Όταν ο Τσίπρας έλεγε «τρεις εκλογές χάσατε, μυαλό δεν βάλατε»!!!
Πηγή Φωτογραφίας: δημιουργικό pagenews.gr//Όταν ο Τσίπρας έλεγε «τρεις εκλογές χάσατε, μυαλό δεν βάλατε»!!!
Ήταν Δεκέμβριος του 2015. Ο Αλέξης Τσίπρας βρισκόταν στο βήμα της Βουλής, έχοντας κερδίσει δύο εθνικές εκλογές μέσα στην ίδια χρονιά και έχοντας επικρατήσει πολιτικά στο δημοψήφισμα του Ιουλίου. Η κυβερνητική πλειοψηφία ΣΥΡΙΖΑ–ΑΝΕΛ είχε μόλις ανανεώσει τη λαϊκή εντολή της και ο τότε πρωθυπουργός δεν έκρυβε την αυτοπεποίθησή του.
Απευθυνόμενος στη Νέα Δημοκρατία, κατά τη συζήτηση του προϋπολογισμού του 2016, εκστόμισε μια φράση που έμελλε να τον ακολουθεί:
«Τρεις εκλογές χάσατε, μυαλό δεν βάλατε».
Έντεκα χρόνια αργότερα, η συγκεκριμένη αποστροφή αποκτά διαφορετική πολιτική βαρύτητα. Ο άνθρωπος που τότε κατακεραύνωνε την αντιπολίτευση για τις διαδοχικές ήττες της έχει στο μεταξύ γνωρίσει τη δική του σειρά εκλογικών αποτυχιών, έχει αποχωρήσει από την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ και επιχειρεί νέα πολιτική διαδρομή μέσω της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης.
Και ενώ το 2015 ο βασικός του αντίπαλος ήταν η Νέα Δημοκρατία, σήμερα καλείται να αντιμετωπίσει και έναν δεύτερο, εξαιρετικά δύσκολο ανταγωνισμό: εκείνον με τον Νίκο Ανδρουλάκη για την πρωτοκαθεδρία στην αντιπολίτευση.
5 Δεκεμβρίου 2015: Η βραδιά της μεγάλης βεβαιότητας
Η ιστορική φράση καταγράφηκε στη συζήτηση για τον κρατικό προϋπολογισμό του 2016.
Ο Αλέξης Τσίπρας είχε απέναντί του μια Νέα Δημοκρατία που αναζητούσε ακόμη τον νέο της αρχηγό, ενώ η κυβέρνηση προσπαθούσε να υπερασπιστεί τη συμφωνία του τρίτου μνημονίου και τις δύσκολες δημοσιονομικές επιλογές που τη συνόδευαν.
Στην ομιλία του, ο τότε πρωθυπουργός υποστήριξε ότι η κυβέρνησή του μπορούσε να υπερασπιστεί τις συντάξεις ακόμη και χωρίς τη συναίνεση της αντιπολίτευσης.
«Θα τις υπερασπιστούμε τις συντάξεις και μόνοι μας», δήλωσε, πριν επικαλεστεί τις εκλογικές αναμετρήσεις της χρονιάς.
Η αναφορά του αφορούσε τις εθνικές εκλογές του Ιανουαρίου και του Σεπτεμβρίου 2015, καθώς και το δημοψήφισμα του Ιουλίου.
Για τον Τσίπρα, οι αναμετρήσεις αυτές επιβεβαίωναν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ εξακολουθούσε να διαθέτει κοινωνική στήριξη ακόμη και μετά τη δύσκολη συμφωνία με τους δανειστές.
Η αντιπολίτευση, αντίθετα, επέμενε ότι η νέα συμφωνία έφερνε πρόσθετες επιβαρύνσεις και ότι η εκλογική νίκη δεν ισοδυναμούσε με αποδοχή κάθε επιμέρους μέτρου.
Εκεί βρισκόταν η ουσία της πολιτικής αντιπαράθεσης: ο Τσίπρας επικαλούνταν τη λαϊκή εντολή ως απάντηση στην κριτική για το μνημόνιο, ενώ η Νέα Δημοκρατία ζητούσε να κριθεί η κυβέρνηση από τα αποτελέσματα της πολιτικής της.
Το τρίτο μνημόνιο, οι συντάξεις και η επίκληση του λαού
Η περίοδος εκείνη χαρακτηριζόταν από μια εμφανή αντίφαση.
Ο ΣΥΡΙΖΑ είχε ανέλθει στην εξουσία με έντονη αντιμνημονιακή ρητορική, αλλά το καλοκαίρι του 2015 ο Αλέξης Τσίπρας είχε προχωρήσει σε συμφωνία για νέο πρόγραμμα οικονομικής προσαρμογής.
Η κυβέρνηση υποστήριζε ότι ο συμβιβασμός ήταν αναγκαίος για να παραμείνει η χώρα στην Ευρωζώνη και να αποφευχθούν ακόμη δυσμενέστερες εξελίξεις.
Οι πολιτικοί της αντίπαλοι απαντούσαν ότι οι προεκλογικές δεσμεύσεις είχαν ανατραπεί και ότι η συμφωνία συνοδευόταν από φόρους, περικοπές και δύσκολα μέτρα.
Ο Τσίπρας είχε επιλέξει να θέσει τη συμφωνία στην κρίση των ψηφοφόρων με τις εκλογές του Σεπτεμβρίου. Η νίκη του ΣΥΡΙΖΑ αποτελούσε αναμφισβήτητο πολιτικό γεγονός.
Δεν σήμαινε, ωστόσο, ότι όλοι οι πολίτες που τον ψήφισαν συμφωνούσαν με κάθε διάταξη του μνημονίου.
Αυτή η διάκριση θα γινόταν ιδιαίτερα σημαντική τα επόμενα χρόνια, όταν οι κυβερνητικές αποφάσεις θα άρχιζαν να κρίνονται όχι με βάση την εκλογική δυναμική του 2015, αλλά με βάση την καθημερινή εμπειρία των πολιτών.
Από το 2015 στο 2019: Όταν άλλαξαν οι ρόλοι
Η πρώτη μεγάλη ανατροπή ήρθε στις ευρωεκλογές του Μαΐου 2019.
Η Νέα Δημοκρατία του Κυριάκου Μητσοτάκη επικράτησε με καθαρή διαφορά, προκαλώντας πολιτικές εξελίξεις και οδηγώντας τελικά σε πρόωρες εθνικές εκλογές.
Στις 7 Ιουλίου 2019, ο ΣΥΡΙΖΑ ηττήθηκε και η Νέα Δημοκρατία σχημάτισε αυτοδύναμη κυβέρνηση.
Η εκλογική ήττα δεν εξαφάνισε τον ΣΥΡΙΖΑ από τον πολιτικό χάρτη. Το κόμμα παρέμεινε ισχυρή δύναμη της αντιπολίτευσης και ο Τσίπρας διατήρησε την ηγεσία του.
Όμως η εικόνα της αδιαμφισβήτητης πολιτικής υπεροχής του 2015 είχε πλέον ανατραπεί.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης είχε κατορθώσει να μετατρέψει τη Νέα Δημοκρατία από κόμμα που αναζητούσε την ταυτότητά του μετά τις ήττες του 2015 σε κυρίαρχη κυβερνητική δύναμη.
Και ο Αλέξης Τσίπρας βρισκόταν για πρώτη φορά αντιμέτωπος με το ερώτημα που ο ίδιος είχε απευθύνει στους αντιπάλους του: τι αλλάζει μια πολιτική ηγεσία όταν χάνει;
Το 2023 και η παραίτηση που άλλαξε τα πάντα
Η επόμενη εκλογική δοκιμασία αποδείχθηκε ακόμη δυσκολότερη.
Στις εκλογές της 21ης Μαΐου 2023, ο ΣΥΡΙΖΑ κατέγραψε μεγάλη υποχώρηση, ενώ η Νέα Δημοκρατία εξασφάλισε ευρύ προβάδισμα.
Η δεύτερη αναμέτρηση, στις 25 Ιουνίου, δεν ανέτρεψε την εικόνα. Αντιθέτως, επιβεβαίωσε την εκλογική κυριαρχία της Νέας Δημοκρατίας και τη σημαντική αποδυνάμωση του ΣΥΡΙΖΑ.
Λίγες ημέρες αργότερα, ο Αλέξης Τσίπρας ανακοίνωσε την παραίτησή του από την ηγεσία του κόμματος.
Ήταν το τέλος μιας πολιτικής περιόδου που είχε αρχίσει με την άνοδο της ριζοσπαστικής Αριστεράς και είχε κορυφωθεί με την ανάληψη της διακυβέρνησης το 2015.
Η αποχώρησή του από την προεδρία δεν σήμανε και την οριστική αποχώρησή του από την πολιτική.
Το 2026 επέστρεψε στο προσκήνιο με την Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη, επιδιώκοντας να συγκροτήσει νέο πόλο απέναντι στη Νέα Δημοκρατία.
6 Οκτωβρίου 2026: Ο Τσίπρας μιλά πλέον για «ισότιμη μάχη»
Η αλλαγή του πολιτικού τοπίου αποτυπώνεται χαρακτηριστικά στην πρόσφατη ομιλία του Αλέξη Τσίπρα στη σύσκεψη των Συντονιστικών Επιτροπών Αττικής της ΕΛ.Α.Σ., στις 6 Οκτωβρίου.
Ο πρώην πρωθυπουργός παρουσίασε τη νέα παράταξη ως δύναμη με μακροπρόθεσμη προοπτική και φιλοδοξία να αμφισβητήσει την κυβερνητική κυριαρχία της Νέας Δημοκρατίας.
Μίλησε για έναν «εναλλακτικό πόλο μακράς πνοής» και για τη δυνατότητα διεξαγωγής «ισότιμης μάχης».
Η διατύπωση έχει ιδιαίτερο πολιτικό ενδιαφέρον.
Το 2015 ο Τσίπρας μιλούσε ως πρωθυπουργός που είχε νικήσει επανειλημμένα τους αντιπάλους του.
Το 2026 μιλά ως επικεφαλής μιας νέας πολιτικής προσπάθειας που επιδιώκει να αποκτήσει την αναγκαία εκλογική δυναμική ώστε να διεκδικήσει την εξουσία.
Η διαφορά δεν είναι μόνο επικοινωνιακή. Αντανακλά τη μεταβολή των συσχετισμών και τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ο χώρος της Κεντροαριστεράς.
Η αντιπολίτευση έχει τώρα δύο διεκδικητές: Τσίπρας εναντίον Ανδρουλάκη
Στην προσπάθεια επιστροφής του, ο Αλέξης Τσίπρας συναντά ένα πολιτικό εμπόδιο που δεν υπήρχε με την ίδια μορφή το 2015.
Το ΠΑΣΟΚ του Νίκου Ανδρουλάκη διεκδικεί και αυτό τον ρόλο της βασικής εναλλακτικής κυβερνητικής δύναμης.
Οι δύο πολιτικοί αρχηγοί δηλώνουν ότι βασικός τους αντίπαλος είναι ο Κυριάκος Μητσοτάκης.
Στην πράξη, όμως, ο ανταγωνισμός ανάμεσα στο ΠΑΣΟΚ και στην ΕΛ.Α.Σ. έχει μετατραπεί σε ξεχωριστή πολιτική μάχη.
Ποιος θα αναδειχθεί ισχυρότερος στην αντιπολίτευση; Ποιος θα προσελκύσει τους αναποφάσιστους κεντροαριστερούς ψηφοφόρους; Ποιος θα εμφανιστεί ως πιθανός εντολοδόχος σχηματισμού κυβέρνησης μετά τις επόμενες εκλογές;
Αυτά είναι τα ερωτήματα που βρίσκονται πίσω από τη δημόσια αντιπαράθεση των δύο πλευρών.
Και εξηγούν γιατί ακόμη και ένα άρθρο γνώμης μπορεί να προκαλέσει πολιτική θύελλα.
Από τον Καρτερό στο ΠΑΣΟΚ: Η σύγκρουση που άνοιξε νέο μέτωπο
Η πρόσφατη αντιπαράθεση ανάμεσα στον Θανάση Καρτερό και στο ΠΑΣΟΚ αποκάλυψε πόσο βαθιά είναι η δυσπιστία ανάμεσα στους δύο πολιτικούς χώρους.
Ο πρώην συνεργάτης του Αλέξη Τσίπρα έθεσε προκλητικά το ερώτημα για την πολιτική στρατηγική του Νίκου Ανδρουλάκη, προκαλώντας σκληρή απάντηση από τη Χαριλάου Τρικούπη.
Το ΠΑΣΟΚ υποστήριξε ότι πίσω από την επίθεση βρίσκεται πολιτικά ο πρώην πρωθυπουργός, ενώ ο Καρτερός αρνήθηκε ότι γράφει κατ’ εντολήν.
«Δική μου η γραφίδα, δική μου η υπογραφή, δική μου η ευθύνη», ήταν η κατηγορηματική του απάντηση.
Ο ίδιος επανέφερε το ζήτημα των μετεκλογικών συνεργασιών, ρωτώντας με ποιες δυνάμεις σκοπεύει να συμπορευθεί το ΠΑΣΟΚ εφόσον δεν εξασφαλίσει αυτοδυναμία.
Η πολιτική ουσία της αντιπαράθεσης είναι ότι οι δύο πλευρές ανταγωνίζονται για το ίδιο εκλογικό ακροατήριο, ενώ ενδέχεται, ανάλογα με το αποτέλεσμα των εκλογών, να βρεθούν μπροστά στο δίλημμα μιας μεταξύ τους συνεννόησης.
«Οι συγκάτοικοι»: Ο θυμωμένος Νίκος και ο ψύχραιμος Αλέξης
Στο παραπολιτικό παρασκήνιο, η αντιπαράθεση έχει αποκτήσει ακόμη και θεατρικούς συμβολισμούς.
Αφορμή στάθηκε η παρουσία του Νίκου Ανδρουλάκη στην πρεμιέρα της παράστασης «Η συγκάτοικος» στο Θέατρο Πειραιώς 131.
Η σχετική παραπολιτική αρθρογραφία αξιοποίησε τον τίτλο της παράστασης για να περιγράψει τη δύσκολη πολιτική συνύπαρξη ΠΑΣΟΚ και ΕΛ.Α.Σ.
Ο ένας εμφανίζεται αποφασισμένος να προστατεύσει την πολιτική αυτονομία του κόμματός του. Ο άλλος επιδιώκει να αναδείξει τη νέα του παράταξη σε κεντρικό αντίπαλο της κυβέρνησης.
Η εικόνα του «θυμωμένου Νίκου» και του «ψύχραιμου Αλέξη» είναι σατιρική αποτύπωση αυτής της αντιπαράθεσης, όχι αντικειμενική περιγραφή των προσωπικών τους διαθέσεων.
Το ουσιαστικό ερώτημα παραμένει πολιτικό: μπορούν δύο κόμματα που συγκρούονται τόσο έντονα πριν από τις εκλογές να συνεννοηθούν μετά την κάλπη;
Η Κρήτη, οι περιοδείες και η μάχη της πολιτικής επιρροής
Η σύγκρουση δεν περιορίζεται στα τηλεοπτικά στούντιο και στις ανακοινώσεις.
Ο Νίκος Ανδρουλάκης έχει εντείνει τις δημόσιες παρεμβάσεις και τις περιοδείες του, με ιδιαίτερη παρουσία στην Κρήτη, περιοχή με σημαντική πολιτική και προσωπική σημασία για τον ίδιο.
Ο Αλέξης Τσίπρας, από την πλευρά του, επιχειρεί να μεταφέρει την ΕΛ.Α.Σ. από την οργανωτική συγκρότηση στη φυσική παρουσία μέσα στην κοινωνία.
Οι επισκέψεις, οι ομιλίες και οι συναντήσεις με τοπικούς φορείς αποτελούν μέρος αυτής της προσπάθειας.
Σε παραπολιτικά σχόλια έχει υποστηριχθεί ότι η επιλογή περιοχών και ο χρόνος των παρεμβάσεων συνδέονται με τον ανταγωνισμό των δύο κομμάτων.
Τέτοιες ερμηνείες, ωστόσο, δεν αποδεικνύουν από μόνες τους ότι υπάρχει συντονισμένο σχέδιο προσωπικής πίεσης ή αποδυνάμωσης του αντιπάλου.
Εκείνο που προκύπτει από τις δημόσιες κινήσεις τους είναι ότι και οι δύο πλευρές επιδιώκουν να ενισχύσουν την απήχησή τους σε ένα πολιτικό ακροατήριο με σημαντικές επικαλύψεις.
Η σχεδόν αδύνατη συγκυβέρνηση και το δίλημμα της επόμενης ημέρας
Το ενδεχόμενο συνεργασίας ΠΑΣΟΚ και ΕΛ.Α.Σ. αποτελεί ήδη αντικείμενο πολιτικών αναλύσεων.
Από τη μία πλευρά, οι δύο παρατάξεις διεκδικούν αλλαγή διακυβέρνησης και απευθύνονται σε τμήματα του προοδευτικού χώρου.
Από την άλλη, η μεταξύ τους αντιπαράθεση έχει αποκτήσει προσωπικά χαρακτηριστικά και δημιουργεί σοβαρά εμπόδια στην οικοδόμηση εμπιστοσύνης.
Οι αναλύσεις περί «σχεδόν αδύνατης συγκυβέρνησης» αποτυπώνουν ακριβώς αυτή την αντίφαση.
Ακόμη και αν οι αριθμοί μιας μελλοντικής Βουλής επέτρεπαν τον σχηματισμό κοινής πλειοψηφίας, θα απαιτούνταν πολιτική συμφωνία σε κρίσιμα ζητήματα, κοινό πρόγραμμα και αποδεκτή λύση στο ζήτημα της πρωθυπουργίας.
Τίποτε από αυτά δεν μπορεί να θεωρείται σήμερα δεδομένο.
Το ίδιο ισχύει και για τα σενάρια που θέλουν την εκλογική αναμέτρηση να εξελίσσεται σε μάχη ΠΑΣΟΚ και ΕΛ.Α.Σ. για τη δεύτερη θέση.
Οι δημοσκοπικές τάσεις αποτελούν ενδείξεις της στιγμής, όχι προεξόφληση του εκλογικού αποτελέσματος.
Από το «μυαλό δεν βάλατε» στο ερώτημα «ποιος θα είναι δεύτερος;»
Η ιστορική σύγκριση είναι αναπόφευκτη.
Το 2015 ο Αλέξης Τσίπρας απευθυνόταν στη Νέα Δημοκρατία από τη θέση του νικητή, θεωρώντας ότι οι διαδοχικές αναμετρήσεις είχαν επιβεβαιώσει την πολιτική του υπεροχή.
Το 2019 η Νέα Δημοκρατία επέστρεψε στην εξουσία.
Το 2023 ο ΣΥΡΙΖΑ υπέστη νέα, βαρύτερη εκλογική ήττα και ο Τσίπρας αποχώρησε από την ηγεσία του.
Το 2026 ο πρώην πρωθυπουργός επιδιώκει να επιστρέψει με νέα πολιτική παράταξη, αλλά αυτή τη φορά πρέπει να κερδίσει όχι μόνο την αντιπαράθεση με τον Κυριάκο Μητσοτάκη, αλλά και τον ανταγωνισμό με τον Νίκο Ανδρουλάκη.
Και ενώ ο ίδιος παρουσιάζει την ΕΛ.Α.Σ. ως τον νέο εναλλακτικό πόλο, το ΠΑΣΟΚ δεν δείχνει διατεθειμένο να παραχωρήσει τον ρόλο της βασικής αντιπολιτευτικής δύναμης.
Η φράση του 2015 παραμένει καταγεγραμμένη στα πρακτικά της πολιτικής ιστορίας.
Το ποιος θα έχει τον τελευταίο λόγο στη σημερινή σύγκρουση, όμως, δεν θα κριθεί από τις παλιές ατάκες ούτε από τα παραπολιτικά σενάρια, αλλά από τις επόμενες εκλογές.
Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο