Μια αποκάλυψη που αγγίζει τον πυρήνα της αμερικανικής στρατηγικής απέναντι στην Ουκρανία προκαλεί νέα γεωπολιτική αναταραχή. Σύμφωνα με αποκλειστικό δημοσίευμα του Reuters, η εντολή για τον περιορισμό του στρατιωτικού δορυφορικού συστήματος Starshield, το οποίο χρησιμοποιούν οι ουκρανικές δυνάμεις για επικοινωνίες και επιχειρήσεις μη επανδρωμένων αεροσκαφών, προήλθε από το εσωτερικό του Λευκού Οίκου.
Η αποκάλυψη βασίζεται σε πληροφορίες δύο Αμερικανών αξιωματούχων και ενός Δυτικού αξιωματούχου που είχε ενημερωθεί για την υπόθεση.
Το στοιχείο που προκαλεί τη μεγαλύτερη ανησυχία είναι ότι οι περιορισμοί δεν επηρέασαν μόνο τις επιθετικές επιχειρήσεις του Κιέβου. Σύμφωνα με Ουκρανούς αξιωματούχους, δυσχέραναν και τη λειτουργία μη επανδρωμένων αεροσκαφών που χρησιμοποιούνται για την αναχαίτιση ρωσικών επιθέσεων.
Έτσι, μια τεχνική παρέμβαση σε δορυφορικό δίκτυο μετατρέπεται σε μείζον ζήτημα στρατιωτικής ισορροπίας, πολιτικής εμπιστοσύνης και ελέγχου των κρίσιμων τεχνολογιών του πολέμου.
Η εντολή από την Ουάσιγκτον και το μήνυμα στο Πεντάγωνο
Σύμφωνα με το Reuters, η ηγεσία του αμερικανικού υπουργείου Άμυνας έλαβε μήνυμα ότι η υπηρεσία Starshield της SpaceX προς τις ουκρανικές ένοπλες δυνάμεις έπρεπε να περιοριστεί.
Οι αξιωματούχοι που μίλησαν υπό καθεστώς ανωνυμίας δεν προσδιόρισαν ποιος έλαβε την απόφαση μέσα στον Λευκό Οίκο ούτε ποιος ανέλαβε την εφαρμογή της.
Η διάκριση αυτή είναι καθοριστική.
Η έρευνα αποδίδει την προέλευση της εντολής στον Λευκό Οίκο, χωρίς να αποδεικνύει ότι ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ την εξέδωσε προσωπικά.
Μάλιστα, ανώτερος Αμερικανός αξιωματούχος αρνήθηκε ρητά ότι ο πρόεδρος είχε ζητήσει τέτοια παρέμβαση.
Ωστόσο, ο Λευκός Οίκος δεν απάντησε στο ερώτημα αν την απόφαση ενδέχεται να έλαβαν άλλα στελέχη της κυβέρνησης.
Αυτό αφήνει ανοιχτό το κρισιμότερο πολιτικό ζήτημα: ποιος αποφάσισε να περιορίσει μια υπηρεσία από την οποία εξαρτώνται ουκρανικές στρατιωτικές επιχειρήσεις;
Το όριο των 160 χιλιομέτρων και τα drones που έχασαν τη σύνδεση
Οι επιπτώσεις έγιναν αισθητές στο πεδίο της μάχης.
Ουκρανοί αξιωματούχοι ανέφεραν ότι στρατιωτικού τύπου δορυφορικοί δέκτες σταμάτησαν να λειτουργούν όταν ήταν εγκατεστημένοι σε ταχέως κινούμενα μέσα.
Το πρόβλημα επηρέασε ουκρανικά drones που χρησιμοποιούν τη δορυφορική σύνδεση για την καθοδήγησή τους.
Πηγή του ουκρανικού υπουργείου Άμυνας ανέφερε ότι την Πέμπτη οι δέκτες λειτουργούσαν και πάλι εν κινήσει, αλλά μόνο μέχρι ταχύτητα περίπου 160 χιλιομέτρων την ώρα.
Ο περιορισμός αυτός έχει σημαντική επιχειρησιακή διάσταση.
Τα σύγχρονα μη επανδρωμένα αεροσκάφη χρησιμοποιούνται όχι μόνο για αναγνώριση και επιθέσεις, αλλά και για την αντιμετώπιση εχθρικών drones. Όταν η επικοινωνία περιορίζεται με βάση την ταχύτητα κίνησης, ορισμένες αποστολές καθίστανται δυσκολότερες ή αδύνατες.
Σύμφωνα με τις ουκρανικές αναφορές, οι περιορισμοί επηρέασαν αποστολές εναντίον ρωσικών δυνάμεων και γραμμών ανεφοδιασμού σε κατεχόμενα εδάφη, ενώ επιβράδυναν και μη επανδρωμένα αεροσκάφη αναχαίτισης των ρωσικών Shahed.
Πρόκειται για μια ιδιαίτερα ευαίσθητη εξέλιξη, καθώς η ουκρανική αεράμυνα αντιμετωπίζει συνεχή πίεση από ρωσικές επιθέσεις.
Ο ρόλος του Έλον Μασκ: Ποιος ελέγχει πραγματικά το Starshield;
Η υπόθεση επαναφέρει στο προσκήνιο τον Έλον Μασκ και τη στρατηγική σημασία της SpaceX.
Το Starshield αποτελεί στρατιωτική εκδοχή των δορυφορικών υπηρεσιών που βασίζονται στο δίκτυο Starlink. Αναπτύχθηκε για κυβερνητικούς πελάτες και υπηρεσίες εθνικής ασφάλειας, με βασικό πελάτη το αμερικανικό Πεντάγωνο.
Ο Μασκ διευκρίνισε μέσω ανάρτησής του ότι τα συστήματα Starshield ανήκουν και ελέγχονται από την αμερικανική κυβέρνηση και ότι οι αποφάσεις για περιορισμούς ταχύτητας ή χρήσης λαμβάνονται από τον στρατό ή τον πρόεδρο των ΗΠΑ.
Η τοποθέτηση αυτή έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, επειδή μεταφέρει το επίκεντρο της συζήτησης από τις επιχειρηματικές αποφάσεις της SpaceX στον πολιτικό και στρατιωτικό μηχανισμό της Ουάσιγκτον.
Η SpaceX δεν απάντησε στο αίτημα του Reuters για σχόλιο.
Το ευρύτερο πρόβλημα για το Κίεβο είναι πλέον σαφές: μια χώρα που διεξάγει πόλεμο υψηλής τεχνολογίας εξαρτά κρίσιμες επιχειρησιακές δυνατότητες από δορυφορικές υπηρεσίες των οποίων τους όρους λειτουργίας δεν ελέγχει πλήρως.
Το ρωσικό ντίζελ πίσω από την κρίση – Γιατί ο Τραμπ πιέζει τον Ζελένσκι
Η χρονική συγκυρία των περιορισμών δεν είναι τυχαία από γεωπολιτική άποψη, αν και δεν έχει αποδειχθεί ότι συνδέονται αιτιωδώς με τις πιέσεις για τα ρωσικά διυλιστήρια.
Η κυβέρνηση Τραμπ έχει ζητήσει από το Κίεβο να σταματήσει τις επιθέσεις εναντίον ρωσικών πετρελαϊκών εγκαταστάσεων.
Ο Αμερικανός πρόεδρος θεωρεί ότι οι επιθέσεις αυτές επιβαρύνουν την ενεργειακή αγορά, σε μια περίοδο κατά την οποία το υψηλό κόστος καυσίμων δημιουργεί πολιτική πίεση στους Ρεπουμπλικανούς ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου.
Ωστόσο, αναλυτές επισημαίνουν ότι σημαντικό μέρος της ενεργειακής αναταραχής συνδέεται με τον πόλεμο ΗΠΑ–Ισραήλ με το Ιράν, τις επιθέσεις σε ενεργειακές εγκαταστάσεις και τη σοβαρή διατάραξη της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ.
Στο μεταξύ, η αμερικανική συμφωνία για την προμήθεια ρωσικού ντίζελ έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις.
Η συμφωνία προβλέπει τη διοχέτευση περισσότερων από 2,25 εκατομμυρίων βαρελιών ρωσικού ντίζελ στην αμερικανική και τη διεθνή αγορά.
Επικριτές της στην Ουάσιγκτον υποστηρίζουν ότι προσφέρει στη Μόσχα πρόσθετα έσοδα χωρίς να εξασφαλίζει ουσιαστικές παραχωρήσεις από τον Βλαντίμιρ Πούτιν για τον τερματισμό του πολέμου.
Το παρασκήνιο του Μαϊάμι: Κούσνερ και Γουίτκοφ απέναντι στο Κίεβο
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι πληροφορίες για τη συνάντηση της 9ης Οκτωβρίου στο Μαϊάμι, στην οποία συμμετείχαν εκπρόσωποι των ΗΠΑ, της Ουκρανίας, της Ευρώπης και της Παγκόσμιας Τράπεζας.
Σύμφωνα με πρόσωπο που γνώριζε τις συνομιλίες, ο Τζάρεντ Κούσνερ και ο Στιβ Γουίτκοφ υιοθέτησαν αυστηρό τόνο απέναντι στην ουκρανική πλευρά.
Οι Αμερικανοί εξέφρασαν την έντονη δυσαρέσκειά τους για τη συνέχιση των ουκρανικών επιθέσεων κατά ρωσικών διυλιστηρίων, παρά τα επανειλημμένα αιτήματα της Ουάσιγκτον να σταματήσουν.
Παράλληλα, εξήγησαν ότι η συμφωνία για το ρωσικό ντίζελ αποσκοπούσε, κατά την αμερικανική εκτίμηση, στο να καταστήσει τη Μόσχα περισσότερο διαλλακτική στις ειρηνευτικές συνομιλίες.
Για το Κίεβο, όμως, η εικόνα είναι διαφορετική.
Η Ουκρανία θεωρεί τις επιθέσεις στις ρωσικές ενεργειακές υποδομές σημαντικό μέσο άσκησης στρατιωτικής και οικονομικής πίεσης. Η απαίτηση να σταματήσουν, χωρίς αντίστοιχες εγγυήσεις για τη συμπεριφορά της Ρωσίας, αντιμετωπίζεται ως μονομερής περιορισμός της ουκρανικής στρατηγικής.
Από το Starshield στις πληροφορίες για ρωσικούς πυραύλους
Η αποκάλυψη αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία επειδή δεν αποτελεί τη μοναδική εστία έντασης στις σχέσεις Ουάσιγκτον–Κιέβου.
Σύμφωνα με προηγούμενο ρεπορτάζ του Reuters, Αμερικανοί αξιωματούχοι είχαν απειλήσει παρασκηνιακά να σταματήσουν την παροχή πληροφοριών προς την Ουκρανία σχετικά με ρωσικές εκτοξεύσεις πυραύλων.
Οι πληροφορίες αυτές είναι ζωτικής σημασίας για την έγκαιρη προειδοποίηση και την αντιμετώπιση επιθέσεων.
Ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε την Τρίτη ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούσαν να μοιράζονται πληροφορίες με το Κίεβο.
Ωστόσο, η παράλληλη συζήτηση για τον περιορισμό του Starshield εντείνει τις ουκρανικές ανησυχίες για το κατά πόσο η αμερικανική τεχνολογική και πληροφοριακή υποστήριξη παραμένει προβλέψιμη.
Σύμφωνα με ανώτερο Ουκρανό αξιωματούχο, το Κίεβο επικοινώνησε την Τρίτη και την Τετάρτη με στελέχη του Λευκού Οίκου, του Στέιτ Ντιπάρτμεντ και του Πενταγώνου αναζητώντας εξηγήσεις.
Όπως ανέφερε, οι Ουκρανοί ενημερώθηκαν ότι επρόκειτο για απόφαση του Λευκού Οίκου.
Η μεγάλη γεωπολιτική ανατροπή: Η τεχνολογία γίνεται μοχλός πίεσης
Η υπόθεση Starshield αναδεικνύει μια νέα πραγματικότητα στον σύγχρονο πόλεμο.
Η στρατιωτική ισχύς δεν εξαρτάται πλέον μόνο από πυραύλους, αεροσκάφη, τεθωρακισμένα και πυρομαχικά. Εξαρτάται επίσης από δορυφορικά δίκτυα, λογισμικό, πρόσβαση σε δεδομένα και ψηφιακές υπηρεσίες.
Όποιος ελέγχει αυτές τις υποδομές μπορεί να επηρεάσει την αποτελεσματικότητα μιας στρατιωτικής δύναμης χωρίς να μετακινήσει ούτε έναν στρατιώτη.
Για την Ουκρανία, αυτή η εξάρτηση δημιουργεί στρατηγική ευπάθεια.
Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η τεχνολογική υπεροχή προσφέρει δυνατότητες επιρροής που υπερβαίνουν την παραδοσιακή στρατιωτική βοήθεια.
Και για την Ευρώπη, η εξέλιξη αποτελεί ακόμη μία προειδοποίηση για την ανάγκη ανάπτυξης αυτόνομων, ασφαλών στρατιωτικών επικοινωνιών και δορυφορικών δυνατοτήτων.
Το ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος έδωσε την εντολή για το Starshield.
Είναι εάν η πρόσβαση σε κρίσιμες στρατιωτικές τεχνολογίες μπορεί πλέον να χρησιμοποιείται ως διαπραγματευτικό εργαλείο μεταξύ συμμάχων.
Ο Τραμπ, ο Πούτιν και το νέο δίλημμα της Ευρώπης
Η αμερικανική πολιτική επιχειρεί να συνδυάσει την επιδίωξη συμφωνίας με τη Ρωσία, τη συγκράτηση των ενεργειακών τιμών και την άσκηση πίεσης στην Ουκρανία για αλλαγή στρατηγικής.
Αυτοί οι στόχοι, όμως, δεν είναι απαραίτητα συμβατοί.
Εάν η Ουκρανία περιορίζει τις επιθέσεις της σε ρωσικές ενεργειακές εγκαταστάσεις, ενώ ταυτόχρονα αντιμετωπίζει αβεβαιότητα ως προς την αμερικανική υποστήριξη, η Μόσχα ενδέχεται να αποκτήσει πρόσθετο διαπραγματευτικό πλεονέκτημα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι έχει αποδειχθεί συντονισμένη αμερικανορωσική ενέργεια για τον περιορισμό του Starshield. Σημαίνει, όμως, ότι η αλληλουχία των γεγονότων προκαλεί εύλογα ερωτήματα για τη συνοχή της δυτικής στρατηγικής.
Η αποκάλυψη του Reuters αφήνει ένα κρίσιμο ερώτημα αναπάντητο: ποιος μέσα στον Λευκό Οίκο αποφάσισε να περιορίσει ένα σύστημα που επηρεάζει άμεσα την ουκρανική πολεμική προσπάθεια;
Μέχρι να υπάρξει σαφής απάντηση, η υπόθεση θα συνεχίσει να σκιάζει τις σχέσεις ΗΠΑ–Ουκρανίας.
Και το σημαντικότερο μήνυμα για το Κίεβο και την Ευρώπη είναι ήδη ορατό: στον πόλεμο της ψηφιακής εποχής, η εξάρτηση από την τεχνολογία ενός συμμάχου μπορεί να αποδειχθεί εξίσου καθοριστική με την εξάρτηση από τα όπλα του.
Πηγή: pagenews.gr
