Μια πολιτική απάντηση με ιδιαίτερο βάρος για το εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας έδωσε ο Κυριάκος Μητσοτάκης, όταν κλήθηκε να τοποθετηθεί για το ενδεχόμενο ένα νέο κόμμα του Αντώνη Σαμαρά να περιορίσει την εκλογική δύναμη της κυβερνώσας παράταξης στο 25% και να προκαλέσει αμφισβήτηση της ηγεσίας του.
Στη συνέντευξή του στον ραδιοφωνικό σταθμό ΣΚΑΪ 100,3, την Παρασκευή 9 Οκτωβρίου, ο πρωθυπουργός δεν επιχείρησε να παρουσιάσει την παραμονή του στην ηγεσία ως δεδομένη ανεξαρτήτως αποτελέσματος.
Αντιθέτως, αναγνώρισε ότι οι πολιτικοί αρχηγοί κρίνονται στις εκλογές και ότι μια σοβαρή εκλογική υποχώρηση θα μπορούσε να δημιουργήσει ζήτημα ηγεσίας.
Η τοποθέτηση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία επειδή έγινε σε μια περίοδο κατά την οποία η κυβερνητική παράταξη βρίσκεται αντιμέτωπη με τη συζήτηση για την πολιτική της φυσιογνωμία, τις σχέσεις με πρώην πρωθυπουργούς και τη διατήρηση της εκλογικής της επιρροής.
Ο Μητσοτάκης, πάντως, δεν προέβλεψε ότι η ΝΔ θα συγκεντρώσει 25%, ούτε ανακοίνωσε πρόθεση αποχώρησης. Απάντησε σε ένα υποθετικό σενάριο που του τέθηκε από τον δημοσιογράφο Άρη Πορτοσάλτε.
Το 25% που άναψε τη συζήτηση για την ηγεσία
Η ερώτηση αφορούσε ένα συγκεκριμένο πολιτικό σενάριο: τη δημιουργία κόμματος από τον Αντώνη Σαμαρά, τη μείωση της εκλογικής δύναμης της Νέας Δημοκρατίας και την ενδεχόμενη παρέμβαση βουλευτών που θα ζητούσαν αλλαγή αρχηγού κατά τη διαδικασία σχηματισμού κυβέρνησης.
Ο πρωθυπουργός δεν απέφυγε να τοποθετηθεί επί της ουσίας.
«Ο καθένας -και ο αρχηγός- κρίνεται με βάση το αποτέλεσμα το οποίο φέρνει στις εκλογές», ανέφερε.
Η απάντησή του είχε ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα, καθώς συνέδεσε ευθέως την αξιολόγηση της ηγεσίας με την εκλογική επίδοση.
Αυτό δεν σημαίνει ότι αποδέχθηκε το συγκεκριμένο σενάριο ως πιθανή εξέλιξη. Σημαίνει, όμως, ότι αναγνώρισε πως η εκλογική νομιμοποίηση αποτελεί καθοριστικό κριτήριο για κάθε πρόεδρο κόμματος.
Η αναφορά στο 25% έδωσε στη συνέντευξη μια διάσταση πολύ διαφορετική από μια συνηθισμένη κυβερνητική αποτίμηση.
Για πρώτη φορά στη συγκεκριμένη συζήτηση, το ερώτημα δεν ήταν μόνο πώς θα κινηθεί η Νέα Δημοκρατία προς τις επόμενες κάλπες, αλλά και τι θα σήμαινε μια σημαντική εκλογική απώλεια για τον ίδιο τον αρχηγό της.
Το μήνυμα προς τη Νέα Δημοκρατία: Κανείς δεν έχει λευκή επιταγή
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επικαλέστηκε την πολιτική παράδοση της Νέας Δημοκρατίας, σύμφωνα με την οποία οι αρχηγοί αξιολογούνται με βάση την εκλογική τους αποτελεσματικότητα.
Η συγκεκριμένη αναφορά δεν συνιστά εξαγγελία εσωκομματικής διαδικασίας.
Αποτελεί, ωστόσο, σαφή παραδοχή ότι η ηγεσία ενός μεγάλου κυβερνητικού κόμματος δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από την εμπιστοσύνη των ψηφοφόρων.
Το πολιτικό ενδιαφέρον βρίσκεται και στη χρονική στιγμή της δήλωσης.
Η Νέα Δημοκρατία προετοιμάζεται για τις επόμενες εθνικές εκλογές, ενώ στο εσωτερικό της συνεχίζεται η συζήτηση για την ανάγκη συσπείρωσης, την απήχηση στον παραδοσιακό δεξιό χώρο και την παρουσία στελεχών που εκφράζουν διαφορετικές πολιτικές προσεγγίσεις.
Ο πρωθυπουργός επέλεξε να μην απορρίψει ως αδιανόητη μια συζήτηση περί αλλαγής ηγεσίας μετά από δυσμενές εκλογικό αποτέλεσμα.
Αντίθετα, υπενθύμισε ότι οι δημοκρατικές παρατάξεις διαθέτουν διαδικασίες και πολιτικές παραδόσεις για να αντιμετωπίζουν τέτοιες καταστάσεις.
Το σενάριο Σαμαρά και ο φόβος της εκλογικής διαρροής
Η αναφορά στον Αντώνη Σαμαρά δεν ήταν τυχαία.
Ο πρώην πρωθυπουργός εξακολουθεί να αποτελεί σημείο αναφοράς για τμήμα του παραδοσιακού ακροατηρίου της Νέας Δημοκρατίας, ενώ οι δημόσιες διαφοροποιήσεις του από την κυβερνητική πολιτική έχουν προκαλέσει επανειλημμένα πολιτική συζήτηση.
Το ενδεχόμενο δημιουργίας νέου κόμματος από τον Σαμαρά αντιμετωπίζεται ως παράγοντας που θα μπορούσε να επηρεάσει τους συσχετισμούς στον χώρο της Κεντροδεξιάς.
Ωστόσο, άλλο είναι η συζήτηση για ένα ενδεχόμενο νέο κόμμα και άλλο η τεκμηρίωση της πραγματικής εκλογικής του επιρροής.
Ούτε η δημιουργία ενός τέτοιου σχηματισμού ούτε η υποθετική μείωση της ΝΔ στο 25% μπορούν να θεωρηθούν δεδομένα.
Το ερώτημα του Πορτοσάλτε είχε κυρίως πολιτικό χαρακτήρα: πώς θα αντιμετώπιζε ο Μητσοτάκης μια ενδεχόμενη εσωκομματική αμφισβήτηση μετά από ένα δυσμενές εκλογικό αποτέλεσμα;
Η απάντησή του έδειξε ότι δεν θεωρεί θεσμικά απαγορευμένη μια τέτοια συζήτηση.
Αυτό, ωστόσο, απέχει από το να σημαίνει ότι αποδέχεται την ύπαρξη σημερινού ζητήματος ηγεσίας.
«Όχι» στον ανασχηματισμό – Γιατί κλείνει τη συζήτηση τώρα
Στην ίδια συνέντευξη ο πρωθυπουργός ρωτήθηκε εάν σχεδιάζει αλλαγές στο κυβερνητικό σχήμα.
Η απάντησή του ήταν μονολεκτική:
«Όχι».
Η κατηγορηματική αυτή τοποθέτηση έρχεται να βάλει φρένο στα σενάρια περί άμεσου ανασχηματισμού, τα οποία επανέρχονται συχνά στον δημόσιο διάλογο.
Σε πολιτικό επίπεδο, η επιλογή του πρωθυπουργού να αποκλείσει έναν ανασχηματισμό τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή εκπέμπει μήνυμα συνέχειας.
Η κυβέρνηση αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις στην οικονομία, στο ενεργειακό κόστος, στη δημόσια διοίκηση και στην εξωτερική πολιτική.
Μια άμεση αναδιάταξη υπουργικών χαρτοφυλακίων θα μπορούσε να μεταφέρει το ενδιαφέρον από αυτές τις προτεραιότητες στις εσωτερικές ισορροπίες του κυβερνητικού σχήματος.
Το πρωθυπουργικό «όχι» δεν αποτελεί βέβαια δέσμευση ότι δεν θα πραγματοποιηθούν ποτέ αλλαγές μέχρι τις εκλογές.
Αποτελεί τη σαφή απάντησή του στα σενάρια που τέθηκαν κατά τη συνέντευξη.
Η αλαζονεία στην κυβέρνηση και η παρέμβαση της Ντόρας Μπακογιάννη
Ένα ακόμη ευαίσθητο θέμα ήταν οι αναφορές της Ντόρας Μπακογιάννη σε αλαζονικές συμπεριφορές στο κυβερνητικό στρατόπεδο.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης κλήθηκε να απαντήσει εάν αναγνωρίζει τέτοια φαινόμενα και εάν θεωρεί ότι η πολυετής παραμονή στην εξουσία έχει επηρεάσει τη συμπεριφορά υπουργών και στελεχών.
Ο πρωθυπουργός δεν υιοθέτησε τη γενικευμένη εικόνα μιας αλαζονικής κυβέρνησης.
Παραδέχθηκε, ωστόσο, ότι η άσκηση της εξουσίας μπορεί να δημιουργεί τέτοιες εντυπώσεις και υπογράμμισε την ανάγκη προσοχής στη δημόσια συμπεριφορά.
Το μήνυμα προς τους υπουργούς και την Κοινοβουλευτική Ομάδα ήταν ότι η κυβερνητική ευθύνη δεν δικαιολογεί συμπεριφορές που απομακρύνουν τους πολίτες.
Η πολιτική σημασία της παρέμβασης βρίσκεται στο γεγονός ότι το ζήτημα τέθηκε από ένα ιστορικό στέλεχος της ΝΔ, με ισχυρή παρουσία στην παράταξη.
Ο πρωθυπουργός επιχείρησε να κρατήσει δύο ισορροπίες: να μην εμφανιστεί ότι αποδέχεται μια συνολική κατηγορία εις βάρος της κυβέρνησης, αλλά και να μην υποτιμήσει την ανάγκη πολιτικής μετριοπάθειας.
Έχασε η Νέα Δημοκρατία τη δεξιά της ταυτότητα;
Στη συνέντευξη τέθηκε και το ερώτημα εάν η Νέα Δημοκρατία έχει απομακρυνθεί από την παραδοσιακή πολιτική της ταυτότητα, δίνοντας μεγαλύτερο βάρος στο Κέντρο.
Ο Μητσοτάκης απάντησε παραπέμποντας στην ιδρυτική διακήρυξη του Κωνσταντίνου Καραμανλή και στην αντίληψη μιας παράταξης που δεν περιορίζεται από στενές ιδεολογικές ταμπέλες.
Η επιχειρηματολογία του βασίστηκε στην ανάγκη η Νέα Δημοκρατία να απευθύνεται σε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα και όχι αποκλειστικά στους παραδοσιακούς ψηφοφόρους της.
Η συζήτηση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε συνθήκες ενδεχόμενου κατακερματισμού του δεξιού πολιτικού χώρου.
Από τη μία πλευρά, υπάρχουν στελέχη και ψηφοφόροι που ζητούν εντονότερη προβολή των παραδοσιακών ιδεολογικών χαρακτηριστικών της παράταξης.
Από την άλλη, η στρατηγική του πρωθυπουργού βασίζεται στην προσέλκυση ψηφοφόρων από το Κέντρο και στη διατήρηση ενός ευρύτερου κυβερνητικού ακροατηρίου.
Ο ίδιος υπενθύμισε ότι ανέλαβε την ηγεσία μιας Νέας Δημοκρατίας που είχε υποστεί διαδοχικές εκλογικές ήττες και υποστήριξε ότι η διεύρυνση της εκλογικής της βάσης υπήρξε καθοριστική για την επιστροφή της στην εξουσία.
«Δεν είμαι πρωθυπουργός του 40%, αλλά του 100%»
Στο πλαίσιο της συζήτησης για την πολιτική φυσιογνωμία της ΝΔ, ο Μητσοτάκης χρησιμοποίησε μια χαρακτηριστική διατύπωση για τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται τον πρωθυπουργικό του ρόλο.
«Δεν είμαι Πρωθυπουργός του 40%, είμαι Πρωθυπουργός του 100%», ανέφερε.
Η φράση αυτή συμπυκνώνει τη βασική του επιχειρηματολογία υπέρ της διεύρυνσης της παράταξης.
Σύμφωνα με την προσέγγισή του, ο πρωθυπουργός οφείλει να απευθύνεται σε όλους τους πολίτες, ανεξάρτητα από την εκλογική τους προτίμηση.
Αυτή είναι και η απάντησή του στις αιτιάσεις ότι η Νέα Δημοκρατία απομακρύνεται από συγκεκριμένα τμήματα της παραδοσιακής εκλογικής της βάσης.
Το κατά πόσον αυτή η στρατηγική διατηρεί την εκλογική της αποτελεσματικότητα θα κριθεί από τους ψηφοφόρους στις επόμενες κάλπες.
Οι απουσίες Καραμανλή και Σαμαρά και το εσωκομματικό μήνυμα
Στη συνέντευξη συζητήθηκαν επίσης οι απουσίες πρώην προέδρων και κορυφαίων στελεχών από πρόσφατη επετειακή εκδήλωση της Νέας Δημοκρατίας.
Ο πρωθυπουργός επιχείρησε να αποφύγει την ενιαία ερμηνεία των απουσιών ως κοινής πολιτικής στάσης.
Για τον Βαγγέλη Μεϊμαράκη διευκρίνισε ότι είχε υπάρξει προσωπική επικοινωνία και ενημέρωση για ανειλημμένη υποχρέωση στις Βρυξέλλες.
Η αναφορά αυτή είχε σημασία, καθώς διαχώρισε τη συγκεκριμένη περίπτωση από άλλες απουσίες που έχουν τροφοδοτήσει πολιτικά σχόλια.
Ο Μητσοτάκης υποστήριξε ότι η εκδήλωση είχε ως βασικό αποδέκτη τον κόσμο της Νέας Δημοκρατίας και όχι τον ίδιο προσωπικά.
Με τον τρόπο αυτό επιχείρησε να μεταφέρει το βάρος από τις σχέσεις μεταξύ κορυφαίων προσώπων στην ιστορική συνέχεια της παράταξης.
Η πραγματικότητα, ωστόσο, είναι ότι οι σχέσεις της σημερινής ηγεσίας με πρώην πρωθυπουργούς εξακολουθούν να αποτελούν αντικείμενο πολιτικού ενδιαφέροντος.
ΟΠΕΚΕΠΕ: Η παραδοχή για την αποτυχία της προηγούμενης προσπάθειας
Πέρα από τα εσωκομματικά, ο πρωθυπουργός αναφέρθηκε και στον ΟΠΕΚΕΠΕ, αναγνωρίζοντας ότι οι προηγούμενες προσπάθειες αντιμετώπισης των προβλημάτων του οργανισμού δεν είχαν αποδώσει.
Η κυβέρνηση, σύμφωνα με τον ίδιο, επέλεξε τελικά τη ριζική οργανωτική αλλαγή, με την ένταξη των σχετικών λειτουργιών στην ΑΑΔΕ.
Ο Μητσοτάκης αναγνώρισε ότι η μετάβαση δημιούργησε δυσκολίες, ενώ υποστήριξε ότι η κυβέρνηση ανέλαβε το πολιτικό κόστος της απόφασης.
Η τοποθέτηση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή ο ΟΠΕΚΕΠΕ αποτελεί ένα από τα ζητήματα που έχουν επηρεάσει τη δημόσια συζήτηση για τη λειτουργία της διοίκησης και την αποτελεσματικότητα των ελεγκτικών μηχανισμών.
Ο πρωθυπουργός επιχείρησε να παρουσιάσει τη μεταρρύθμιση ως απόδειξη ότι η κυβέρνηση αναγνωρίζει τις αστοχίες και προχωρά σε διορθωτικές παρεμβάσεις.
Η αντιπολίτευση, από την πλευρά της, συνεχίζει να ασκεί κριτική για τις κυβερνητικές ευθύνες και τις συνέπειες των προβλημάτων στον αγροτικό κόσμο.
Η σταθερότητα ως κεντρικό επιχείρημα για τις επόμενες εκλογές
Στο πολιτικό σκέλος της συνέντευξης, ο Κυριάκος Μητσοτάκης συνέδεσε τη συζήτηση για την επόμενη ημέρα με το ζήτημα της κυβερνητικής σταθερότητας.
Η επιχειρηματολογία του δεν περιορίστηκε στο προσωπικό του πολιτικό μέλλον.
Εστίασε στην ανάγκη να υπάρχει δυνατότητα σχηματισμού αποτελεσματικής κυβέρνησης σε μια περίοδο αυξημένης διεθνούς αβεβαιότητας.
Η ενεργειακή κρίση, οι γεωπολιτικές εντάσεις και οι οικονομικές προκλήσεις αποτελούν το πλαίσιο μέσα στο οποίο ο πρωθυπουργός τοποθετεί το αίτημα της πολιτικής σταθερότητας.
Η αναφορά του στους αρχηγούς των κομμάτων ως τα πρόσωπα που διεκδικούν την πρωθυπουργία εντάσσεται στη συζήτηση για τις πραγματικές κυβερνητικές επιλογές που θα προκύψουν μετά τις εκλογές.
Από την άλλη πλευρά, η αντιπολίτευση αμφισβητεί την κυβερνητική αποτίμηση, δίνοντας έμφαση στην ακρίβεια, στις κοινωνικές ανισότητες και στην αποτελεσματικότητα της κυβερνητικής πολιτικής.
Το πολιτικό συμπέρασμα: Η συζήτηση για το 25% δεν είναι παραίτηση
Η πιο αξιοσημείωτη στιγμή της συνέντευξης ήταν η απάντηση του Μητσοτάκη στο υποθετικό σενάριο μιας σημαντικής εκλογικής υποχώρησης.
Ο πρωθυπουργός δεν ανακοίνωσε παραίτηση, δεν προανήγγειλε εσωκομματικές εξελίξεις και δεν αποδέχθηκε ότι ένα κόμμα Σαμαρά θα οδηγήσει τη Νέα Δημοκρατία στο 25%.
Αναγνώρισε όμως ότι κανένας πολιτικός αρχηγός δεν μπορεί να θεωρεί την ηγεσία του ανεξάρτητη από την εκλογική επίδοση.
Αυτό είναι το ουσιαστικό πολιτικό στοιχείο της τοποθέτησής του.
Παράλληλα, με το «όχι» στον ανασχηματισμό και την προειδοποίηση για την αλαζονεία, επιχείρησε να διατηρήσει τον έλεγχο της κυβερνητικής ατζέντας και να αποτρέψει τη μετατροπή της προεκλογικής συζήτησης σε διαρκή εσωκομματική αντιπαράθεση.
Η απάντηση για το 25% δεν άνοιξε επισήμως θέμα ηγεσίας στη Νέα Δημοκρατία. Έθεσε όμως δημόσια ένα σαφές κριτήριο πολιτικής λογοδοσίας: το εκλογικό αποτέλεσμα θα κρίνει τόσο την κυβέρνηση όσο και τον ίδιο τον αρχηγό της.
Και αυτή η παραδοχή ήταν ίσως η πιο ενδιαφέρουσα πολιτική στιγμή μιας συνέντευξης που ξεκίνησε από τα εθνικά θέματα, αλλά κατέληξε να αγγίζει το πιο ευαίσθητο ερώτημα για κάθε κυβερνώσα παράταξη: την επόμενη ημέρα.
Πηγή: pagenews.gr
