Μια νέα υπόθεση με διεθνείς οικονομικές και δικαστικές προεκτάσεις φέρνει στο φως ο Guardian, αποκαλύπτοντας στοιχεία που εγείρουν σοβαρά ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο διαχειριζόταν την τεράστια περιουσία του ο Ρώσος δισεκατομμυριούχος Ρομάν Αμπράμοβιτς, με τη συνδρομή συνεργατών του και επαγγελματιών που συνδέονταν με την Deloitte Κύπρου.
Η έρευνα, που δημοσιεύθηκε στις 12 Οκτωβρίου 2026, βασίζεται σε διαρρεύσαντα εταιρικά αρχεία και περιγράφει ένα εκτεταμένο δίκτυο υπεράκτιων εταιρειών, οικονομικών συναλλαγών και εγγράφων τα οποία φέρονται να είχαν συνταχθεί ή υπογραφεί μεταγενέστερα, αλλά εμφανίζονταν ως παλαιότερα.
Σύμφωνα με τους δημοσιογράφους που εξέτασαν τα αρχεία, η πρακτική αυτή ενδέχεται να χρησιμοποιήθηκε για την απόκρυψη περιουσιακών στοιχείων, τη μείωση φορολογικών υποχρεώσεων και την αναδιαμόρφωση του ιστορικού συγκεκριμένων επιχειρηματικών συμφωνιών.
Οι αποκαλύψεις αφορούν περίοδο από το 1999 έως τουλάχιστον το 2013, πολύ πριν από τις κυρώσεις που επιβλήθηκαν στον Αμπράμοβιτς μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Ο ίδιος ο Αμπράμοβιτς αρνείται ότι γνώριζε ή συμμετείχε σε παράνομη αναδρομική χρονολόγηση εγγράφων, φοροδιαφυγή ή απόκρυψη περιουσίας. Οι ισχυρισμοί της έρευνας δεν ισοδυναμούν με τελεσίδικη δικαστική διαπίστωση ενοχής.
Περισσότερα από 1.000 εταιρικά έγγραφα στο μικροσκόπιο
Η δημοσιογραφική έρευνα πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του προγράμματος Cyprus Confidential, με τη συμμετοχή του Guardian, του Bureau of Investigative Journalism, του BBC Panorama και του Organized Crime and Corruption Reporting Project.
Οι ερευνητές εξέτασαν ένα μεγάλο αρχείο εταιρικών εγγράφων, ηλεκτρονικών μηνυμάτων και οικονομικών καταστάσεων.
Σύμφωνα με το Bureau of Investigative Journalism, εντοπίστηκαν περισσότερα από 1.000 έγγραφα τα οποία φαίνεται να είχαν λάβει ημερομηνίες προγενέστερες της πραγματικής δημιουργίας ή υπογραφής τους.
Ορισμένα, σύμφωνα με την έρευνα, εμφανίζονταν ως υπογεγραμμένα έως και πέντε χρόνια πριν από την πραγματική ημερομηνία σύνταξής τους.
Τα έγγραφα συνδέονταν με περισσότερες από 100 εταιρείες και περιλάμβαναν συμβάσεις, εντολές πληρωμών, εταιρικές αποφάσεις και αλληλογραφία.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν οι ημερομηνίες αποτύπωναν νόμιμα προηγούμενες συμφωνίες ή εάν χρησιμοποιήθηκαν για να δημιουργηθεί μια ανακριβής εικόνα του χρόνου πραγματοποίησης συναλλαγών.
Η διάκριση έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς η μεταγενέστερη καταγραφή μιας πραγματικής παλαιότερης συμφωνίας δεν αποτελεί αυτομάτως παρανομία. Διαφορετικό ζήτημα είναι η δημιουργία εγγράφων που παρουσιάζουν ως γεγονότα συναλλαγές ή αποφάσεις οι οποίες δεν είχαν πραγματοποιηθεί κατά τον χρόνο που αναγράφεται.
Η Deloitte Κύπρου στο επίκεντρο των αποκαλύψεων
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει η εμπλοκή επαγγελματιών που εργάζονταν στην Deloitte Κύπρου και αργότερα στην εταιρεία παροχής υπηρεσιών Meritservus.
Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα, στελέχη των δύο εταιρειών φέρονται να συμμετείχαν στη διαχείριση του εταιρικού δικτύου του Αμπράμοβιτς και στη σύνταξη εγγράφων με αναδρομικές ημερομηνίες.
Το Bureau of Investigative Journalism υποστηρίζει ότι σε ορισμένες περιπτώσεις η Deloitte ενέκρινε ως ελεγκτής οικονομικές καταστάσεις εταιρειών που βασίζονταν σε έγγραφα τα οποία, κατά την έρευνα, είχαν προηγουμένως δημιουργηθεί ή τροποποιηθεί με τη συμμετοχή στελεχών της.
Εφόσον επιβεβαιωθούν οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί από τις αρμόδιες αρχές, θα τεθούν σοβαρά ζητήματα σχετικά με την ανεξαρτησία των ελεγκτών, την ποιότητα των εταιρικών ελέγχων και τις υποχρεώσεις των επαγγελματικών συμβούλων.
Η Deloitte Κύπρου δήλωσε ότι δεν μπορεί να σχολιάσει συγκεκριμένες υποθέσεις, καθώς δεν διαθέτει πρόσβαση σε αλληλογραφία ηλικίας άνω των 20 ετών.
Παράλληλα, υποστήριξε ότι λειτουργεί σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία.
Είναι σημαντικό ότι η έρευνα δεν παρουσιάζει στοιχεία εμπλοκής άλλων εταιρειών του διεθνούς δικτύου Deloitte πέρα από την κυπριακή οντότητα.
Το κυπριακό κλειδί στην περιουσία του Αμπράμοβιτς
Η Κύπρος κατέχει κεντρική θέση στην υπόθεση.
Για χρόνια αποτέλεσε σημαντικό διεθνές χρηματοοικονομικό κέντρο για ρωσικά κεφάλαια, προσφέροντας εταιρικές δομές, φορολογικά πλεονεκτήματα και πρόσβαση σε επαγγελματικές υπηρεσίες.
Ο Αμπράμοβιτς φέρεται να χρησιμοποίησε κυπριακές εταιρείες ως μέρος ενός ευρύτερου δικτύου διαχείρισης περιουσίας, με διασυνδέσεις και με άλλες δικαιοδοσίες, όπως οι Βρετανικές Παρθένοι Νήσοι.
Στο επίκεντρο της έρευνας βρίσκεται ο τρόπος με τον οποίο κεφάλαια, συμμετοχές και άλλα περιουσιακά στοιχεία μεταφέρονταν μεταξύ διαφορετικών εταιρικών οντοτήτων.
Η πολυπλοκότητα τέτοιων δομών δεν αποτελεί από μόνη της ένδειξη παρανομίας. Μπορεί, ωστόσο, να δυσχεράνει τον προσδιορισμό του πραγματικού δικαιούχου, της φορολογικής κατοικίας και των υποχρεώσεων που προκύπτουν από συγκεκριμένες συναλλαγές.
Η νέα έρευνα θέτει ακριβώς αυτό το ζήτημα: κατά πόσο οι εταιρικές δομές χρησιμοποιήθηκαν απλώς για νόμιμη διαχείριση περιουσίας ή και για τη δημιουργία ανακριβούς οικονομικής εικόνας.
Περιουσία τουλάχιστον 10 δισ. δολαρίων στο επίκεντρο
Σύμφωνα με την παράλληλη έρευνα του Bureau of Investigative Journalism, οι πρακτικές που εξετάστηκαν συνδέονται με περιουσιακά στοιχεία αξίας τουλάχιστον 10 δισ. δολαρίων.
Το ποσό δεν πρέπει να συγχέεται με επιβεβαιωμένη φορολογική ζημία ίσου ύψους.
Αφορά την αξία περιουσιακών στοιχείων που, σύμφωνα με τους ερευνητές, καλύπτονταν από το δίκτυο των επίμαχων εταιρικών εγγράφων και συναλλαγών.
Οι δημοσιογράφοι εκτιμούν ότι οι χειρισμοί αυτοί θα μπορούσαν να έχουν οδηγήσει στην αποφυγή φορολογικών υποχρεώσεων ύψους δεκάδων εκατομμυρίων δολαρίων.
Η τελική αποτίμηση οποιασδήποτε φορολογικής οφειλής, ωστόσο, απαιτεί εξέταση των συναλλαγών από τις αρμόδιες αρχές και εφαρμογή της νομοθεσίας που ίσχυε σε κάθε σχετική περίοδο.
Η εταιρεία Kravin και η συναλλαγή των 2 δισ. δολαρίων
Μία από τις χαρακτηριστικές περιπτώσεις που περιγράφονται στην έρευνα αφορά την υπεράκτια εταιρεία Kravin Investments.
Σύμφωνα με τον Guardian, η εταιρεία συνδεόταν με συναλλαγή περίπου 2 δισ. δολαρίων, ενώ σημαντικά κεφάλαια παρέμεναν σε τραπεζικούς λογαριασμούς ή μεταφέρονταν ως δάνεια προς άλλες εταιρείες.
Οι τόκοι που δημιουργούνταν θα μπορούσαν να γεννούν φορολογικές υποχρεώσεις στην Κύπρο.
Τα διαρρεύσαντα αρχεία φέρονται να καταγράφουν συζητήσεις για την αναδιάρθρωση του εταιρικού σχήματος, με στόχο τη μεταβολή του φορολογικού αποτελέσματος.
Στο επίκεντρο βρίσκονται συμφωνίες εμπιστευματικής διαχείρισης και αλλαγές στην εταιρική ιδιοκτησία, οι οποίες, σύμφωνα με τους ερευνητές, εμφανίστηκαν σε έγγραφα με προγενέστερες ημερομηνίες.
Η υπόθεση είναι ιδιαίτερα σημαντική επειδή δείχνει πώς η ημερομηνία μιας εταιρικής απόφασης μπορεί να επηρεάσει το πού και πότε προκύπτει φορολογική υποχρέωση.
Ο Δημήτρης Ιωαννίδης και η Meritservus
Ένα από τα πρόσωπα που αναφέρονται στα δημοσιεύματα είναι ο Δημήτρης Ιωαννίδης, πρώην επικεφαλής της Deloitte Κύπρου και μετέπειτα ανώτερο στέλεχος της Meritservus.
Σύμφωνα με την έρευνα, ο Ιωαννίδης διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην παροχή επαγγελματικών υπηρεσιών προς εταιρείες συνδεδεμένες με τον Αμπράμοβιτς.
Ο Guardian αναφέρεται σε ηλεκτρονική αλληλογραφία του 2005 σχετικά με αλλαγές σε οικονομικές καταστάσεις και λογιστικά αρχεία προηγούμενων ετών.
Η Meritservus και ο Ιωαννίδης τέθηκαν υπό βρετανικές κυρώσεις το 2023, στο πλαίσιο των μέτρων που συνδέονταν με τη διαχείριση περιουσίας Ρώσων ολιγαρχών.
Οι δικηγόροι του Ιωαννίδη ανέφεραν στους ερευνητές ότι, λόγω της κατάστασής του, δεν ήταν σε θέση να μελετήσει και να απαντήσει στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν.
Η αναφορά σε συγκεκριμένα πρόσωπα αφορά τους ισχυρισμούς και τα στοιχεία της δημοσιογραφικής έρευνας και δεν συνιστά διαπίστωση προσωπικής ποινικής ευθύνης.
Ο στενός συνεργάτης Ευγένιος Τένενμπαουμ και το δικαστήριο του Λονδίνου
Μια δεύτερη ιδιαίτερα σοβαρή πτυχή αφορά τον Ευγένιο Τένενμπαουμ, επί χρόνια στενό συνεργάτη του Αμπράμοβιτς και σημαντικό στέλεχος της εταιρικής του οργάνωσης.
Σύμφωνα με τα διαρρεύσαντα έγγραφα, ο Τένενμπαουμ φαίνεται να είχε εγκρίνει συναλλαγές και συμφωνίες που αργότερα αποτέλεσαν αντικείμενο δικαστικής διαμάχης.
Η υπόθεση συνδέεται με τη ρωσική πετρελαϊκή εταιρεία Sibneft και τη συνεργασία της με τη Yugraneft, εταιρεία συμφερόντων του επιχειρηματία Σάλβα Τσιγκιρίνσκι.
Η διαφορά αφορούσε τον έλεγχο σημαντικών πετρελαϊκών κοιτασμάτων στη Σιβηρία.
Η Yugraneft είχε αρχικά συμμετοχή 50% στην κοινή επιχείρηση Sibneft-Yugra, η οποία στη συνέχεια περιορίστηκε σε ποσοστό μικρότερο του 1%, μέσω εταιρικών συναλλαγών που αμφισβητήθηκαν δικαστικά.
Η πλευρά Τσιγκιρίνσκι υποστήριξε ότι η μεταβολή της συμμετοχής της ήταν αποτέλεσμα αθέμιτων χειρισμών, ενώ η πλευρά Sibneft επικαλέστηκε οικονομικές υποχρεώσεις που δεν είχαν εκπληρωθεί.
Έγγραφα που φέρονται να συντάχθηκαν χρόνια μετά τις ημερομηνίες τους
Η παράλληλη έρευνα του Bureau of Investigative Journalism αναφέρει ότι ορισμένα έγγραφα που χρησιμοποιήθηκαν στο πλαίσιο της δικαστικής διαφοράς εμφανίζονταν ως υπογεγραμμένα αρκετά χρόνια πριν από την πραγματική δημιουργία τους.
Μία συμφωνία που έφερε ημερομηνία του 2003, σύμφωνα με τους ερευνητές, δεν υπογράφηκε παρά τον Ιανουάριο του 2007.
Οι δημοσιογράφοι εντόπισαν επίσης περισσότερες από 30 συναλλαγές που συνδέονταν με την εταιρεία Ferenco Investment & Services, στις οποίες τα έγγραφα φέρονται να είχαν υπογραφεί μεταγενέστερα από τις ημερομηνίες που ανέγραφαν.
Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι ορισμένα από αυτά τα έγγραφα παρουσιάστηκαν στη βρετανική δικαιοσύνη.
Η υπόθεση στο Ανώτατο Δικαστήριο του Λονδίνου απορρίφθηκε το 2008 για νομικούς λόγους, μεταξύ των οποίων ζητήματα δικαιοδοσίας.
Η δημοσιογραφική έρευνα δεν τεκμηριώνει ότι τα επίμαχα έγγραφα ήταν καθοριστικά για την τελική δικαστική απόφαση.
Παράλληλα, οι ερευνητές διευκρινίζουν ότι δεν εντόπισαν αποδείξεις πως τα έγγραφα υποβλήθηκαν με συνειδητό σκοπό την παραπλάνηση του δικαστηρίου.
Οι αρνήσεις του Αμπράμοβιτς και των συνεργατών του
Ο Ρομάν Αμπράμοβιτς, μέσω των δικηγόρων του, αρνήθηκε ότι γνώριζε ή συμμετείχε σε παράνομη αναδρομική χρονολόγηση εταιρικών εγγράφων.
Αρνήθηκε επίσης ότι απέκρυψε περιουσιακά στοιχεία ή απέφυγε παράνομα την καταβολή φόρων.
Η νομική του ομάδα υποστήριξε ότι οι εταιρείες του βασίζονταν στις συμβουλές εξειδικευμένων επαγγελματιών, μεταξύ των οποίων και η Deloitte.
Ο Ευγένιος Τένενμπαουμ αρνήθηκε επίσης ότι γνώριζε, ενέκρινε ή συμμετείχε σε παράνομη αναδρομική χρονολόγηση εγγράφων ή σε παραπλανητικές λογιστικές καταστάσεις.
Οι δικηγόροι του υπογράμμισαν ότι η ύπαρξη εγγράφου με αναδρομική ισχύ δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι η συναλλαγή ήταν παράνομη, εφόσον είχε συμφωνηθεί προηγουμένως.
Αναφορικά με τη δικαστική υπόθεση, τόσο ο Αμπράμοβιτς όσο και ο Τένενμπαουμ αρνήθηκαν ότι παραπλάνησαν το Ανώτατο Δικαστήριο και υποστήριξαν ότι οι καταθέσεις τους έγιναν καλόπιστα.
Οι θέσεις αυτές αποτελούν ουσιαστικό μέρος της υπόθεσης και πρέπει να συνεκτιμηθούν με τα ευρήματα των δημοσιογράφων.
Από τη Sibneft στην Chelsea: Η διαδρομή μιας τεράστιας περιουσίας
Η περιουσία του Αμπράμοβιτς συνδέεται ιστορικά με την ιδιωτικοποίηση και την ανάπτυξη της ρωσικής πετρελαϊκής βιομηχανίας μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης.
Η Sibneft αποτέλεσε βασικό πυλώνα του πλούτου του.
Η πώληση της συμμετοχής του το 2005 δημιούργησε τεράστια κεφάλαια, τα οποία στη συνέχεια διαχειρίστηκε μέσω διεθνών εταιρικών και επενδυτικών δομών.
Ο Αμπράμοβιτς έγινε ευρύτερα γνωστός στη Δύση ως ιδιοκτήτης της ποδοσφαιρικής Chelsea, την οποία απέκτησε το 2003.
Μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, το 2022, βρέθηκε στο στόχαστρο κυρώσεων του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η Chelsea πωλήθηκε το ίδιο έτος, ενώ τα έσοδα περίπου 2,5 δισ. λιρών παραμένουν δεσμευμένα σε βρετανικό τραπεζικό λογαριασμό, λόγω της διαφωνίας για τον τρόπο διάθεσής τους σε ανθρωπιστικούς σκοπούς.
Η νέα έρευνα δεν αφορά μόνο τη σημερινή κατάσταση των περιουσιακών του στοιχείων, αλλά και τις μεθόδους με τις οποίες οργανώθηκε η διαχείρισή τους κατά τις προηγούμενες δεκαετίες.
Τι σημαίνουν οι αποκαλύψεις για την Κύπρο και τους διεθνείς ελεγκτικούς ομίλους
Η υπόθεση επαναφέρει τη συζήτηση για τον ρόλο των επαγγελματικών υπηρεσιών στη διαχείριση μεγάλων διεθνών περιουσιών.
Οι τράπεζες, οι ελεγκτικές εταιρείες, οι φορολογικοί σύμβουλοι και οι πάροχοι εταιρικών υπηρεσιών αποτελούν κρίσιμους ενδιάμεσους στη λειτουργία των διασυνοριακών επενδυτικών δομών.
Όταν υπάρχουν αμφιβολίες για την ακρίβεια των εταιρικών εγγράφων, δεν τίθεται μόνο ζήτημα φορολογικών υποχρεώσεων.
Τίθενται επίσης ζητήματα εταιρικής διακυβέρνησης, ανεξαρτησίας των ελεγκτών, διαφάνειας πραγματικών δικαιούχων και αξιοπιστίας των οικονομικών καταστάσεων.
Για την Κύπρο, οι αποκαλύψεις αποκτούν πρόσθετη σημασία λόγω του ιστορικού ρόλου της ως χρηματοοικονομικού κέντρου για ρωσικά κεφάλαια.
Δεν σημαίνουν ότι οι σημερινές κυπριακές εταιρείες ή οι επαγγελματικές υπηρεσίες της χώρας εμπλέκονται συλλογικά σε παράνομες πρακτικές.
Αναδεικνύουν, όμως, την ανάγκη αποτελεσματικής εποπτείας και διερεύνησης συγκεκριμένων συναλλαγών όταν προκύπτουν σοβαρά τεκμηριωμένες καταγγελίες.
Το ερώτημα της επόμενης ημέρας
Η δημοσιογραφική έρευνα δημιουργεί ένα νέο πεδίο ερωτημάτων για τις φορολογικές και εποπτικές αρχές.
Θα εξεταστούν τα επίμαχα εταιρικά έγγραφα; Υπάρχουν φορολογικές υποχρεώσεις που μπορούν ακόμη να ελεγχθούν; Επηρεάζουν τα νέα στοιχεία παλαιότερες δικαστικές υποθέσεις;
Οι απαντήσεις εξαρτώνται από τη νομοθεσία, τα αποδεικτικά στοιχεία, τις προθεσμίες παραγραφής και τις αποφάσεις των αρμόδιων αρχών.
Το σημαντικότερο εύρημα της έρευνας δεν είναι μόνο το μέγεθος της περιουσίας του Αμπράμοβιτς, αλλά οι ενδείξεις ότι ένα περίπλοκο εταιρικό δίκτυο ενδέχεται να στηρίχθηκε σε έγγραφα που δεν αποτύπωναν με ακρίβεια την πραγματική χρονική ακολουθία των συναλλαγών.
Εφόσον οι ισχυρισμοί επιβεβαιωθούν από επίσημη έρευνα, η υπόθεση θα μπορούσε να έχει σημαντικές συνέπειες για τον έλεγχο των υπεράκτιων εταιρειών και την ευθύνη των επαγγελματιών που διαχειρίζονται μεγάλες περιουσίες.
Προς το παρόν, πρόκειται για σοβαρές δημοσιογραφικές αποκαλύψεις, τις οποίες οι εμπλεκόμενοι αμφισβητούν και για τις οποίες απαιτείται θεσμική διερεύνηση.
Επιμέλεια: pagenews.gr
