Nέα της αγοράς

Πόλεμος 9 δισ. δολαρίων στα αμερικανικά σούπερ μάρκετ – Kroger και Albertsons στα δικαστήρια

Πόλεμος 9 δισ. δολαρίων στα αμερικανικά σούπερ μάρκετ – Kroger και Albertsons στα δικαστήρια
Η μεγαλύτερη σχεδιαζόμενη συγχώνευση σούπερ μάρκετ στις ΗΠΑ κατέληξε σε δικαστική σύγκρουση – Η Albertsons κατηγορεί την Kroger ότι υπονόμευσε τη συμφωνία των 24,6 δισ. δολαρίων, ενώ στο επίκεντρο βρίσκονται ο πληθωρισμός, ο ανταγωνισμός και η ισχύς των Walmart και Amazon.

Μια από τις μεγαλύτερες επιχειρηματικές αντιπαραθέσεις των τελευταίων ετών στις Ηνωμένες Πολιτείες περνά πλέον στις δικαστικές αίθουσες. Οι αλυσίδες σούπερ μάρκετ Kroger και Albertsons, που σχεδίαζαν να δημιουργήσουν έναν κολοσσό περίπου 5.000 καταστημάτων, βρίσκονται αντιμέτωπες σε μια δίκη με οικονομικό αντικείμενο που ξεπερνά τα 9 δισ. δολάρια.

Η δίκη ξεκινά τη Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2026 στο Ντέλαγουερ και αναμένεται να διαρκέσει δύο εβδομάδες, με τις δύο εταιρείες να αλληλοκατηγορούνται για την αποτυχία της ιστορικής συμφωνίας συγχώνευσης ύψους 24,6 δισ. δολαρίων.

Σύμφωνα με τους Financial Times, η υπόθεση δεν περιορίζεται στην αντιπαράθεση δύο μεγάλων αμερικανικών επιχειρήσεων. Αγγίζει τον πυρήνα της πολιτικής ανταγωνισμού των ΗΠΑ και θέτει ένα κρίσιμο ερώτημα για τη Wall Street: ποιος αναλαμβάνει το οικονομικό κόστος όταν μια μεγάλη εξαγορά καταρρέει εξαιτίας των ρυθμιστικών αρχών;

Η συμφωνία των 24,6 δισ. δολαρίων που θα άλλαζε τον χάρτη του λιανεμπορίου

Το 2022, η Kroger συμφώνησε να εξαγοράσει την Albertsons έναντι 24,6 δισ. δολαρίων, δημιουργώντας έναν από τους μεγαλύτερους ομίλους λιανικής πώλησης τροφίμων στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η στρατηγική ήταν σαφής: οι δύο αλυσίδες επιδίωκαν να ενώσουν τις δυνάμεις τους απέναντι στην αυξανόμενη ισχύ της Walmart, της Costco και της Amazon.

Η νέα εταιρική δομή θα συγκέντρωνε περίπου 5.000 καταστήματα, αποκτώντας σημαντική διαπραγματευτική ισχύ έναντι προμηθευτών και μεγαλύτερη δυνατότητα επενδύσεων σε τεχνολογία, διανομή και ηλεκτρονικό εμπόριο.

Για την Albertsons, η συμφωνία αποτελούσε επίσης ευκαιρία δημιουργίας σημαντικών αποδόσεων για τους μετόχους της, μεταξύ των οποίων και η επενδυτική εταιρεία Cerberus Capital Management.

Ωστόσο, το σχέδιο βρέθηκε αντιμέτωπο με σοβαρά εμπόδια από τις αμερικανικές αρχές ανταγωνισμού.

Η κυβέρνηση Μπάιντεν μπλόκαρε τη συγχώνευση – Στο επίκεντρο οι τιμές των τροφίμων

Το 2024, η Ομοσπονδιακή Επιτροπή Εμπορίου των ΗΠΑ, γνωστή ως FTC, μαζί με αρκετές πολιτείες, προσέφυγε στη Δικαιοσύνη για να εμποδίσει την ολοκλήρωση της συμφωνίας.

Οι ρυθμιστικές αρχές υποστήριξαν ότι η συγχώνευση των δύο μεγάλων αλυσίδων θα περιόριζε τον ανταγωνισμό σε πολλές τοπικές αγορές.

Η ανησυχία τους επικεντρωνόταν στο ενδεχόμενο υψηλότερων τιμών για εκατομμύρια καταναλωτές, αλλά και στην αποδυνάμωση της διαπραγματευτικής θέσης των εργαζομένων και των συνδικάτων.

Η αντιπαράθεση εκτυλίχθηκε σε μια περίοδο κατά την οποία ο πληθωρισμός στα τρόφιμα είχε ήδη επιβαρύνει σημαντικά τα αμερικανικά νοικοκυριά.

Η τότε επικεφαλής της FTC, Λίνα Καν, είχε αναδείξει τον αυστηρότερο έλεγχο μεγάλων επιχειρηματικών συγκεντρώσεων σε βασική προτεραιότητα της αμερικανικής πολιτικής ανταγωνισμού.

Τον Δεκέμβριο του 2024, δύο δικαστικές αποφάσεις εμπόδισαν τη συγχώνευση, οδηγώντας τελικά στην εγκατάλειψη της συμφωνίας.

Albertsons κατά Kroger: «Δεν έκανε όσα όφειλε για να εγκριθεί η συμφωνία»

Μετά την κατάρρευση της εξαγοράς, η Albertsons προσέφυγε στη Δικαιοσύνη, κατηγορώντας την Kroger ότι δεν εκπλήρωσε τις συμβατικές της υποχρεώσεις.

Σύμφωνα με την Albertsons, η Kroger είχε αναλάβει να καταβάλει κάθε αναγκαία προσπάθεια για την εξασφάλιση ρυθμιστικής έγκρισης.

Η συμφωνία προέβλεπε ότι η Kroger θα μπορούσε να υποχρεωθεί να πουλήσει έως 650 καταστήματα προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι ανησυχίες των αρχών ανταγωνισμού.

Ωστόσο, η εταιρεία πρότεινε τελικά την πώληση 579 καταστημάτων.

Η Albertsons υποστηρίζει ότι η Kroger αρνήθηκε να συμπεριλάβει αρκετά από τα πιο αποδοτικά καταστήματα στο πακέτο αποεπενδύσεων, περιορίζοντας την ελκυστικότητα της πρότασης για τις ρυθμιστικές αρχές.

Σε δικαστικά έγγραφα, η Albertsons κατηγορεί την Kroger ότι επιθυμούσε τη συγχώνευση αποκλειστικά με όρους που εξυπηρετούσαν τις δικές της οικονομικές προτεραιότητες.

Κατά την επιχειρηματολογία της, αυτή η στάση συνέβαλε καθοριστικά στην αποτυχία της συμφωνίας.

Η πρόταση των 800 εκατ. δολαρίων που φέρεται να μην έφτασε ποτέ στο διοικητικό συμβούλιο

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει μια καταγγελία της Albertsons σχετικά με τις διαπραγματεύσεις πριν από την οριστική κατάρρευση της εξαγοράς.

Σύμφωνα με τα δικαστικά έγγραφα, η Albertsons είχε προσφερθεί να μειώσει το τίμημα της συναλλαγής κατά περισσότερα από 800 εκατ. δολάρια.

Στόχος ήταν να δοθεί στην Kroger μεγαλύτερη οικονομική ευελιξία ώστε να βελτιώσει το πακέτο καταστημάτων που θα παραχωρούνταν σε τρίτο αγοραστή.

Η Albertsons ισχυρίζεται ότι ο τότε διευθύνων σύμβουλος της Kroger, Ρόντνεϊ ΜακΜάλεν, δεν παρουσίασε την πρόταση στο διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας.

Ο ΜακΜάλεν αποχώρησε από τη θέση του το 2025, μετά από εσωτερική έρευνα για προσωπική συμπεριφορά που δεν σχετιζόταν με τη συγχώνευση.

Οι ισχυρισμοί σχετικά με την πρόταση των 800 εκατ. δολαρίων αποτελούν μέρος της δικαστικής αντιπαράθεσης και θα αξιολογηθούν στο πλαίσιο της διαδικασίας.

Η απάντηση της Kroger: Η συγχώνευση δεν θα εγκρινόταν ποτέ

Η Kroger απορρίπτει τις κατηγορίες και υποστηρίζει ότι κατέβαλε σημαντικές προσπάθειες για να ολοκληρώσει τη συναλλαγή.

Σύμφωνα με την εταιρεία, δαπανήθηκαν περισσότερα από 1 δισ. δολάρια για την υπεράσπιση της συμφωνίας και την αντιμετώπιση των ρυθμιστικών εμποδίων.

Η βασική επιχειρηματολογία της είναι ότι η αντίθεση της FTC ήταν τόσο έντονη, ώστε η συγχώνευση δεν θα μπορούσε να εγκριθεί ακόμη και αν είχαν προταθεί πρόσθετες παραχωρήσεις.

Η Kroger επιμένει ότι η αξιολόγηση του ανταγωνισμού θα έπρεπε να περιλαμβάνει όχι μόνο τις παραδοσιακές αλυσίδες σούπερ μάρκετ, αλλά και τους μεγάλους λιανεμπορικούς ομίλους Walmart, Costco και Amazon.

Η θέση αυτή βρίσκεται στον πυρήνα της νομικής υπεράσπισης της εταιρείας.

Εάν η Kroger καταφέρει να αποδείξει ότι η συμφωνία ήταν αδύνατο να εγκριθεί ανεξάρτητα από τις ενέργειές της, θα μπορούσε να περιορίσει ή να αποκρούσει τις αξιώσεις αποζημίωσης της Albertsons.

Το μέρισμα των 4 δισ. δολαρίων και η σύγκρουση με τη Cerberus

Η Kroger στρέφει επίσης τα πυρά της κατά της Albertsons, επικαλούμενη τη διανομή μερίσματος ύψους 4 δισ. δολαρίων που ανακοινώθηκε κατά την περίοδο της συμφωνίας.

Μεγάλο μέρος των χρημάτων κατευθύνθηκε σε μετόχους της Albertsons, συμπεριλαμβανομένης της Cerberus Capital Management.

Η Kroger υποστηρίζει ότι η απόφαση αυτή προκάλεσε έντονες αντιδράσεις από πολιτειακές αρχές και επιδείνωσε το κλίμα των διαπραγματεύσεων.

Οι ρυθμιστικές αρχές είχαν ζητήσει να αναβληθεί η καταβολή του μερίσματος, εκφράζοντας ανησυχίες για τις οικονομικές επιπτώσεις.

Η Albertsons, ωστόσο, επισημαίνει ότι η διανομή προβλεπόταν από τους όρους της συμφωνίας και αρνείται ότι παραβίασε τις συμβατικές της υποχρεώσεις.

Η αντιπαράθεση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς η Kroger αρνείται να καταβάλει ακόμη και το προβλεπόμενο τέλος ακύρωσης της συμφωνίας ύψους 600 εκατ. δολαρίων.

Πάνω από 9 δισ. δολάρια στο τραπέζι – Τι ζητά η Albertsons

Οι συνολικές αξιώσεις της Albertsons ξεπερνούν τα 9 δισ. δολάρια, σύμφωνα με τα προδικαστικά έγγραφα που επικαλούνται οι Financial Times.

Το ποσό περιλαμβάνει αποζημίωση για την οικονομική αξία που υποστηρίζει ότι χάθηκε από τη μη ολοκλήρωση της συγχώνευσης, το τέλος ακύρωσης των 600 εκατ. δολαρίων και πρόσθετες φορολογικές και συναφείς αξιώσεις.

Η Albertsons υποστηρίζει ότι οι μέτοχοί της στερήθηκαν το σημαντικό τίμημα που θα εισέπρατταν εάν η εξαγορά είχε ολοκληρωθεί.

Η Kroger αμφισβητεί τόσο τη νομική βάση των απαιτήσεων όσο και την ευθύνη της για την κατάρρευση της συμφωνίας.

Η δίκη διεξάγεται στο Delaware Court of Chancery, ενώπιον της δικαστή Lori Will, χωρίς σώμα ενόρκων.

Στη διαδικασία αναμένεται να καταθέσουν κορυφαία στελέχη των δύο εταιρειών, μεταξύ των οποίων ο πρώην επικεφαλής της Kroger, Ρόντνεϊ ΜακΜάλεν, και η σημερινή διευθύνουσα σύμβουλος της Albertsons, Σούζαν Μόρις.

Η Albertsons υπό πίεση – Πτώση άνω του 30% στη μετοχή

Η αποτυχία της συγχώνευσης είχε σοβαρές χρηματιστηριακές επιπτώσεις για την Albertsons.

Η μετοχή της έχει υποχωρήσει περισσότερο από 30% από την περίοδο κατά την οποία μπλοκαρίστηκε η συμφωνία.

Η εταιρεία καλείται πλέον να αντιμετωπίσει μόνη της τον ανταγωνισμό των μεγαλύτερων λιανεμπορικών ομίλων, σε μια αγορά όπου οι καταναλωτές παραμένουν ιδιαίτερα ευαίσθητοι στις τιμές των τροφίμων.

Η νέα πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου, Μεγκ Γουίτμαν, έχει προαναγγείλει ευρεία επανεξέταση της εταιρικής στρατηγικής.

Στο τραπέζι βρίσκονται αλλαγές που θα μπορούσαν να ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητα και να προσαρμόσουν τη δομή της Albertsons στις νέες συνθήκες της αγοράς.

Η έκβαση της δικαστικής υπόθεσης ενδέχεται να επηρεάσει σημαντικά τις οικονομικές προοπτικές της εταιρείας.

Wall Street: Μια δίκη που μπορεί να επηρεάσει τις επόμενες μεγάλες εξαγορές

Η αντιπαράθεση Kroger–Albertsons παρακολουθείται στενά από επενδυτικές τράπεζες, δικηγορικά γραφεία και μεγάλα επενδυτικά κεφάλαια.

Το αποτέλεσμα θα μπορούσε να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο διατυπώνονται οι συμβατικές υποχρεώσεις σε μελλοντικές εξαγορές.

Ιδιαίτερη σημασία έχει το ερώτημα πόσο μακριά οφείλει να φτάσει μια εταιρεία για να εξασφαλίσει την έγκριση μιας συμφωνίας όταν οι ρυθμιστικές αρχές ζητούν σημαντικές παραχωρήσεις.

Εξίσου κρίσιμο είναι το ζήτημα της κατανομής του κινδύνου όταν η συναλλαγή δεν ολοκληρώνεται εξαιτίας αντιμονοπωλιακών παρεμβάσεων.

Η υπόθεση αναδεικνύει επίσης τις διαφορετικές προσεγγίσεις στην αμερικανική πολιτική ανταγωνισμού.

Από τη μία πλευρά, οι ρυθμιστικές αρχές επιδιώκουν να αποτρέπουν συγκεντρώσεις που θεωρούν ότι μπορούν να περιορίσουν τον ανταγωνισμό και να αυξήσουν τις τιμές.

Από την άλλη, οι επιχειρήσεις υποστηρίζουν ότι η μεγαλύτερη κλίμακα μπορεί να δημιουργήσει οικονομίες κόστους και να τις βοηθήσει να ανταγωνιστούν ισχυρότερους ομίλους.

Η μεγάλη αναμέτρηση για το μέλλον των συγχωνεύσεων

Η δίκη των δύο αμερικανικών αλυσίδων αποτελεί μια από τις σημαντικότερες νομικές συνέπειες της αυστηρότερης αντιμονοπωλιακής πολιτικής που εφαρμόστηκε επί κυβέρνησης Μπάιντεν.

Η συμφωνία των 24,6 δισ. δολαρίων δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, αλλά η οικονομική αντιπαράθεση που ακολούθησε έχει αποκτήσει τεράστιες διαστάσεις.

Για την Albertsons, το ζητούμενο είναι να αποδείξει ότι η Kroger δεν τήρησε τις υποχρεώσεις της.

Για την Kroger, η βασική επιδίωξη είναι να αποδείξει ότι η συγχώνευση δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί λόγω της αντίθεσης των ρυθμιστικών αρχών και ότι δεν οφείλει τις αποζημιώσεις που ζητεί η πρώην υποψήφια εταίρος της.

Η δικαστική μάχη δεν αφορά μόνο μια αποτυχημένη εξαγορά. Αγγίζει τα όρια της εταιρικής ευθύνης, τη δύναμη των ρυθμιστικών αρχών και το κόστος που μπορεί να έχει για τη Wall Street μια συμφωνία που δεν ολοκληρώνεται.

Με περισσότερα από 9 δισ. δολάρια να βρίσκονται στο επίκεντρο των αξιώσεων, η απόφαση του δικαστηρίου του Ντέλαγουερ αναμένεται να αποτελέσει σημαντικό σημείο αναφοράς για μελλοντικές μεγάλες επιχειρηματικές συναλλαγές.

Πηγή: pagenews.gr

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο