Policy Briefs

Ρήγμα Βρυξελλών–Τραμπ για τον Πούτιν: «Δεν θα πληρώνουμε τον πόλεμό του» – Η Ευρώπη υψώνει τείχος

Ρήγμα Βρυξελλών–Τραμπ για τον Πούτιν: «Δεν θα πληρώνουμε τον πόλεμό του» – Η Ευρώπη υψώνει τείχος
Η Κομισιόν απορρίπτει την επιστροφή στην ενεργειακή εξάρτηση από τη Μόσχα, την ώρα που ο Τραμπ ανοίγει την αγορά στο ρωσικό ντίζελ. Η αντίδραση της Γερμανίας, η οργή του Κιέβου και το νέο γεωπολιτικό δίλημμα της Ευρώπης.

Ένα νέο, ιδιαίτερα ευαίσθητο ρήγμα στις διατλαντικές σχέσεις αναδεικνύεται μετά τη συμφωνία του Ντόναλντ Τραμπ με τον Βλαντίμιρ Πούτιν για την επαναφορά ρωσικού ντίζελ στις παγκόσμιες αγορές.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στέλνει σαφές μήνυμα ότι δεν πρόκειται να εγκαταλείψει τη στρατηγική ενεργειακής απεξάρτησης από τη Ρωσία, ακόμη και αν η Ουάσιγκτον επιλέγει προσωρινή χαλάρωση των κυρώσεων για να αντιμετωπίσει την κρίση των καυσίμων.

Η αντίθεση αποκτά ιδιαίτερη πολιτική σημασία καθώς η Ευρώπη εξακολουθεί να στηρίζει την Ουκρανία, ενώ η αμερικανική κυβέρνηση επιχειρεί να αυξήσει την παγκόσμια προσφορά ντίζελ μέσω της ρωσικής παραγωγής.

Το διακύβευμα ξεπερνά τις τιμές στην αντλία: αφορά την αποτελεσματικότητα των κυρώσεων, τη χρηματοδότηση της ρωσικής οικονομίας και τη συνοχή της δυτικής πολιτικής απέναντι στον πόλεμο.

Η Κομισιόν στέλνει μήνυμα στην Ουάσιγκτον: «Δεν θέλουμε να τροφοδοτούμε τον πόλεμο»

Η αντίδραση των Βρυξελλών ήρθε το Σάββατο 10 Οκτωβρίου, μετά τις ανακοινώσεις για την αμερικανική συμφωνία με τη Μόσχα.

Εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, απαντώντας σε ερώτηση για την απόφαση Τραμπ, υπογράμμισε ότι η ευρωπαϊκή πολιτική παραμένει αμετάβλητη.

«Η Ευρώπη γνωρίζει πολύ καλά το κρυφό κόστος που συνδέεται με την υπερβολική εξάρτηση από τους ρωσικούς υδρογονάνθρακες», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Και πρόσθεσε ότι η Ευρώπη δεν επιθυμεί να τροφοδοτεί τον πόλεμο της Ρωσίας εναντίον της Ουκρανίας.

Η τοποθέτηση δεν συνοδεύτηκε από προσωπική επίθεση στον Αμερικανό πρόεδρο, αλλά αποτυπώνει τη διαφορετική στρατηγική των δύο πλευρών.

Για την Ουάσιγκτον, η άμεση αύξηση της προσφοράς καυσίμων αποτελεί εργαλείο αντιμετώπισης της ενεργειακής ακρίβειας.

Για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία παραμένει βασική προϋπόθεση ενεργειακής ασφάλειας.

Η συμφωνία Τραμπ–Πούτιν που προκαλεί αντιδράσεις

Στις 9 Οκτωβρίου, το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών εξέδωσε τη Γενική Άδεια 135, επιτρέποντας συγκεκριμένες συναλλαγές που αφορούν την πώληση, παράδοση, εκφόρτωση και εισαγωγή ντίζελ ρωσικής προέλευσης.

Η εξαίρεση ισχύει έως τις 7 Απριλίου 2027.

Δεν πρόκειται για καθολική άρση των αμερικανικών κυρώσεων στη Ρωσία, αλλά για προσωρινή άδεια που καλύπτει συγκεκριμένο πετρελαϊκό προϊόν και συγκεκριμένες εμπορικές δραστηριότητες.

Ο Τραμπ ανακοίνωσε ότι η Μόσχα θα διαθέσει αρχικά περισσότερους από 300.000 τόνους ντίζελ, επιπλέον 500.000 τόνους τον Νοέμβριο και ακόμη ένα εκατομμύριο τόνους στη συνέχεια.

Πρόσθετες παραδόσεις έως τριών εκατομμυρίων τόνων συνδέονται με την παραγωγική δυνατότητα των ρωσικών διυλιστηρίων.

Η αμερικανική επιλογή αποσκοπεί στην αύξηση της διαθέσιμης προσφοράς, σε μια περίοδο κατά την οποία οι ενεργειακές διαταραχές και η σύγκρουση με το Ιράν έχουν επιβαρύνει τις διεθνείς τιμές.

Ωστόσο, οι Βρυξέλλες αντιμετωπίζουν το ζήτημα μέσα από διαφορετικό πρίσμα.

Κάθε πρόσθετη εμπορική διέξοδος για ρωσικά πετρελαϊκά προϊόντα δημιουργεί τη δυνατότητα νέων εξαγωγικών εσόδων για τη Μόσχα, ακόμη και αν συμβάλει στη συγκράτηση των τιμών.

Γερμανικό «όχι» στον Τραμπ: Οι κυρώσεις παραμένουν

Η αντίδραση δεν περιορίζεται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Η γερμανική κυβέρνηση επανέλαβε ότι παραμένει προσηλωμένη στην πολιτική κυρώσεων κατά της Ρωσίας και στη στήριξη της Ουκρανίας.

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Στέφαν Κορνέλιους ξεκαθάρισε ότι το Βερολίνο συνεχίζει να συνεργάζεται με τους Ευρωπαίους εταίρους για περαιτέρω περιοριστικά μέτρα.

Παράλληλα, εκπρόσωπος του γερμανικού υπουργείου Οικονομίας υπενθύμισε ότι η Γερμανία δεν εισάγει ρωσικό πετρέλαιο ή πετρελαϊκά προϊόντα από το 2023.

Η γερμανική στάση έχει ιδιαίτερο βάρος.

Πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης είχε αναπτύξει εκτεταμένες ενεργειακές σχέσεις με τη Μόσχα.

Η ανατροπή αυτής της εξάρτησης συνοδεύτηκε από σημαντικό οικονομικό κόστος, επενδύσεις σε νέες υποδομές και αλλαγές στον ενεργειακό εφοδιασμό.

Για το Βερολίνο, η επιστροφή στις ρωσικές προμήθειες δεν αποτελεί απλώς εμπορική επιλογή, αλλά ζήτημα στρατηγικής συνέπειας.

Ο Ζελένσκι αντιδρά: Η χαλάρωση των κυρώσεων ενισχύει τη Μόσχα

Στο Κίεβο, η συμφωνία Τραμπ–Πούτιν προκάλεσε έντονη ανησυχία.

Ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι υποστηρίζει ότι η χαλάρωση της οικονομικής πίεσης προς τη Ρωσία μπορεί να ενισχύσει τη δυνατότητά της να συνεχίσει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις.

Η ουκρανική πλευρά θεωρεί ότι οι κυρώσεις αποτελούν βασικό εργαλείο περιορισμού των οικονομικών πόρων που διαθέτει το Κρεμλίνο.

Η αντίδραση έγινε ακόμη εντονότερη μετά τα νέα ρωσικά πλήγματα σε ουκρανικές περιοχές.

Σύμφωνα με το Associated Press, οι επιθέσεις προκάλεσαν τουλάχιστον 20 θανάτους, μεταξύ των οποίων και παιδιά, ενώ αναφέρθηκαν επιπλέον τραυματισμοί.

Ο Ζελένσκι συνέδεσε πολιτικά τη συμφωνία για το ντίζελ με την ανάγκη διατήρησης της πίεσης προς τη Μόσχα.

Η ουκρανική κυβέρνηση επιμένει ότι οποιαδήποτε χαλάρωση κυρώσεων πρέπει να εξετάζεται σε συνάρτηση με ουσιαστικές κινήσεις αποκλιμάκωσης του πολέμου.

Η χρονική σύμπτωση των ρωσικών επιθέσεων με τη συμφωνία δεν αποδεικνύει από μόνη της αιτιώδη σχέση, αλλά έχει ενισχύσει τη διπλωματική αντιπαράθεση.

Το παρασκήνιο: Τα ουκρανικά πλήγματα στα διυλιστήρια και η αμερικανική πίεση

Η υπόθεση αποκτά πρόσθετη διάσταση λόγω των ουκρανικών επιθέσεων στις ρωσικές πετρελαϊκές εγκαταστάσεις.

Σύμφωνα με δημοσίευμα του Axios, Αμερικανός αξιωματούχος υποστήριξε ότι η συμφωνία Τραμπ–Πούτιν ακολούθησε επανειλημμένα αμερικανικά αιτήματα προς το Κίεβο να σταματήσει τα πλήγματα στα ρωσικά διυλιστήρια.

Οι επιθέσεις αυτές είχαν προκαλέσει σημαντικές διαταραχές στη ρωσική ενεργειακή παραγωγή.

Το δημοσίευμα αναφέρει επίσης ότι οι Στιβ Γουίτκοφ και Τζάρεντ Κούσνερ ενημέρωσαν Ουκρανούς και Ευρωπαίους διπλωμάτες για την πρόθεση της Ουάσιγκτον να χαλαρώσει τους περιορισμούς στο ρωσικό ντίζελ.

Στόχος, σύμφωνα με την αμερικανική προσέγγιση που περιγράφεται, ήταν τόσο η αποκλιμάκωση των τιμών όσο και η δημιουργία κινήτρων για επανέναρξη ειρηνευτικών συνομιλιών.

Ωστόσο, η ίδια πηγή αναφέρει ότι ο Πούτιν δεν δεσμεύτηκε για επιστροφή στις διαπραγματεύσεις.

Αυτό αναδεικνύει ένα σημαντικό ερώτημα για την αμερικανική στρατηγική: εάν η οικονομική διευκόλυνση προς τη Ρωσία μπορεί πράγματι να οδηγήσει σε διπλωματικά ανταλλάγματα.

Ευρώπη και ΗΠΑ: Δύο διαφορετικές απαντήσεις στην ενεργειακή κρίση

Η νέα αντιπαράθεση αναδεικνύει τη δυσκολία συντονισμού ανάμεσα στην οικονομική σταθερότητα και τη γεωπολιτική στρατηγική.

Η αμερικανική κυβέρνηση επιχειρεί να αντιμετωπίσει μια άμεση κρίση προσφοράς καυσίμων.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιδιώκει να περιορίσει τη μακροχρόνια εξάρτηση από έναν προμηθευτή που θεωρεί παράγοντα στρατηγικού κινδύνου.

Οι δύο στόχοι δεν είναι αναγκαστικά ασύμβατοι σε κάθε περίσταση, αλλά στην περίπτωση του ρωσικού ντίζελ δημιουργούν εμφανή πολιτική αντίθεση.

Η αμερικανική άδεια δεν τροποποιεί αυτομάτως το ευρωπαϊκό καθεστώς κυρώσεων.

Επομένως, οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις εξακολουθούν να δεσμεύονται από τους περιορισμούς που ισχύουν στην ΕΕ.

Ταυτόχρονα, μια πιθανή αύξηση της παγκόσμιας προσφοράς ντίζελ μπορεί να επηρεάσει τις διεθνείς τιμές και, έμμεσα, το κόστος για τις ευρωπαϊκές οικονομίες.

Η Ευρώπη βρίσκεται έτσι μπροστά σε ένα δύσκολο δίλημμα: μπορεί να επωφεληθεί από χαμηλότερες διεθνείς τιμές, χωρίς να επιθυμεί την ενίσχυση των ρωσικών εξαγωγικών εσόδων.

Το αίτημα για κατάπαυση του πυρός και η προστασία των ενεργειακών υποδομών

Παράλληλα με τη θέση της για τις κυρώσεις, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επανέλαβε την ανάγκη κατάπαυσης του πυρός που θα προστατεύει τις ενεργειακές υποδομές στην Ουκρανία και τη Ρωσία.

Η αναφορά αυτή συνδέεται άμεσα με τη διεθνή ενεργειακή ασφάλεια.

Τα πλήγματα σε διυλιστήρια, σταθμούς παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και άλλες κρίσιμες εγκαταστάσεις επιβαρύνουν τις τοπικές κοινωνίες και δημιουργούν πρόσθετες πιέσεις στις αγορές.

Η Επιτροπή αναφέρθηκε επίσης στην ανάγκη προστασίας του παγκόσμιου εφοδιασμού τροφίμων.

Η θέση των Βρυξελλών συνδυάζει επομένως τη διατήρηση της οικονομικής πίεσης προς τη Ρωσία με την επιδίωξη περιορισμού των επιπτώσεων του πολέμου στις κρίσιμες υποδομές.

Το νέο διατλαντικό ρήγμα και η επόμενη ημέρα

Η συμφωνία Τραμπ–Πούτιν επαναφέρει ένα κρίσιμο ερώτημα για τη δυτική στρατηγική απέναντι στη Ρωσία.

Μπορεί η Ουάσιγκτον να χαλαρώνει επιλεκτικά οικονομικούς περιορισμούς για λόγους ενεργειακής σταθερότητας, ενώ η Ευρώπη επιμένει στην ενίσχυση της πίεσης προς το Κρεμλίνο;

Η απάντηση θα εξαρτηθεί από την πραγματική εφαρμογή της συμφωνίας, την εξέλιξη των διεθνών τιμών και τις διπλωματικές κινήσεις των επόμενων εβδομάδων.

Προς το παρόν, η Κομισιόν επιμένει στη συνέχιση της απεξάρτησης από τους ρωσικούς υδρογονάνθρακες.

Η Ουάσιγκτον επιλέγει προσωρινή εμπορική διευκόλυνση, με στόχο την αύξηση της προσφοράς ντίζελ.

Το Κίεβο προειδοποιεί ότι η οικονομική ανάσα προς τη Μόσχα μπορεί να υπονομεύσει την πίεση για ειρήνη.

Το νέο πολιτικό δεδομένο είναι σαφές: η ενεργειακή κρίση δεν δοκιμάζει μόνο τις οικονομίες της Δύσης, αλλά και την ικανότητα Ευρώπης και ΗΠΑ να διατηρήσουν κοινή στρατηγική απέναντι στη Ρωσία.

Πηγή: pagenews.gr

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο