Ελλάδα

«Τεφτέρια» στα φαρμακεία και συνταξιούχοι στη δουλειά: Κραυγή αγωνίας για την ακρίβεια

«Τεφτέρια» στα φαρμακεία και συνταξιούχοι στη δουλειά: Κραυγή αγωνίας για την ακρίβεια
Ο πρόεδρος του Ενιαίου Δικτύου Συνταξιούχων, Νίκος Χατζόπουλος, περιγράφει την οικονομική ασφυξία των ηλικιωμένων – «Το 60% παίρνει κάτω από 1.000 ευρώ», καταγγέλλει, ενώ υποστηρίζει ότι 300.000 συνταξιούχοι εργάζονται για να επιβιώσουν.

Μια σκληρή εικόνα της καθημερινότητας των συνταξιούχων στην Ελλάδα, με τις χαμηλές συντάξεις, τις ανατιμήσεις στα τρόφιμα και το αυξημένο κόστος ενέργειας να συμπιέζουν το διαθέσιμο εισόδημα, παρουσίασε ο πρόεδρος του Ενιαίου Δικτύου Συνταξιούχων, Νίκος Χατζόπουλος.

Μιλώντας την Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2026 στον ραδιοφωνικό σταθμό Παραπολιτικά 90,1, στην εκπομπή «Πρώτο πρωινό» με τον δημοσιογράφο Αλέξανδρο Κλώσσα, ο κ. Χατζόπουλος περιέγραψε μια πραγματικότητα στην οποία ακόμη και η αγορά φαρμάκων ή βασικών ειδών διατροφής μετατρέπεται σε δύσκολη οικονομική εξίσωση.

Στο επίκεντρο των δηλώσεών του βρέθηκαν τρία ζητήματα: το ύψος των συντάξεων, η ανάγκη πολλών ηλικιωμένων να συνεχίζουν να εργάζονται και η οικονομική βοήθεια που εξακολουθούν να προσφέρουν στα παιδιά και στα εγγόνια τους.

Οι αναφορές του έγιναν με αφορμή την έρευνα του ραδιοφωνικού σταθμού για την ακρίβεια, σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος διαβίωσης παραμένει βασικό θέμα της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής.

«Το 60% των συνταξιούχων παίρνει κάτω από 1.000 ευρώ»

Ο πρόεδρος του Ενιαίου Δικτύου Συνταξιούχων ξεκίνησε την τοποθέτησή του επισημαίνοντας το πρόβλημα των χαμηλών εισοδημάτων.

«Οι συντάξεις μας είναι πολύ χαμηλές. Το 60% των συνταξιούχων παίρνει σύνταξη κάτω από 1.000€», ανέφερε.

Η δήλωση αναδεικνύει την πίεση που αντιμετωπίζουν όσοι εξαρτώνται κυρίως ή αποκλειστικά από τη μηνιαία σύνταξή τους.

Για έναν συνταξιούχο με εισόδημα 800 ή 900 ευρώ, ακόμη και μια περιορισμένη αύξηση στο κόστος των τροφίμων, των φαρμάκων ή της ηλεκτρικής ενέργειας μπορεί να ανατρέψει τον οικογενειακό προϋπολογισμό.

Η δυσκολία γίνεται μεγαλύτερη για όσους ζουν μόνοι, καταβάλλουν ενοίκιο ή έχουν αυξημένες ανάγκες ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης.

Το ουσιαστικό ζήτημα δεν είναι μόνο το ονομαστικό ύψος της σύνταξης, αλλά η πραγματική αγοραστική δύναμη που απομένει μετά την κάλυψη των βασικών εξόδων.

«Ανοίξαμε τεφτέρια στα φαρμακεία» – Η πιο σκληρή εικόνα της ακρίβειας

Η πιο χαρακτηριστική αναφορά του κ. Χατζόπουλου αφορούσε τη δυσκολία πληρωμής των φαρμάκων.

«Ξεκινήσαμε και ανοίξαμε τεφτέρια στα φαρμακεία. Την ενέργεια δεν μπορούμε να την πολεμήσουμε. Δεν τολμάμε να πάμε στα super market γιατί τα προϊόντα ακριβαίνουν κάθε μέρα», δήλωσε.

Η εικόνα του συνταξιούχου που αγοράζει φάρμακα με πίστωση αποτυπώνει, σύμφωνα με την καταγγελία του, τη σοβαρότητα των οικονομικών δυσκολιών που αντιμετωπίζει ένα μέρος των ηλικιωμένων.

Τα φάρμακα αποτελούν ανελαστική ανάγκη για πολλούς συνταξιούχους.

Σε αντίθεση με άλλες δαπάνες, η αναγκαία θεραπευτική αγωγή δεν μπορεί να αναβάλλεται χωρίς πιθανές συνέπειες για την υγεία.

Η οικονομική πίεση μπορεί να γίνει ιδιαίτερα έντονη όταν συνδυάζονται συμμετοχές σε φαρμακευτικές δαπάνες, εξετάσεις, μετακινήσεις προς δομές υγείας και καθημερινά έξοδα διαβίωσης.

Η αναφορά στα «τεφτέρια» αποτελεί μαρτυρία του εκπροσώπου των συνταξιούχων και όχι τεκμηριωμένο στατιστικό στοιχείο για το σύνολο των φαρμακείων της χώρας.

Ωστόσο, φέρνει στο προσκήνιο ένα ουσιαστικό ζήτημα: την ανάγκη να διασφαλίζεται ότι οι οικονομικά ασθενέστεροι ηλικιωμένοι έχουν απρόσκοπτη πρόσβαση στην αναγκαία φαρμακευτική περίθαλψη.

Η ακρίβεια στο σούπερ μάρκετ και το κόστος ενέργειας

Ο κ. Χατζόπουλος στάθηκε επίσης στην επιβάρυνση που προκαλούν οι τιμές των βασικών καταναλωτικών προϊόντων.

Για τα νοικοκυριά των συνταξιούχων, οι δαπάνες για τρόφιμα, ενέργεια και υγεία καταλαμβάνουν σημαντικό μέρος του διαθέσιμου εισοδήματος.

Όταν αυτές οι κατηγορίες ακριβαίνουν, οι δυνατότητες περιορισμού των εξόδων είναι μικρότερες.

Ένας ηλικιωμένος μπορεί να περιορίσει δευτερεύουσες αγορές, αλλά δεν μπορεί να καταργήσει τη θέρμανση, τη διατροφή ή την αναγκαία φαρμακευτική αγωγή.

Η κατάσταση γίνεται δυσκολότερη όταν το εισόδημα παραμένει σχετικά σταθερό, ενώ οι τιμές βασικών αγαθών μεταβάλλονται.

Η οικονομική πίεση δεν εξαρτάται μόνο από τον γενικό πληθωρισμό.

Ακόμη και όταν ο ρυθμός αύξησης των τιμών υποχωρεί, τα προϊόντα μπορεί να παραμένουν σημαντικά ακριβότερα σε σχέση με προηγούμενα χρόνια.

Αυτή η διάκριση έχει ιδιαίτερη σημασία για τους συνταξιούχους, καθώς η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού δεν συνεπάγεται αυτομάτως επιστροφή των τιμών στα παλαιότερα επίπεδα.

«300.000 συνταξιούχοι δουλεύουν γιατί δεν έχουν να φάνε»

Ιδιαίτερη αίσθηση προκαλεί και η αναφορά του προέδρου του Ενιαίου Δικτύου Συνταξιούχων στην απασχόληση μετά τη συνταξιοδότηση.

«300 χιλιάδες συνταξιούχοι δουλεύουν γιατί δεν έχουν να φάνε, αν είχαν μια αξιοπρεπή σύνταξη δεν θα δούλευε κανένας», υποστήριξε.

Η δήλωση αναδεικνύει το οικονομικό σκέλος της εργασίας των συνταξιούχων.

Για ορισμένους, η συνέχιση της απασχόλησης αποτελεί επιλογή ενεργού συμμετοχής στην επαγγελματική ζωή.

Για άλλους, όμως, μπορεί να συνδέεται με την ανάγκη συμπλήρωσης του μηνιαίου εισοδήματος.

Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη.

Ο αριθμός των εργαζόμενων συνταξιούχων, ακόμη και όταν προκύπτει από επίσημα διοικητικά στοιχεία, δεν αποδεικνύει από μόνος του ότι όλοι εργάζονται αποκλειστικά λόγω οικονομικής ανάγκης.

Η καταγγελία του κ. Χατζόπουλου αφορά την κοινωνική διάσταση του φαινομένου και την εκτίμησή του για τα κίνητρα των συνταξιούχων που συνεχίζουν να εργάζονται.

Η εργασία μετά τη σύνταξη και το δίλημμα της οικονομικής επιβίωσης

Το ζήτημα της απασχόλησης συνταξιούχων αποκτά μεγαλύτερη σημασία σε μια οικονομία όπου η γήρανση του πληθυσμού αυξάνει σταδιακά τις ανάγκες κοινωνικής προστασίας.

Η δυνατότητα εργασίας μετά τη συνταξιοδότηση μπορεί να ενισχύσει το εισόδημα των ηλικιωμένων και να συμβάλει στην αξιοποίηση της εμπειρίας τους στην αγορά εργασίας.

Ωστόσο, η πολιτική αξιολόγηση είναι διαφορετική όταν η απασχόληση αποτελεί ελεύθερη επιλογή και διαφορετική όταν υπαγορεύεται από οικονομική αδυναμία.

Ένας συνταξιούχος που επιθυμεί να παραμείνει επαγγελματικά ενεργός δεν βρίσκεται στην ίδια θέση με κάποιον που αναγκάζεται να εργαστεί επειδή η σύνταξή του δεν καλύπτει βασικές ανάγκες.

Αυτός είναι ο πυρήνας της παρέμβασης του προέδρου του Ενιαίου Δικτύου Συνταξιούχων.

Το ερώτημα που τίθεται για την οικονομική πολιτική είναι κατά πόσο οι συνταξιοδοτικές παροχές επαρκούν για ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, ιδιαίτερα για όσους δεν διαθέτουν πρόσθετους οικονομικούς πόρους.

«Βοηθούν τα παιδιά και τα εγγόνια τους» – Η σύνταξη στηρίζει περισσότερες γενιές

Μία ακόμη πλευρά της οικονομικής πραγματικότητας ανέδειξε ο κ. Χατζόπουλος, αναφερόμενος στη στήριξη που προσφέρουν οι συνταξιούχοι στις οικογένειές τους.

«Το 80% των συνταξιούχων, με τα 1.000€ που παίρνουν, βοηθάνε τα παιδιά τους και τα εγγόνια τους στο super market. Είναι τρομερό!», δήλωσε.

Η αναφορά αποτυπώνει μια γνώριμη πλευρά της ελληνικής οικογενειακής οικονομίας.

Σε πολλά νοικοκυριά, η σύνταξη δεν καλύπτει μόνο τις ανάγκες του ίδιου του συνταξιούχου, αλλά συμβάλλει και στη στήριξη άλλων μελών της οικογένειας.

Η βοήθεια μπορεί να αφορά τρόφιμα, καθημερινές αγορές ή έκτακτες οικονομικές ανάγκες.

Το φαινόμενο συνδέεται με την οικονομική αλληλεγγύη μεταξύ γενεών, η οποία αποτελεί διαχρονικό χαρακτηριστικό της ελληνικής κοινωνίας.

Ωστόσο, όταν οι συνταξιούχοι διαθέτουν ήδη περιορισμένο εισόδημα, η πρόσθετη στήριξη προς τα παιδιά και τα εγγόνια τους μπορεί να αυξάνει τη δική τους οικονομική ευαλωτότητα.

Το ποσοστό 80% αποτελεί αναφορά του κ. Χατζόπουλου στη συνέντευξη και δεν συνοδεύεται στο δελτίο Τύπου από συγκεκριμένη μεθοδολογία έρευνας.

Οι συντάξεις στο επίκεντρο της οικονομικής πολιτικής

Οι δηλώσεις του προέδρου του Ενιαίου Δικτύου Συνταξιούχων αναδεικνύουν ένα ευρύτερο πρόβλημα: τη σχέση ανάμεσα στο ύψος των συντάξεων και στο πραγματικό κόστος ζωής.

Η οικονομική πολιτική καλείται να ισορροπήσει μεταξύ της δημοσιονομικής βιωσιμότητας του ασφαλιστικού συστήματος και της ανάγκης προστασίας των εισοδημάτων των συνταξιούχων.

Οι αυξήσεις των συντάξεων, οι στοχευμένες ενισχύσεις και οι παρεμβάσεις στις βασικές δαπάνες μπορούν να λειτουργήσουν ως διαφορετικά εργαλεία κοινωνικής προστασίας.

Η αποτελεσματικότητά τους, όμως, πρέπει να αξιολογείται με βάση το τελικό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών.

Για έναν συνταξιούχο με χαμηλή μηνιαία παροχή, η επιβάρυνση από την ενέργεια, τα τρόφιμα και την υγεία μπορεί να έχει μεγαλύτερη σημασία από τη γενική εικόνα των μακροοικονομικών δεικτών.

Γι’ αυτό η συζήτηση για την αγοραστική δύναμη των συνταξιούχων δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στις ονομαστικές αυξήσεις.

Χρειάζεται να εξετάζει το πραγματικό κόστος διαβίωσης και τις διαφορετικές ανάγκες των ηλικιωμένων.

Η υγεία ως κρίσιμος παράγοντας του οικογενειακού προϋπολογισμού

Η αναφορά στα φαρμακεία προσθέτει και μια σημαντική διάσταση πολιτικής υγείας.

Για τους ηλικιωμένους, η οικονομική δυνατότητα πρόσβασης στη θεραπεία αποτελεί βασικό στοιχείο κοινωνικής προστασίας.

Η ύπαρξη ασφαλιστικής κάλυψης δεν σημαίνει απαραίτητα ότι όλες οι σχετικές δαπάνες μηδενίζονται.

Οι συμμετοχές, οι μη αποζημιούμενες υπηρεσίες και άλλες ανάγκες υγείας μπορούν να επιβαρύνουν τον προϋπολογισμό ενός συνταξιούχου.

Η πρόκληση για την Πολιτεία είναι να περιορίζονται τα οικονομικά εμπόδια στην αναγκαία περίθαλψη, με ιδιαίτερη μέριμνα για τα χαμηλότερα εισοδήματα.

Η προστασία της υγείας των ηλικιωμένων έχει άλλωστε και ευρύτερη οικονομική σημασία, καθώς η έγκαιρη θεραπεία και η πρόληψη μπορούν να συμβάλουν στον περιορισμό σοβαρότερων προβλημάτων και πρόσθετων δαπανών.

Το κοινωνικό μήνυμα πίσω από τις καταγγελίες

Η παρέμβαση του Νίκου Χατζόπουλου δεν περιορίζεται σε μια διαμαρτυρία για το ύψος των συντάξεων.

Περιγράφει μια αλληλουχία οικονομικών πιέσεων: χαμηλά εισοδήματα, ακριβότερα βασικά αγαθά, ανάγκη συνέχισης της εργασίας και οικονομική στήριξη των νεότερων γενεών.

Οι επιμέρους αριθμητικές αναφορές του απαιτούν αντιπαραβολή με τα πλέον πρόσφατα επίσημα στοιχεία.

Ωστόσο, το βασικό κοινωνικό ζήτημα που θέτει είναι σαφές.

Η αξιοπρεπής διαβίωση στην τρίτη ηλικία δεν εξαρτάται μόνο από την καταβολή μιας σύνταξης, αλλά από το κατά πόσο αυτή επιτρέπει την κάλυψη των βασικών αναγκών χωρίς διαρκή οικονομική ανασφάλεια.

Όταν ένας εκπρόσωπος συνταξιούχων μιλά για «τεφτέρια» στα φαρμακεία, για ηλικιωμένους που συνεχίζουν να εργάζονται και για συντάξεις που στηρίζουν ολόκληρες οικογένειες, η συζήτηση για την ακρίβεια αποκτά άμεσο κοινωνικό και πολιτικό περιεχόμενο.

Και το ερώτημα που τίθεται πλέον είναι κατά πόσο οι παρεμβάσεις οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής μπορούν να ενισχύσουν ουσιαστικά την αγοραστική δύναμη εκείνων που διαθέτουν τα μικρότερα περιθώρια προσαρμογής.

Πηγή: pagenews.gr

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο