Διεθνή

Πώς ο Τραμπ «πούλησε» την Ουκρανία για το ρωσικό ντίζελ – και τις ψήφους

Πώς ο Τραμπ «πούλησε» την Ουκρανία για το ρωσικό ντίζελ – και τις ψήφους

Πηγή Φωτογραφίας: AP Photo//Πώς ο Τραμπ «πούλησε» την Ουκρανία για το ρωσικό ντίζελ – και τις ψήφους

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του pagenews.gr
στο Google Discover
Έξι αμερικανικές προειδοποιήσεις προς τον Ζελένσκι, πιέσεις για να σταματήσουν οι επιθέσεις στα ρωσικά διυλιστήρια, ένα εκρηκτικό παρασκήνιο στο Μαϊάμι και μια συμφωνία Τραμπ–Πούτιν που αιφνιδίασε το Κίεβο. Με τις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου να πλησιάζουν και τις τιμές των καυσίμων να πιέζουν την αμερικανική οικονομία, ο Λευκός Οίκος επέλεξε να χαλαρώσει τις κυρώσεις στο ρωσικό ντίζελ. Ο Ουκρανός πρόεδρος καταγγέλλει ότι η Μόσχα ανταμείβεται χωρίς να έχει δεσμευτεί για ειρήνη.

Μια τηλεφωνική συνομιλία διάρκειας περίπου 90 λεπτών ανάμεσα στον Ντόναλντ Τραμπ και τον Βλαντίμιρ Πούτιν ήταν αρκετή για να προκαλέσει νέα αναταραχή στις σχέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών με την Ουκρανία και τους Ευρωπαίους συμμάχους τους.

Η ανακοίνωση της 9ης Οκτωβρίου για τη διάθεση μεγάλων ποσοτήτων ρωσικού ντίζελ στις διεθνείς αγορές, με παράλληλη χαλάρωση συγκεκριμένων αμερικανικών κυρώσεων, δεν αποτέλεσε απλώς μια ενεργειακή συμφωνία.

Σύμφωνα με τις αποκαλύψεις του Axios, είχε προηγηθεί μια περίοδος έντονων πιέσεων προς τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι, με την Ουάσιγκτον να ζητά τον τερματισμό των ουκρανικών επιθέσεων κατά ρωσικών διυλιστηρίων.

Η ουκρανική πλευρά δεν αποδέχθηκε τη μονομερή διακοπή των επιχειρήσεων.

Αντιπρότεινε μια αμοιβαία ενεργειακή εκεχειρία, στο πλαίσιο της οποίας η Ρωσία θα σταματούσε επίσης τις επιθέσεις κατά των ουκρανικών ενεργειακών υποδομών.

Η πρόταση δεν οδήγησε σε συμφωνία.

Αντίθετα, ο Τραμπ προχώρησε σε απευθείας συνεννόηση με τον Πούτιν για το ντίζελ, προκαλώντας την οργή του Κιέβου.

Η χρονική συγκυρία είναι καθοριστική: στις 3 Νοεμβρίου οι Αμερικανοί ψηφοφόροι προσέρχονται στις κάλπες για τις ενδιάμεσες εκλογές, ενώ το υψηλό κόστος καυσίμων αποτελεί σημαντικό πολιτικό πρόβλημα για τον Λευκό Οίκο.

«Ο Ζελένσκι μάς αγνόησε έξι φορές» – Η αποκάλυψη του Axios

Το σημαντικότερο στοιχείο του παρασκηνίου αφορά τις επανειλημμένες αμερικανικές παρεμβάσεις προς την Ουκρανία.

Σύμφωνα με το Axios, Αμερικανός αξιωματούχος υποστήριξε ότι η κυβέρνηση Τραμπ είχε ζητήσει έξι φορές από τον Ζελένσκι να σταματήσει τις επιθέσεις κατά ρωσικών διυλιστηρίων.

Το Κίεβο δεν συμμορφώθηκε με τα αιτήματα.

Ο ίδιος αξιωματούχος παρουσίασε την ουκρανική στάση ως παράγοντα επιδείνωσης της σχέσης ανάμεσα στους δύο προέδρους.

Κατά την αμερικανική εκδοχή, ο Ζελένσκι δεν εκτίμησε σωστά τη σημασία που απέδιδε ο Τραμπ στις διεθνείς τιμές καυσίμων.

Οι ουκρανικές επιθέσεις είχαν προκαλέσει σοβαρά προβλήματα στη ρωσική παραγωγή και διύλιση πετρελαϊκών προϊόντων.

Η Μόσχα απάντησε με περιορισμούς στις εξαγωγές ντίζελ, γεγονός που συνέβαλε στην πίεση που δεχόταν η διεθνής αγορά.

Για τον Λευκό Οίκο, το ζήτημα είχε αποκτήσει άμεση οικονομική και πολιτική σημασία.

Για την Ουκρανία, όμως, τα ρωσικά διυλιστήρια αποτελούσαν στρατηγικούς στόχους που συνδέονται με την υποστήριξη της πολεμικής προσπάθειας της Μόσχας.

Η διαφωνία δεν ήταν επομένως μόνο ενεργειακή.

Αφορούσε τον τρόπο με τον οποίο οι δύο πλευρές αντιλαμβάνονται την πίεση που πρέπει να ασκηθεί στον Πούτιν.

Γιατί τα ρωσικά διυλιστήρια έγιναν κόκκινη γραμμή

Η Ουκρανία έχει εντείνει τις επιθέσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη εναντίον ρωσικών εγκαταστάσεων διύλισης.

Η στρατηγική αυτή αποσκοπεί στον περιορισμό της παραγωγής καυσίμων και στην αύξηση του οικονομικού κόστους του πολέμου για τη Ρωσία.

Τα διυλιστήρια έχουν διπλή σημασία.

Από τη μία πλευρά, τροφοδοτούν την εγχώρια οικονομία και τις μεταφορές.

Από την άλλη, συνδέονται με την παραγωγή καυσίμων που χρησιμοποιούνται για στρατιωτικές ανάγκες και με τις εξαγωγές που δημιουργούν οικονομικά έσοδα.

Τα ουκρανικά πλήγματα προκάλεσαν ζημιές σε σημαντικές ενεργειακές εγκαταστάσεις.

Η Μόσχα υποχρεώθηκε να λάβει μέτρα για την προστασία της εσωτερικής αγοράς καυσίμων.

Η μείωση των διαθέσιμων ποσοτήτων επηρέασε τη διεθνή προσφορά ντίζελ.

Αυτό ακριβώς το αποτέλεσμα, που το Κίεβο αντιμετωπίζει ως στρατηγική επιτυχία, μετατράπηκε σε πρόβλημα για την κυβέρνηση Τραμπ.

Η Ουάσιγκτον έβλεπε τις τιμές να αυξάνονται.

Η Ουκρανία έβλεπε τη Ρωσία να πιέζεται.

Και οι δύο σύμμαχοι κατέληξαν να συγκρούονται για το ίδιο ενεργειακό πεδίο.

Ο Ζελένσκι πρότεινε αμοιβαία ενεργειακή εκεχειρία

Η ουκρανική κυβέρνηση δεν απέρριψε συνολικά την ιδέα περιορισμού των επιθέσεων σε ενεργειακές υποδομές.

Ο Ζελένσκι υποστήριξε ότι ήταν διατεθειμένος να σταματήσει τα πλήγματα στα ρωσικά διυλιστήρια, εφόσον η Μόσχα αναλάμβανε αντίστοιχη δέσμευση.

Η αντιπρόταση αφορούσε τη διακοπή των ρωσικών επιθέσεων κατά ουκρανικών σταθμών ηλεκτροπαραγωγής και άλλων κρίσιμων ενεργειακών εγκαταστάσεων.

Για το Κίεβο, μια τέτοια συμφωνία θα μπορούσε να προστατεύσει τον άμαχο πληθυσμό κατά τη διάρκεια του χειμώνα.

Η ουκρανική ενεργειακή υποδομή έχει υποστεί εκτεταμένες ζημιές από ρωσικές επιθέσεις.

Η διασφάλιση της ηλεκτροδότησης αποτελεί ζήτημα ζωτικής σημασίας για εκατομμύρια πολίτες.

Σύμφωνα με το παρασκήνιο που περιγράφει το Axios, ο Τραμπ δεν αποδέχθηκε ότι οι δύο κατηγορίες επιθέσεων ήταν ισοδύναμες.

Η Ουάσιγκτον επέμεινε στην ανάγκη να σταματήσουν οι ουκρανικές επιθέσεις που επηρέαζαν την προσφορά καυσίμων.

Το Κίεβο δεν δέχθηκε να εγκαταλείψει μονομερώς ένα σημαντικό στρατιωτικό εργαλείο πίεσης.

Το Μαϊάμι: Οι συνομιλίες για ειρήνη και η συμφωνία που ερχόταν

Η ένταση κορυφώθηκε την Παρασκευή 9 Οκτωβρίου.

Στο Μαϊάμι βρίσκονταν Ουκρανοί και Ευρωπαίοι αξιωματούχοι για συνομιλίες με τους απεσταλμένους του Αμερικανού προέδρου, Στιβ Γουίτκοφ και Τζάρεντ Κούσνερ.

Η αμερικανική πλευρά παρουσίαζε τις συναντήσεις ως μέρος μιας νέας προσπάθειας για τον τερματισμό του πολέμου.

Στις συνομιλίες συμμετείχαν εκπρόσωποι της Ουκρανίας, ενώ παρόντες ήταν και διπλωμάτες από τη Γερμανία, τη Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο, την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ.

Στην ατζέντα βρίσκονταν οι εγγυήσεις ασφαλείας, οι εδαφικές διαφορές και η πιθανότητα διαμόρφωσης ενός νέου πλαισίου διαπραγματεύσεων με τη Ρωσία.

Ωστόσο, το ενεργειακό ζήτημα επισκίασε τις συνομιλίες.

Σύμφωνα με το Axios, οι Γουίτκοφ και Κούσνερ ενημέρωσαν την ουκρανική αντιπροσωπεία ότι ο Τραμπ σχεδίαζε να συνομιλήσει με τον Πούτιν και ότι επίκειτο ανακοίνωση για τις κυρώσεις στο ρωσικό ντίζελ.

Η ουκρανική πλευρά αντιλήφθηκε ότι η απόφαση είχε ήδη ληφθεί.

Το γεγονός αυτό προκάλεσε έντονη δυσαρέσκεια.

Οι Ουκρανοί διαπραγματευτές είχαν μεταβεί στο Μαϊάμι για να συζητήσουν την προοπτική ειρήνης, ενώ ο Αμερικανός πρόεδρος ετοιμαζόταν να ανακοινώσει μια σημαντική ενεργειακή συμφωνία με τη Μόσχα.

Η καταγγελία για απειλή διακοπής των αμερικανικών πληροφοριών

Ένα από τα πιο ευαίσθητα σημεία του ρεπορτάζ αφορά τις αμερικανικές πληροφορίες που παρέχονται στην Ουκρανία.

Σύμφωνα με Ουκρανό αξιωματούχο που επικαλείται το Axios, κατά τις συνομιλίες υπήρξε προειδοποίηση ότι ο Τραμπ θα μπορούσε να διακόψει την παροχή πληροφοριών εάν το Κίεβο συνέχιζε τις επιθέσεις στα ρωσικά διυλιστήρια.

Η αμερικανική πλευρά διαψεύδει ότι διατυπώθηκε τέτοια απειλή.

Η συγκεκριμένη πληροφορία δεν αποτελεί συνεπώς επιβεβαιωμένη απόφαση της Ουάσιγκτον.

Ωστόσο, η σημασία του ζητήματος είναι τεράστια.

Η Ουκρανία εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από τη συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες στον τομέα των πληροφοριών.

Οι πληροφορίες αυτές μπορούν να υποστηρίξουν τον εντοπισμό στρατιωτικών απειλών, την έγκαιρη προειδοποίηση και τον επιχειρησιακό σχεδιασμό.

Μια ενδεχόμενη διακοπή τους θα μπορούσε να επηρεάσει σοβαρά τις ουκρανικές αμυντικές δυνατότητες.

Ακριβώς γι’ αυτό η σχετική καταγγελία έχει ιδιαίτερο πολιτικό βάρος, ακόμη και εφόσον παραμένει αμφισβητούμενη.

Ο Τραμπ τηλεφωνεί στον Πούτιν – Και ανακοινώνει το ντίζελ

Ενώ οι διαπραγματεύσεις βρίσκονταν σε εξέλιξη, ο Ντόναλντ Τραμπ πραγματοποίησε τηλεφωνική συνομιλία με τον Βλαντίμιρ Πούτιν.

Η επικοινωνία διήρκεσε περίπου μιάμιση ώρα.

Ακολούθησε η ανακοίνωση συμφωνίας για τη διάθεση μεγάλων ποσοτήτων ρωσικού ντίζελ.

Ο Τραμπ ανέφερε ότι η Ρωσία συμφώνησε να προμηθεύσει περισσότερους από 300.000 τόνους άμεσα, με πρόσθετες ποσότητες τους επόμενους μήνες.

Η συμφωνία συνοδεύτηκε από προσωρινή χαλάρωση συγκεκριμένων αμερικανικών κυρώσεων.

Για τη Μόσχα, η εξέλιξη δημιουργεί δυνατότητα πρόσθετων ενεργειακών συναλλαγών.

Για την Ουάσιγκτον, προσφέρει μια ευκαιρία να αυξηθεί η διαθέσιμη προσφορά καυσίμων.

Για το Κίεβο, όμως, αποτελεί μια παραχώρηση προς τη Ρωσία χωρίς αντίστοιχη δημόσια δέσμευση για τερματισμό των επιθέσεων.

Αυτή η διαφορά στην αξιολόγηση της συμφωνίας βρίσκεται στον πυρήνα της νέας κρίσης.

«Δεν είναι δίκαιο, ούτε έντιμο» – Η οργή του Ζελένσκι

Ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι δεν έκρυψε την απογοήτευσή του.

Σε συνέντευξη στο Axios, χαρακτήρισε την απόφαση του Τραμπ άδικη και ανέντιμη.

Ο Ουκρανός πρόεδρος υποστήριξε ότι η κυβέρνησή του είχε προσπαθήσει να οικοδομήσει μια εποικοδομητική σχέση με την Ουάσιγκτον.

Ωστόσο, η ανακοίνωση της συμφωνίας τον αιφνιδίασε.

Ο Ζελένσκι συνέκρινε την κίνηση με δώρο γενεθλίων προς τον Πούτιν, ο οποίος είχε γιορτάσει λίγες ημέρες νωρίτερα.

Η ουκρανική αντίδραση δεν περιορίζεται στο οικονομικό σκέλος.

Ο Ζελένσκι θεωρεί ότι η αμερικανική κυβέρνηση προσφέρει στη Μόσχα ένα σημαντικό πλεονέκτημα χωρίς να έχει εξασφαλίσει ανταλλάγματα για την Ουκρανία.

Η απογοήτευση είναι ακόμη μεγαλύτερη επειδή οι συνομιλίες στο Μαϊάμι είχαν παρουσιαστεί ως προσπάθεια εξεύρεσης διπλωματικής λύσης.

Ο Ουκρανός πρόεδρος δήλωσε ότι θα μπορούσε να εξετάσει θετικά μια χαλάρωση των ενεργειακών κυρώσεων εάν αυτή συνδεόταν με πραγματική συμφωνία για αμοιβαία διακοπή των επιθέσεων στις ενεργειακές υποδομές.

Κάτι τέτοιο, όμως, δεν ανακοινώθηκε.

Ο Πούτιν πήρε τη συμφωνία – Χωρίς δημόσια δέσμευση για ειρήνη

Το πιο κρίσιμο ερώτημα αφορά το αν ο Τραμπ εξασφάλισε κάποιο ουσιαστικό αντάλλαγμα από τη Μόσχα.

Σύμφωνα με το Axios, ο Πούτιν δεν δεσμεύτηκε κατά την τηλεφωνική συνομιλία για άμεση επανέναρξη των ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων.

Ο σύμβουλος του Κρεμλίνου Γιούρι Ουσακόφ απέφυγε να παρουσιάσει συγκεκριμένη ρωσική δέσμευση για επιστροφή στο τραπέζι των συνομιλιών.

Αυτό αποτελεί το βασικό επιχείρημα της ουκρανικής κριτικής.

Η Ουάσιγκτον ανακοίνωσε χαλάρωση ενεργειακών περιορισμών.

Η Ρωσία απέκτησε προοπτική πρόσθετων εξαγωγών.

Όμως δεν παρουσιάστηκε παράλληλη συμφωνία για εκεχειρία, αποχώρηση στρατευμάτων ή περιορισμό των ρωσικών επιθέσεων.

Η αμερικανική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι οι ενεργειακές συμφωνίες μπορούν να λειτουργήσουν ως κίνητρο για μελλοντική διπλωματική πρόοδο.

Το εάν αυτή η στρατηγική θα αποδώσει παραμένει ανοιχτό.

Το Ιράν, τα Στενά του Ορμούζ και η ενεργειακή ασφυξία

Η συμφωνία Τραμπ–Πούτιν δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τη διεθνή ενεργειακή κρίση.

Η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή και οι διαταραχές στις μεταφορές μέσω των Στενών του Ορμούζ έχουν επηρεάσει τις παγκόσμιες αγορές πετρελαίου.

Το κόστος των καυσίμων έχει αυξηθεί σημαντικά.

Οι επιπτώσεις είναι ιδιαίτερα έντονες στο ντίζελ, το οποίο χρησιμοποιείται ευρέως στις εμπορευματικές μεταφορές, στη γεωργία και στη βιομηχανία.

Η κυβέρνηση Τραμπ βρίσκεται αντιμέτωπη με αυξανόμενη οικονομική πίεση.

Οι υψηλές τιμές ενέργειας επηρεάζουν το κόστος ζωής και ενισχύουν τις ανησυχίες για τον πληθωρισμό.

Η αναζήτηση πρόσθετων ποσοτήτων ντίζελ αποτελεί επομένως μια άμεση οικονομική προτεραιότητα.

Η Ρωσία, ως σημαντικός παραγωγός πετρελαϊκών προϊόντων, διαθέτει τη δυνατότητα να επηρεάσει την προσφορά.

Η ενεργειακή ανάγκη της Δύσης δημιουργεί έτσι ένα νέο διαπραγματευτικό πεδίο για τη Μόσχα.

Οι εκλογές της 3ης Νοεμβρίου πίσω από την απόφαση

Η πολιτική διάσταση της συμφωνίας είναι εξίσου σημαντική με την ενεργειακή.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται στην τελική ευθεία για τις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου.

Οι ψηφοφόροι θα αποφασίσουν για τη σύνθεση της Βουλής των Αντιπροσώπων και για σημαντικό μέρος της Γερουσίας.

Οι τιμές των καυσίμων αποτελούν ένα από τα πιο άμεσα αισθητά οικονομικά ζητήματα.

Η αύξηση του ντίζελ επηρεάζει επιχειρήσεις, μεταφορείς, αγρότες και καταναλωτές.

Η πολιτική ανάλυση του Protagon, με αναφορές και σε διεθνή δημοσιεύματα, συνδέει τη στροφή του Τραμπ με την επιδίωξη να συγκρατηθούν οι τιμές πριν από τις κάλπες.

Η σύνδεση αυτή έχει οικονομική και πολιτική βάση.

Δεν αποδεικνύει, ωστόσο, ότι ο Αμερικανός πρόεδρος προχώρησε στη συμφωνία αποκλειστικά για εκλογικούς λόγους.

Το βέβαιο είναι ότι μια αποκλιμάκωση των τιμών θα μπορούσε να αποτελέσει επιχείρημα της κυβέρνησής του στην προεκλογική συζήτηση.

Αντίθετα, η διατήρηση υψηλού ενεργειακού κόστους θα συνέχιζε να προκαλεί δυσαρέσκεια στους καταναλωτές.

Από τις κυρώσεις στη συμφωνία: Η αλλαγή στάσης της Ουάσιγκτον

Η νέα αμερικανική απόφαση αποκτά ιδιαίτερη σημασία επειδή ακολουθεί μια περίοδο ενίσχυσης των πιέσεων προς τη Ρωσία.

Η κυβέρνηση Τραμπ είχε υποστηρίξει πρόσθετα περιοριστικά μέτρα που συνδέονταν με τις ρωσικές ενεργειακές εξαγωγές.

Τώρα επιλέγει να επιτρέψει προσωρινά συγκεκριμένες συναλλαγές για το ντίζελ.

Η μεταβολή αναδεικνύει τις αντιφάσεις που μπορούν να δημιουργηθούν ανάμεσα στους στόχους εξωτερικής πολιτικής και στις ανάγκες της εγχώριας οικονομίας.

Η Ουάσιγκτον επιδιώκει να περιορίσει τη δυνατότητα της Μόσχας να χρηματοδοτεί τον πόλεμο.

Ταυτόχρονα, όμως, αναζητά τρόπους αύξησης της παγκόσμιας προσφοράς καυσίμων.

Η Ρωσία βρίσκεται στο επίκεντρο και των δύο επιδιώξεων.

Η επιλογή του Τραμπ να δώσει προτεραιότητα στην ενεργειακή συμφωνία προκαλεί έντονες αντιδράσεις από την ουκρανική πλευρά.

Η Ευρώπη παρακολουθεί με ανησυχία

Η ανακοίνωση αιφνιδίασε και ευρωπαϊκές κυβερνήσεις.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει επενδύσει σημαντικό πολιτικό και οικονομικό κεφάλαιο στη διατήρηση των κυρώσεων κατά της Ρωσίας.

Η χαλάρωση των αμερικανικών περιορισμών δημιουργεί το ενδεχόμενο διαφορετικών προσεγγίσεων μεταξύ των δύο πλευρών του Ατλαντικού.

Η Γερμανία έχει ξεκαθαρίσει ότι παραμένει προσηλωμένη στη συνέχιση της οικονομικής πίεσης προς τη Μόσχα.

Η ευρωπαϊκή στάση συνδέεται με την εκτίμηση ότι η Ρωσία πρέπει να αντιμετωπίσει ουσιαστικό κόστος για τη συνέχιση των στρατιωτικών επιχειρήσεων.

Η αμερικανική απόφαση δεν καταργεί τις κυρώσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ωστόσο, μπορεί να επηρεάσει τη συνοχή της δυτικής στρατηγικής.

Το ερώτημα είναι εάν η Ουάσιγκτον και οι Ευρωπαίοι σύμμαχοί της θα μπορέσουν να διατηρήσουν κοινή γραμμή στις επόμενες διαπραγματεύσεις.

Οι εγγυήσεις ασφαλείας και το μεγάλο παζάρι για την Ουκρανία

Παρά τη σύγκρουση για το ντίζελ, οι συνομιλίες στο Μαϊάμι περιλάμβαναν πολύ ευρύτερα ζητήματα.

Σύμφωνα με το Axios, οι Αμερικανοί απεσταλμένοι παρουσίασαν νέες ιδέες για μια πιθανή συμφωνία τερματισμού του πολέμου.

Στο επίκεντρο βρίσκονταν οι εγγυήσεις ασφαλείας που θα μπορούσαν να προσφέρουν οι Ηνωμένες Πολιτείες, ευρωπαϊκές χώρες και το ΝΑΤΟ.

Συζητήθηκαν επίσης τα εδαφικά ζητήματα, η μελλοντική σχέση της Ουκρανίας με τη Συμμαχία και η προοπτική ευρωπαϊκής ένταξης.

Η ανοικοδόμηση της χώρας αποτελεί επίσης σημαντικό τμήμα της διαπραγμάτευσης.

Η Ουκρανία θα χρειαστεί τεράστιους οικονομικούς πόρους για την αποκατάσταση των υποδομών της και την ανασυγκρότηση της οικονομίας.

Παράλληλα, θα πρέπει να διατηρήσει επαρκείς αμυντικές δυνατότητες ώστε να αντιμετωπίσει πιθανές μελλοντικές απειλές.

Οι διαπραγματεύσεις αφορούν επομένως όχι μόνο τον τερματισμό των εχθροπραξιών, αλλά και τη μεταπολεμική αρχιτεκτονική ασφαλείας της Ευρώπης.

Το ενεργειακό παζάρι ως εργαλείο διαπραγμάτευσης

Η αμερικανική πλευρά φαίνεται να εξετάζει τις ενεργειακές συμφωνίες και ως μέσο προσέγγισης της Μόσχας.

Η λογική είναι ότι η δυνατότητα πρόσθετων εξαγωγών μπορεί να δημιουργήσει οικονομικά κίνητρα για ρωσικές παραχωρήσεις.

Ωστόσο, η αποτελεσματικότητα αυτής της στρατηγικής δεν έχει ακόμη αποδειχθεί.

Η συμφωνία για το ντίζελ ανακοινώθηκε χωρίς παράλληλη δημόσια ρωσική δέσμευση για εκεχειρία.

Αυτό ακριβώς προκαλεί την αντίδραση του Κιέβου.

Η Ουκρανία θεωρεί ότι οι οικονομικές παραχωρήσεις πρέπει να συνδέονται με συγκεκριμένα και επαληθεύσιμα βήματα αποκλιμάκωσης.

Η αμερικανική κυβέρνηση εμφανίζεται διατεθειμένη να χρησιμοποιήσει την ενεργειακή συνεργασία ως μέρος μιας ευρύτερης διαπραγματευτικής διαδικασίας.

Οι δύο προσεγγίσεις δεν είναι απαραίτητα ασύμβατες.

Ωστόσο, διαφέρουν σημαντικά ως προς τη σειρά των παραχωρήσεων.

Οι επόμενες κινήσεις Γουίτκοφ και Κούσνερ

Παρά τη δυσαρέσκεια που προκάλεσε η συμφωνία, οι αμερικανικές διπλωματικές προσπάθειες συνεχίζονται.

Σύμφωνα με το Axios, οι Στιβ Γουίτκοφ και Τζάρεντ Κούσνερ εξετάζουν νέες επισκέψεις στη Μόσχα και στο Κίεβο.

Στόχος είναι να διατηρηθεί ανοιχτός ο δίαυλος επικοινωνίας και να διερευνηθούν δυνατότητες προόδου στις ειρηνευτικές συνομιλίες.

Ο Ζελένσκι, παρά την έντονη κριτική του, δεν δήλωσε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν χάσει οριστικά τη δυνατότητα να μεσολαβήσουν.

Η ουκρανική κυβέρνηση εξακολουθεί να θεωρεί απαραίτητη την αμερικανική συμμετοχή.

Αυτό δημιουργεί μια ιδιαίτερα δύσκολη ισορροπία.

Το Κίεβο αμφισβητεί την ενεργειακή επιλογή του Τραμπ, αλλά δεν μπορεί να αγνοήσει τη σημασία της αμερικανικής υποστήριξης για την ασφάλειά του.

Η επόμενη φάση των συνομιλιών θα δείξει εάν η κρίση εμπιστοσύνης μπορεί να περιοριστεί.

Τι σημαίνει η συμφωνία για τις διεθνείς αγορές

Η αύξηση της προσφοράς ρωσικού ντίζελ θα μπορούσε να προσφέρει κάποια ανακούφιση στις διεθνείς αγορές.

Ωστόσο, το αποτέλεσμα θα εξαρτηθεί από τις πραγματικές ποσότητες που θα παραδοθούν και από τις συνθήκες μεταφοράς και εμπορίας.

Οι διεθνείς τιμές επηρεάζονται από τη διαθεσιμότητα διυλιστηρίων, τις γεωπολιτικές εντάσεις και τη ζήτηση.

Οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή παραμένουν κρίσιμος παράγοντας.

Παράλληλα, οι επιθέσεις σε ενεργειακές υποδομές της Ρωσίας και της Ουκρανίας δημιουργούν πρόσθετη αβεβαιότητα.

Η συμφωνία Τραμπ–Πούτιν μπορεί να μεταβάλει τις προσδοκίες της αγοράς.

Δεν αποτελεί, όμως, εγγύηση άμεσης και μεγάλης μείωσης των τιμών.

Η αποτελεσματικότητά της θα κριθεί από τις πραγματικές ενεργειακές ροές.

Η Ελλάδα ανάμεσα στην ενεργειακή κρίση και τη διατλαντική διαφωνία

Οι εξελίξεις έχουν άμεση σημασία και για την Ελλάδα.

Το ντίζελ επηρεάζει το κόστος των μεταφορών, της γεωργίας και της βιομηχανικής παραγωγής.

Η αύξηση των διεθνών τιμών επιβαρύνει τις επιχειρήσεις και τους καταναλωτές.

Μια ενδεχόμενη αποκλιμάκωση θα μπορούσε να περιορίσει μέρος αυτών των πιέσεων.

Παράλληλα, η Ελλάδα συμμετέχει στο ευρωπαϊκό καθεστώς κυρώσεων κατά της Ρωσίας.

Η αμερικανική εξαίρεση δεν σημαίνει ότι αλλάζει αυτομάτως το ευρωπαϊκό νομικό πλαίσιο.

Η Αθήνα καλείται επομένως να παρακολουθήσει τόσο την ενεργειακή διάσταση όσο και τις πολιτικές συνέπειες της συμφωνίας.

Η συνοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η σταθερότητα των διατλαντικών σχέσεων αποτελούν σημαντικούς παράγοντες για την ελληνική εξωτερική πολιτική.

Ο Τραμπ, ο Πούτιν και το τίμημα της ενεργειακής συμφωνίας

Η συμφωνία για το ρωσικό ντίζελ αναδεικνύει μια βαθιά αντίφαση στην αμερικανική πολιτική.

Ο Τραμπ επιδιώκει να μειώσει τις τιμές των καυσίμων και να εμφανίσει οικονομικά αποτελέσματα πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές.

Η Ουκρανία επιδιώκει να διατηρήσει τη στρατιωτική και οικονομική πίεση προς τη Ρωσία.

Ο Πούτιν επιδιώκει να διευρύνει τις δυνατότητες ενεργειακών εξαγωγών της χώρας του.

Οι τρεις αυτές επιδιώξεις συγκρούονται.

Το παρασκήνιο που αποκαλύπτει το Axios δείχνει ότι η αμερικανική απόφαση δεν προέκυψε σε διπλωματικό κενό.

Είχαν προηγηθεί επανειλημμένα αιτήματα προς το Κίεβο, έντονες διαφωνίες για τις επιθέσεις στα διυλιστήρια και συνομιλίες για το μέλλον του πολέμου.

Η Ουκρανία δεν αποδέχθηκε μονομερή ενεργειακή εκεχειρία.

Ο Τραμπ επέλεξε να συμφωνήσει με τον Πούτιν για το ντίζελ.

Και η Μόσχα δεν ανακοίνωσε αντίστοιχη δέσμευση για άμεσο τερματισμό των στρατιωτικών επιχειρήσεων.

Αυτή είναι η ουσία της πολιτικής σύγκρουσης: η Ουάσιγκτον αναζητά φθηνότερα καύσιμα, ενώ το Κίεβο φοβάται ότι το τίμημα θα είναι η αποδυνάμωση της πίεσης προς τη Ρωσία.

Το εάν η επιλογή Τραμπ θα οδηγήσει σε πραγματική αποκλιμάκωση των τιμών ή σε διπλωματική πρόοδο παραμένει ανοιχτό.

Προς το παρόν, η συμφωνία έχει προκαλέσει νέα κρίση εμπιστοσύνης ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ουκρανία.

Και η Ευρώπη παρακολουθεί μια διαπραγμάτευση στην οποία η ενέργεια, ο πόλεμος και η αμερικανική εσωτερική πολιτική έχουν συνδεθεί όσο ποτέ άλλοτε.

Πηγή: pagenews.gr

Βασίλης Διαμαντάκος
Ο ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ
Βασίλης Διαμαντάκος Δημοσιογράφος Διεθνούς Πολιτικής & Γεωπολιτικής Ανάλυσης
Καλύπτει διεθνείς πολιτικές εξελίξεις, γεωπολιτικές ανακατατάξεις, διπλωματικές σχέσεις και ζητήματα διεθνούς ασφάλειας. Διαθέτει περισσότερα από 20 χρόνια εμπειρίας στο διεθνές πολιτικό και γεωπολιτικό ρεπορτάζ, έχοντας παρακολουθήσει σημαντικά γεγονότα που διαμόρφωσαν το παγκόσμιο πολιτικό σκηνικό. Απόφοιτος του Τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών, με μεταπτυχιακή εξειδίκευση στις Διεθνείς Σχέσεις και τη Γεωπολιτική.

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο