήσιμό τους στο κατάστημα.

Πρόκειται για τη γνωστή πρακτική bake-off, η οποία έχει απασχολήσει επί σειρά ετών τον κλάδο.

Ο πρόεδρος της Συντεχνίας ζήτησε την επαναφορά του διαχωρισμού που, όπως υποστήριξε, ίσχυε πριν από το 2015.

«Ζητάμε αυτό που ίσχυε πριν το 2015, να ξεχωρίζουμε ότι ο φούρνος είναι το σημείο που παρασκευάζεται και πωλείται και όχι μια ζύμη κατεψυγμένη η οποία έχει ζυμωθεί αλλού που απλά έχει γίνει το τελικό ψήσιμο», ανέφερε.

Το αίτημα αφορά τόσο την ταυτότητα του παραδοσιακού αρτοποιείου όσο και τους όρους ανταγωνισμού.

Οι βιοτεχνικοί φούρνοι αναλαμβάνουν το σύνολο της παραγωγικής διαδικασίας, με αντίστοιχες ανάγκες σε εγκαταστάσεις, εξοπλισμό, εργασία και ενέργεια.

Τα σημεία τελικού ψησίματος λειτουργούν με διαφορετικό παραγωγικό μοντέλο.

Η διαφορά αυτή βρίσκεται στον πυρήνα της συζήτησης για τη σήμανση, την ενημέρωση του καταναλωτή και την ισότιμη εφαρμογή των κανόνων της αγοράς.

Η καταγγελία προς την κυβέρνηση: «Μας έχουν αφήσει απέξω»

Ο κ. Καπλάνης άσκησε κριτική στην κυβερνητική αντιμετώπιση των μικρών βιοτεχνικών επιχειρήσεων.

Όπως υποστήριξε, η ηγεσία του αρμόδιου υπουργείου γνωρίζει τα προβλήματα του κλάδου, αλλά οι πολιτικές που εφαρμόζονται δεν καλύπτουν επαρκώς τις ανάγκες των μικρών αρτοποιών.

«Η ηγεσία του υπουργείου γνωρίζει το πρόβλημα αλλά μέσα στις δημοσιονομικές πολιτικές που ακολουθούνε μας έχουν απέξω εμάς τους μικροβιοτέχνες», δήλωσε.

Η τοποθέτηση αναδεικνύει τη συζήτηση για την κατανομή των μέτρων στήριξης της επιχειρηματικότητας.

Οι μικρές παραγωγικές μονάδες συχνά αντιμετωπίζουν διαφορετικές ανάγκες από τις μεγάλες βιομηχανικές επιχειρήσεις.

Η δυνατότητα πρόσβασης σε χρηματοδότηση, οι όροι προμήθειας ενέργειας και η κλίμακα παραγωγής επηρεάζουν το πραγματικό κόστος λειτουργίας.

Η αποτελεσματικότητα των παρεμβάσεων οικονομικής πολιτικής εξαρτάται επομένως και από το κατά πόσο λαμβάνουν υπόψη τις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε παραγωγικού κλάδου.

«Οι μικροί αρτοποιοί συγκρατούν τις τιμές»

Ο πρόεδρος της Συντεχνίας προχώρησε και σε μια ιδιαίτερα αιχμηρή καταγγελία σχετικά με τον ανταγωνισμό μεταξύ παραδοσιακών αρτοποιείων και βιομηχανικής παραγωγής.

«Είναι ξεκάθαρο ότι αυτό που προσπαθούν να κάνουν είναι να βγάλουν τον βιοτεχνικό φούρνο από τη μέση, να μείνει μόνο η βιομηχανία», υποστήριξε.

Και συνέχισε:

«Εμείς οι μικροί αρτοποιοί είμαστε αυτοί οι οποίοι συγκρατούμε την τιμή χαμηλά, είμαστε εμπόδιο στην βιομηχανία να ακριβύνει κι άλλο το ψωμί. Όσο είμαστε στη μέση δεν θα μπορούν να το ακριβύνουν».

Οι δηλώσεις αυτές εκφράζουν τη θέση του εκπροσώπου των αρτοποιών και δεν τεκμηριώνουν από μόνες τους ύπαρξη οργανωμένου σχεδίου απομάκρυνσης των μικρών επιχειρήσεων από την αγορά.

Αναδεικνύουν, ωστόσο, μια ουσιαστική οικονομική διάσταση: τη σημασία της διατήρησης διαφορετικών παραγωγικών και εμπορικών μοντέλων στον κλάδο των τροφίμων.

Ο ανταγωνισμός μεταξύ μικρών επιχειρήσεων, μεγάλων παραγωγών και οργανωμένων δικτύων λιανικής μπορεί να επηρεάζει τις τιμές, την ποικιλία προϊόντων και τις επιλογές των καταναλωτών.

Η διατήρηση ανταγωνιστικών συνθηκών αποτελεί επομένως ζήτημα τόσο επιχειρηματικής όσο και καταναλωτικής πολιτικής.

Μικρές βιοτεχνίες και ενεργειακή κρίση: Ένα ευρύτερο οικονομικό πρόβλημα

Η περίπτωση των αρτοποιείων δεν αποτελεί μεμονωμένο φαινόμενο.

Πολλές μικρές παραγωγικές επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν υψηλό ενεργειακό κόστος, περιορισμένη διαπραγματευτική ισχύ απέναντι στους προμηθευτές και δυσκολία μετακύλισης των αυξήσεων στους πελάτες.

Η ενέργεια αποτελεί κρίσιμο συντελεστή παραγωγής για επιχειρήσεις τροφίμων, μεταποίησης και άλλους ενεργοβόρους κλάδους.

Όταν το κόστος αυξάνεται απότομα, οι μικρότερες επιχειρήσεις διαθέτουν συνήθως λιγότερες δυνατότητες αντιστάθμισης των κινδύνων σε σχέση με μεγαλύτερους ομίλους.

Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε περιορισμό επενδύσεων, αναβολή αντικατάστασης εξοπλισμού ή συρρίκνωση της δραστηριότητας.

Η συζήτηση για την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας συνδέεται συνεπώς και με την ανθεκτικότητα των μικρών βιοτεχνικών μονάδων.

Ποια μέτρα μπορούν να στηρίξουν την παραδοσιακή αρτοποιία

Η αντιμετώπιση των προβλημάτων του κλάδου απαιτεί παρεμβάσεις που να συνδυάζουν την προστασία των καταναλωτών με τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων.

Στο επίκεντρο βρίσκεται η μείωση της ενεργειακής επιβάρυνσης, ιδιαίτερα για μικρές μονάδες με υψηλή κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας.

Σημαντική είναι επίσης η δυνατότητα χρηματοδότησης επενδύσεων ενεργειακής αναβάθμισης, όπως η αντικατάσταση παλαιών φούρνων με αποδοτικότερο εξοπλισμό.

Η πρόσβαση σε προγράμματα χρηματοδότησης με απλές διαδικασίες θα μπορούσε να βοηθήσει επιχειρήσεις που δεν διαθέτουν την απαιτούμενη ρευστότητα για μεγάλες επενδύσεις.

Παράλληλα, η σαφής ενημέρωση του καταναλωτή σχετικά με τον τρόπο παραγωγής των προϊόντων θα μπορούσε να ενισχύσει τη διαφάνεια στην αγορά.

Κάθε παρέμβαση, ωστόσο, χρειάζεται να αξιολογείται ως προς το δημοσιονομικό της κόστος, την αποτελεσματικότητα και τις επιπτώσεις στον ανταγωνισμό.

«Έτσι όπως πάμε θα εξαφανιστεί ο κλάδος»

Ο Ιάσων Καπλάνης ολοκλήρωσε την παρέμβασή του με μια ιδιαίτερα αυστηρή προειδοποίηση.

«Ο βιοτεχνικός φούρνος άντεξε πολλές κρίσεις, αυτή την κρίση όμως δεν την αντέχει. Έτσι όπως πάμε θα εξαφανιστεί ο κλάδος», δήλωσε.

Η φράση αποτυπώνει την ένταση της ανησυχίας που επικρατεί μεταξύ των επαγγελματιών.

Η εξέλιξη του κλάδου θα εξαρτηθεί από το κόστος ενέργειας, την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών, την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων και την αποτελεσματικότητα ενδεχόμενων μέτρων στήριξης.

Η παραδοσιακή αρτοποιία παραμένει σημαντικό κομμάτι της μικρής επιχειρηματικότητας και της τοπικής οικονομίας.

Το οικονομικό δίλημμα είναι πλέον σαφές: πώς θα διατηρηθεί βιώσιμη η παραγωγή του καθημερινού ψωμιού χωρίς το αυξημένο κόστος να μετατραπεί σε δυσβάσταχτη επιβάρυνση για τους καταναλωτές.

Η προειδοποίηση για 1.500 λουκέτα και η αναφορά στην τιμή του 1,50 ευρώ φέρνουν αυτό το ερώτημα στο επίκεντρο της συζήτησης για την ακρίβεια και την οικονομική πολιτική.

Πηγή: pagenews.gr

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο