Διεθνή

Γαλλία: Οι αγορές πιέζουν τον Μακρόν, η Μελόνι κερδίζει την εμπιστοσύνη τους – Στο κάδρο η Λεπέν

Γαλλία: Οι αγορές πιέζουν τον Μακρόν, η Μελόνι κερδίζει την εμπιστοσύνη τους – Στο κάδρο η Λεπέν
Η Ιταλία δανείζεται με ευνοϊκότερους όρους από τη Γαλλία, παρά το υψηλότερο δημόσιο χρέος της. Η δημοσιονομική πολιτική της Τζόρτζια Μελόνι, η κοινωνική αναταραχή στο Παρίσι και η συζήτηση περί «πολιτικού κινδύνου» διαμορφώνουν νέο πεδίο αντιπαράθεσης στην Ευρώπη, με φόντο τις προεδρικές εκλογές του 2027.

Στο επίκεντρο των ευρωπαϊκών χρηματοπιστωτικών αγορών βρίσκεται η Γαλλία του Εμανουέλ Μακρόν, καθώς η αύξηση του κόστους δανεισμού και η πολιτική αβεβαιότητα εντείνουν τη συζήτηση για τη δημοσιονομική σταθερότητα της δεύτερης μεγαλύτερης οικονομίας της ευρωζώνης.

Η σύγκριση με την Ιταλία της Τζόρτζια Μελόνι αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Παρά το γεγονός ότι η Ιταλία διατηρεί υψηλότερο δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ, οι επενδυτές εμφανίζονται να αξιολογούν ευνοϊκότερα τη δημοσιονομική της πορεία.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει η «Εφημερίδα των Συντακτών», το ιταλικό δημόσιο χρέος ανέρχεται στο 138,5% του ΑΕΠ, έναντι 118,1% της Γαλλίας. Ωστόσο, η Ιταλία καταγράφει οριακά πρωτογενή δημοσιονομικά πλεονάσματα, ενώ η Γαλλία βρίσκεται αντιμέτωπη με δυσκολίες δημοσιονομικής προσαρμογής και έντονες κοινωνικές αντιδράσεις.

Η διαφοροποίηση αυτή έχει προκαλέσει συζήτηση για το κατά πόσο οι αγορές αποτιμούν αποκλειστικά τα οικονομικά μεγέθη ή δίνουν αυξανόμενη βαρύτητα στην πολιτική σταθερότητα και στην ικανότητα εφαρμογής δημοσιονομικών αποφάσεων.

Γαλλία εναντίον Ιταλίας: Το παράδοξο του χρέους

Η Ιταλία εξακολουθεί να συγκαταλέγεται στις περισσότερο υπερχρεωμένες οικονομίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το δημόσιο χρέος της παραμένει υψηλότερο από το γαλλικό και συνεχίζει να αυξάνεται σε απόλυτους όρους.

Ωστόσο, η κυβέρνηση Μελόνι έχει επιτύχει την εμφάνιση πρωτογενών πλεονασμάτων, γεγονός που ενισχύει την εικόνα δημοσιονομικής συνέπειας.

Αντίθετα, η Γαλλία βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα σύνθετο πρόβλημα: υψηλά δημοσιονομικά ελλείμματα, πολιτικό κατακερματισμό και κοινωνική αντίδραση στα μέτρα περιορισμού των δημόσιων δαπανών.

Η απόκλιση στην αξιολόγηση των δύο χωρών δεν σημαίνει ότι το ιταλικό χρέος έχει πάψει να αποτελεί κίνδυνο.

Αναδεικνύει, όμως, τη σημασία που αποδίδουν οι επενδυτές στη δυνατότητα μιας κυβέρνησης να εφαρμόζει τη δημοσιονομική πολιτική της.

Οι γαλλικές κινητοποιήσεις και η πραγματική εικόνα των ομολόγων

Οι κοινωνικές κινητοποιήσεις στη Γαλλία έχουν ενισχύσει την πολιτική αβεβαιότητα, με την κυβέρνηση Μακρόν να αντιμετωπίζει αντιδράσεις για τη λιτότητα, το κόστος ζωής και τη χρηματοδότηση των δημόσιων υπηρεσιών.

Ωστόσο, η χρονική εξέλιξη των αποδόσεων των γαλλικών ομολόγων παρουσιάζει μια σημαντική λεπτομέρεια.

Σύμφωνα με την ανάλυση της «Εφημερίδας των Συντακτών», το μεγαλύτερο μέρος της αύξησης των αποδόσεων είχε ήδη καταγραφεί από την αρχή του 2026, πριν από την πρόσφατη έξαρση των κινητοποιήσεων.

Κατά την περίοδο 12–19 Οκτωβρίου, όταν εκδηλώθηκαν οι κοινωνικές αντιδράσεις, η περαιτέρω διεύρυνση της διαφοράς απόδοσης μεταξύ του γαλλικού και του γερμανικού δεκαετούς ομολόγου ήταν περιορισμένη.

Η παρατήρηση αυτή έχει σημασία για τη συζήτηση περί σύνδεσης των διαδηλώσεων με την αύξηση του κόστους δανεισμού.

Η κοινωνική αναταραχή αποτελεί παράγοντα πολιτικής αβεβαιότητας, αλλά η πορεία των ομολόγων επηρεάζεται και από ευρύτερες οικονομικές και δημοσιονομικές συνθήκες.

Το διεθνές κύμα πωλήσεων ομολόγων και οι χώρες του G7

Η πίεση στις αγορές κρατικών ομολόγων δεν περιορίζεται στη Γαλλία.

Κατά τη διάρκεια του 2026, οι διεθνείς αγορές χρέους έχουν βρεθεί αντιμέτωπες με κύματα πωλήσεων, τα οποία συνδέονται με την ανησυχία για τα υψηλά δημοσιονομικά ελλείμματα και τις αυξανόμενες ανάγκες χρηματοδότησης.

Οι χώρες του G7 αντιμετωπίζουν σημαντικές δημοσιονομικές προκλήσεις, ενώ η αύξηση των στρατιωτικών δαπανών προσθέτει πίεση στους κρατικούς προϋπολογισμούς.

Η άνοδος των αποδόσεων σημαίνει ότι οι κυβερνήσεις καλούνται να δανείζονται με υψηλότερο κόστος.

Το πρόβλημα επηρεάζει τη δυνατότητα χρηματοδότησης νέων πολιτικών, ιδιαίτερα σε τομείς όπως η κοινωνική προστασία, οι δημόσιες επενδύσεις και η άμυνα.

Στην περίπτωση της Γαλλίας, οι διεθνείς πιέσεις συνδυάζονται με την εγχώρια πολιτική αβεβαιότητα, ενισχύοντας την προσοχή των επενδυτών.

Η Μελόνι και το δημοσιονομικό μήνυμα προς τις αγορές

Η κυβέρνηση της Τζόρτζια Μελόνι έχει καταστήσει τη δημοσιονομική προσαρμογή βασικό στοιχείο της οικονομικής της πολιτικής.

Η εμφάνιση πρωτογενών πλεονασμάτων προσφέρει στους επενδυτές ένα μετρήσιμο στοιχείο σχετικά με τη διαχείριση των δημόσιων οικονομικών.

Παράλληλα, η πολιτική συνέχεια στην Ιταλία περιορίζει την αβεβαιότητα σχετικά με την εφαρμογή των δημοσιονομικών αποφάσεων.

Η «Εφημερίδα των Συντακτών» συνδέει αυτή την εξέλιξη με την προτίμηση των αγορών προς κυβερνήσεις που εφαρμόζουν πολιτικές περιορισμού των δαπανών, ακόμη και όταν προέρχονται από την ευρωπαϊκή Ακροδεξιά.

Πρόκειται για μια πολιτική ανάγνωση της στάσης των επενδυτών, η οποία αναδεικνύει τη σύγκρουση ανάμεσα στις απαιτήσεις δημοσιονομικής προσαρμογής και στις κοινωνικές αντιδράσεις.

Το υψηλό ιταλικό χρέος, πάντως, παραμένει σημαντικός περιορισμός για την οικονομική πολιτική της Ρώμης.

Financial Times: Διαχειριστές κεφαλαίων βλέπουν υπερβολή στον φόβο νέας κρίσης

Στη συζήτηση για τη Γαλλία παρεμβαίνουν και μεγάλοι διεθνείς επενδυτικοί οίκοι.

Σύμφωνα με αναφορά των Financial Times, την οποία επικαλείται η ελληνική εφημερίδα, ορισμένοι μεγάλοι διαχειριστές κεφαλαίων θεωρούν υπερβολικούς τους φόβους για νέα κρίση κρατικού χρέους στην ευρωζώνη.

Αντί να απομακρύνονται συνολικά από την αγορά, αναζητούν ευκαιρίες τοποθέτησης σε κρατικά ομόλογα των οποίων οι τιμές έχουν υποχωρήσει.

Η στάση αυτή διαφοροποιείται από τα σενάρια που συγκρίνουν την τρέχουσα γαλλική κατάσταση με την ευρωπαϊκή κρίση χρέους της προηγούμενης δεκαετίας.

Η Γαλλία αντιμετωπίζει σοβαρές δημοσιονομικές προκλήσεις, αλλά η σύγκριση με την ελληνική κρίση του 2010 απαιτεί συνεκτίμηση διαφορετικών οικονομικών και θεσμικών δεδομένων.

Allianz: Το πολιτικό ρίσκο στο επίκεντρο των αγορών το 2027

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και ανάλυση της Allianz, η οποία εξετάζει την επίδραση των πολιτικών εξελίξεων στις ευρωπαϊκές χρηματοπιστωτικές αγορές.

Η ανάλυση, σύμφωνα με το δημοσίευμα, εκτιμά ότι η προσέγγιση εκλογικών αναμετρήσεων σε Γαλλία, Ισπανία, Ελλάδα και Ιταλία το 2027 θα ενισχύσει τη συζήτηση για τον πολιτικό κίνδυνο.

Στο πλαίσιο αυτό χρησιμοποιείται ο Δείκτης Πολιτικής Ευθραυστότητας (Political Fragility Index – PFI).

Ο δείκτης βασίζεται σε τέσσερις βασικούς παράγοντες:

  • Τον πολιτικό κατακερματισμό.
  • Την κοινωνική δυσαρέσκεια.
  • Την πολιτική πόλωση.
  • Τη δυνατότητα διακυβέρνησης.

Η προσέγγιση αυτή επιχειρεί να αποτυπώσει πώς η πολιτική αβεβαιότητα μπορεί να επηρεάσει την οικονομική συμπεριφορά των επενδυτών.

Ταυτόχρονα, αναδεικνύει τον κίνδυνο οι αγορές να αντιδρούν υπερβολικά σε πολιτικές εξελίξεις, ακόμη και όταν οι άμεσες δημοσιονομικές συνέπειές τους δεν έχουν αποσαφηνιστεί.

Μακρόν και Λεπέν: Η δημοσιονομική κρίση γίνεται πολιτική αντιπαράθεση

Η οικονομική πίεση στη Γαλλία συμπίπτει με την προετοιμασία του πολιτικού συστήματος για τις προεδρικές εκλογές του 2027.

Ο Εμανουέλ Μακρόν βρίσκεται αντιμέτωπος με την ανάγκη διαχείρισης των δημοσιονομικών ανισορροπιών και της κοινωνικής δυσαρέσκειας.

Η Μαρίν Λεπέν και ο Εθνικός Συναγερμός αξιοποιούν την πολιτική αντιπαράθεση για να ασκήσουν κριτική στην κυβερνητική διαχείριση και να παρουσιάσουν τις δικές τους προτάσεις.

Η «Εφημερίδα των Συντακτών» υποστηρίζει ότι η συνδυασμένη πίεση της κυβερνητικής πολιτικής περί «νόμου και τάξης» και της τιμολόγησης του πολιτικού κινδύνου από τις αγορές δημιουργεί πολιτικό περιβάλλον που μπορεί να αξιοποιήσει η Λεπέν.

Η συγκεκριμένη εκτίμηση αποτελεί ανάλυση των πολιτικών συνεπειών της κρίσης και όχι δεδομένο για το αποτέλεσμα των επόμενων εκλογών.

Η ευρωπαϊκή διάσταση: Λιτότητα, κοινωνική δυσαρέσκεια και δημοσιονομική σταθερότητα

Η σύγκριση Γαλλίας και Ιταλίας αναδεικνύει ένα ευρύτερο πρόβλημα για την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Οι κυβερνήσεις καλούνται να περιορίσουν τα δημοσιονομικά ελλείμματα, ενώ παράλληλα αντιμετωπίζουν αυξημένες κοινωνικές ανάγκες και πιέσεις για περισσότερες δημόσιες δαπάνες.

Η αύξηση του κόστους δανεισμού περιορίζει τις διαθέσιμες επιλογές, ενώ η πολιτική πόλωση δυσκολεύει την επίτευξη συμφωνιών.

Η περίπτωση της Ιταλίας δείχνει ότι η επίτευξη πρωτογενών πλεονασμάτων μπορεί να επηρεάσει θετικά την αξιολόγηση μιας χώρας από τις αγορές, ακόμη και όταν το συνολικό δημόσιο χρέος παραμένει υψηλό.

Η περίπτωση της Γαλλίας αναδεικνύει τη σημασία της πολιτικής σταθερότητας και της δυνατότητας εφαρμογής οικονομικών αποφάσεων.

Καθώς πλησιάζει το 2027, η αντιπαράθεση για τη δημοσιονομική προσαρμογή, την κοινωνική προστασία και τη στάση των αγορών αποκτά ολοένα μεγαλύτερη βαρύτητα στη γαλλική και ευρωπαϊκή πολιτική ατζέντα.

Πηγή: pagenews.gr

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο