11.10.2026 | 00:15
Ο Αλέξης Τσίπρας βρίσκεται αντιμέτωπος με μια από τις πιο σύνθετες πολιτικές ασκήσεις της διαδρομής του: να πείσει ότι έχει αλλάξει, χωρίς να αποξενώσει όσους τον στήριξαν στο παρελθόν. Να απομακρυνθεί από επιλογές της διακυβέρνησής του, χωρίς να αποκηρύξει ολόκληρη την πολιτική του ταυτότητα. Και, κυρίως, να παρουσιάσει την Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη (ΕΛΑΣ) ως νέα πολιτική πρόταση και όχι ως μετονομασία του παλιού ΣΥΡΙΖΑ.
Η προσπάθεια έχει ήδη προκαλέσει αντιδράσεις στον χώρο της Αριστεράς, ενώ ανοίγει νέα πεδία ανταγωνισμού με το ΠΑΣΟΚ του Νίκου Ανδρουλάκη.
Στην πραγματικότητα, το πολιτικό δίλημμα για τον πρώην πρωθυπουργό είναι ευρύτερο: πόσο μακριά μπορεί να κινηθεί προς τον ορθολογισμό και το Κέντρο χωρίς να χάσει την πολιτική γλώσσα που τον ανέδειξε;
Η πολιτική επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα συνοδεύεται από μια προσπάθεια επαναπροσδιορισμού της δημόσιας εικόνας του.
Η εμπειρία της διακυβέρνησης 2015–2019, οι επιλογές της πρώτης περιόδου, η διαπραγμάτευση με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς και οι εσωκομματικές συγκρούσεις αποτελούν αναπόσπαστο μέρος αυτής της συζήτησης.
Ο ίδιος έχει αναγνωρίσει ότι η γνώση των στόχων δεν συνεπάγεται αυτομάτως και γνώση των μέσων για την επίτευξή τους.
Αυτή η παραδοχή βρίσκεται στον πυρήνα της νέας πολιτικής του αφήγησης: περισσότερη εμπειρία, μεγαλύτερη έμφαση στην εφαρμογή των πολιτικών και αποφυγή υποσχέσεων που δεν μπορούν να υλοποιηθούν.
Ωστόσο, η αυτοκριτική του εξακολουθεί να προκαλεί διαφορετικές αναγνώσεις.
Οι επικριτές του υποστηρίζουν ότι η αναγνώριση λανθασμένων επιλογών προσώπων και συνεργατών δεν αρκεί για να αποσαφηνιστεί η δική του πολιτική ευθύνη. Από την πλευρά του, ο Τσίπρας προβάλλει την κυβερνητική εμπειρία ως στοιχείο της σημερινής του πολιτικής ωριμότητας.
Το ζητούμενο είναι εάν αυτή η μετατόπιση θα αποτυπωθεί σε συγκεκριμένες πολιτικές προτάσεις και όχι μόνο στη ρητορική.
Η σχέση του Αλέξη Τσίπρα με τον ΣΥΡΙΖΑ έχει εισέλθει σε διαφορετική φάση.
Η ίδρυση της ΕΛΑΣ δημιούργησε έναν νέο κομματικό φορέα, ο οποίος διεκδικεί πολιτική αυτονομία από την Κουμουνδούρου.
Η διαφοροποίηση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς πρώην στελέχη και βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ βρίσκονται κοντά στη νέα προσπάθεια.
Το ερώτημα είναι εάν η ΕΛΑΣ μπορεί να αποκτήσει διακριτή φυσιογνωμία όταν σημαντικό μέρος του πολιτικού της δυναμικού προέρχεται από τον ίδιο κομματικό χώρο.
Στις 6 Οκτωβρίου, μιλώντας στις Συντονιστικές Επιτροπές Αττικής, ο Τσίπρας επιχείρησε να προσδιορίσει τον χαρακτήρα της νέας προσπάθειας.
«Δεν ήρθαμε να καλύψουμε μερικά έδρανα στο κοινοβούλιο», ήταν το μήνυμά του, συνδέοντας τη δημιουργία της ΕΛΑΣ με την επιδίωξη πολιτικής αλλαγής.
Η διαφοροποίηση από τον ΣΥΡΙΖΑ δεν περιορίζεται, πάντως, στα οργανωτικά ζητήματα. Επεκτείνεται στις οικονομικές επιλογές, στην εκπαίδευση και στον τρόπο με τον οποίο ο πρώην πρωθυπουργός προσεγγίζει τις θεσμικές και δημοσιονομικές δεσμεύσεις της χώρας.
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα της νέας προσέγγισης αφορά τα μη κρατικά πανεπιστήμια.
Η ΕΛΑΣ έχει διαχωρίσει τη διαφωνία της με την κυβερνητική πολιτική για το άρθρο 16 από το ζήτημα της λειτουργίας ιδρυμάτων που έχουν ήδη δημιουργηθεί.
Η τοποθέτηση αυτή προκάλεσε έντονες αντιδράσεις από πρώην συντρόφους του Τσίπρα.
Στελέχη της Αριστεράς υποστήριξαν ότι η συγκεκριμένη στάση συνιστά ουσιαστική υποχώρηση απέναντι στην πολιτική της Νέας Δημοκρατίας.
Το ΜέΡΑ25 κατηγόρησε δημόσια την ΕΛΑΣ ότι αποδέχεται μια πραγματικότητα που διαμορφώθηκε από την κυβέρνηση Μητσοτάκη.
Από την πλευρά της νέας παράταξης, η προσέγγιση συνδέεται με την ανάγκη διαχείρισης των ήδη διαμορφωμένων θεσμικών δεδομένων.
Η αντιπαράθεση είναι αποκαλυπτική.
Για τους επικριτές του Τσίπρα, η νέα θέση σηματοδοτεί πολιτική μετατόπιση. Για την ΕΛΑΣ, αποτελεί προσπάθεια να συνδυαστούν οι ιδεολογικές αρχές με τις πρακτικές απαιτήσεις της διακυβέρνησης.
Αντίστοιχη αλλαγή επιχειρεί να αναδείξει ο πρώην πρωθυπουργός στην οικονομία.
Στην παρουσίαση του οικονομικού προγράμματος της ΕΛΑΣ στη Θεσσαλονίκη, στις 2 Σεπτεμβρίου, έδωσε έμφαση στην παραγωγική ανασυγκρότηση, στην ευρωπαϊκή σύγκλιση και στη μείωση των κοινωνικών και περιφερειακών ανισοτήτων.
Ο πολιτικός στόχος δεν περιγράφεται πλέον αποκλειστικά μέσα από την αναδιανομή εισοδήματος, αλλά και μέσα από την αύξηση της παραγωγικής δυνατότητας της οικονομίας.
Η δημοσιονομική αξιοπιστία, η κοστολόγηση των παρεμβάσεων και η ανάγκη δημιουργίας πλούτου αποκτούν κεντρική θέση στη δημόσια επιχειρηματολογία της ΕΛΑΣ.
Ταυτόχρονα, ο Τσίπρας διατηρεί έντονη κριτική προς την κυβέρνηση για την ακρίβεια και την κατανομή των οικονομικών ωφελειών.
Στη συνέντευξή του στα Παραπολιτικά 90,1, στις 8 Οκτωβρίου, αντιπαρέβαλε την αύξηση των μισθών με τις ανατιμήσεις σε βασικά αγαθά, στα καύσιμα και στη στέγαση.
Κατά τον ίδιο, η ονομαστική βελτίωση ορισμένων οικονομικών μεγεθών δεν αρκεί όταν τα νοικοκυριά αντιμετωπίζουν υψηλό κόστος διαβίωσης.
Η νέα οικονομική γραμμή επιχειρεί έτσι να συνδυάσει την κοινωνική κριτική με την εικόνα μιας κοστολογημένης κυβερνητικής πρότασης.
Το ερώτημα που παραμένει είναι πώς θα χρηματοδοτηθούν οι παρεμβάσεις και ποιες προτεραιότητες θα επιλεγούν όταν υπάρχουν αντικρουόμενες δημοσιονομικές απαιτήσεις.
Η πολιτική μετατόπιση του Τσίπρα δημιουργεί ένα ακόμη πεδίο ανταγωνισμού: τον χώρο της Κεντροαριστεράς.
Το ΠΑΣΟΚ του Νίκου Ανδρουλάκη διεκδικεί ήδη την εκπροσώπηση των μετριοπαθών ψηφοφόρων που επιθυμούν διαφορετική κυβερνητική πολιτική από εκείνη της Νέας Δημοκρατίας.
Η ΕΛΑΣ επιχειρεί να απευθυνθεί σε μέρος του ίδιου ακροατηρίου, προβάλλοντας την κυβερνητική εμπειρία του πρώην πρωθυπουργού και μια ανανεωμένη προγραμματική πρόταση.
Ωστόσο, οι δύο πολιτικές διαδρομές είναι διαφορετικές.
Το ΠΑΣΟΚ στηρίζεται στη δική του ιστορική ταυτότητα και οργανωτική συνέχεια, ενώ ο Τσίπρας επιχειρεί να δημιουργήσει νέο φορέα με προσωπικό πολιτικό αποτύπωμα.
Η μεταξύ τους αντιπαράθεση αφορά όχι μόνο τις προγραμματικές θέσεις, αλλά και το ζήτημα της αξιοπιστίας.
Στη δημόσια συζήτηση τίθεται παράλληλα το ενδεχόμενο συνεργασιών στον προοδευτικό χώρο.
Ο Τσίπρας έχει δηλώσει ότι επιδιώκει την ενότητα της παράταξης, ενώ στελέχη της ΕΛΑΣ έχουν τονίσει την προτεραιότητα της αυτόνομης πολιτικής πορείας.
Η συνύπαρξη αυτών των δύο επιδιώξεων δημιουργεί ερωτήματα για τη μελλοντική στρατηγική του κόμματος.
Το πιο άμεσο πολιτικό ζήτημα αφορά τη στάση της ΕΛΑΣ απέναντι στους εν ενεργεία βουλευτές που εξελέγησαν με άλλα κόμματα.
Ο Αλέξης Τσίπρας έχει θέσει ως βασική αρχή ότι η νέα παράταξη δεν θα δημιουργήσει Κοινοβουλευτική Ομάδα μέσω μετακινήσεων βουλευτών.
Στη συνέντευξη Τύπου της ΔΕΘ είχε ξεκαθαρίσει ότι η ΕΛΑΣ θα αποκτήσει κοινοβουλευτική εκπροσώπηση μέσα από την εκλογική διαδικασία.
Στις 8 Οκτωβρίου επανήλθε με σαφές μήνυμα προς όσους εξετάζουν το ενδεχόμενο ένταξης στα ψηφοδέλτια του κόμματος.
«Δεν θα παίξουμε αυτό το παιχνίδι», ανέφερε, απορρίπτοντας την πρακτική της παραίτησης από τη βουλευτική έδρα λίγο πριν από τις εκλογές.
Η δήλωση αποκτά ιδιαίτερη σημασία για βουλευτές που προέρχονται από τον ΣΥΡΙΖΑ ή άλλους σχηματισμούς της Αριστεράς.
Ο πρώην πρωθυπουργός επιχειρεί να διαχωρίσει την πολιτική ένταξη στη νέα παράταξη από την κατοχή κοινοβουλευτικής έδρας που αποκτήθηκε με διαφορετικό ψηφοδέλτιο.
Το επιχείρημά του συνδέεται με την κρίση εμπιστοσύνης απέναντι στο πολιτικό σύστημα και τις συχνές μετακινήσεις βουλευτών.
Ωστόσο, η επιλογή δημιουργεί και πρακτικές δυσκολίες για πρόσωπα που επιθυμούν να συμμετάσχουν στην ΕΛΑΣ χωρίς να εγκαταλείψουν άμεσα τη Βουλή.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες που διακινούνται στο πολιτικό ρεπορτάζ, η περίοδος από τον Δεκέμβριο του 2026 έως τις αρχές Φεβρουαρίου του 2027 εξετάζεται ως πιθανό χρονικό όριο για βουλευτές που επιθυμούν να ενταχθούν στα μελλοντικά ψηφοδέλτια της ΕΛΑΣ.
Δεν έχει, ωστόσο, ανακοινωθεί επισήμως συγκεκριμένη καταληκτική ημερομηνία.
Η δημόσια τοποθέτηση Τσίπρα αφορά πρωτίστως την απόρριψη παραιτήσεων την τελευταία στιγμή.
Η πολιτική σημασία είναι διπλή.
Αφενός, η ηγεσία της ΕΛΑΣ επιχειρεί να επιβάλει σαφείς οργανωτικούς κανόνες πριν από τις εκλογές.
Αφετέρου, οι ενδιαφερόμενοι βουλευτές καλούνται να σταθμίσουν το προσωπικό και πολιτικό κόστος μιας πρόωρης παραίτησης.
Για τη νέα παράταξη, η διαδικασία αυτή θα αποτελέσει δοκιμασία της συνοχής της πριν ακόμη καταρτιστούν τα ψηφοδέλτια.
Ο Αλέξης Τσίπρας επιχειρεί να οικοδομήσει μια πολιτική ταυτότητα που θα συνδυάζει την κοινωνική αναφορά της Αριστεράς με την κυβερνητική εμπειρία και τον οικονομικό ρεαλισμό.
Η προσπάθεια περιλαμβάνει σημαντικές αλλαγές στη ρητορική, αλλά και θέσεις που προκαλούν αντιδράσεις στο παραδοσιακό πολιτικό του περιβάλλον.
Η σχέση με τον ΣΥΡΙΖΑ, η αντιπαράθεση με το ΠΑΣΟΚ, η στάση απέναντι στα ιδιωτικά πανεπιστήμια και οι κανόνες για τους βουλευτές αποτελούν διαφορετικές πλευρές του ίδιου ζητήματος.
Πώς μπορεί ένας πρώην πρωθυπουργός να παρουσιάσει μια νέα πολιτική πρόταση, διατηρώντας ταυτόχρονα την ευθύνη και την πολιτική κληρονομιά της προηγούμενης διακυβέρνησής του;
Η απάντηση δεν θα δοθεί μόνο μέσα από συνεντεύξεις ή οργανωτικές αποφάσεις.
Θα κριθεί από τη σαφήνεια του προγράμματος, τη σύνθεση των ψηφοδελτίων και τη δυνατότητα της ΕΛΑΣ να εξηγήσει ποιες επιλογές του παρελθόντος διατηρεί, ποιες απορρίπτει και ποιες αντικαθιστά.
Ο Τσίπρας επιχειρεί να αλλάξει πολιτική σελίδα. Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν η νέα σελίδα περιλαμβάνει πράγματι διαφορετικό σχέδιο διακυβέρνησης ή κυρίως διαφορετικό τρόπο παρουσίασής του.
Πηγή: pagenews.gr