ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ

Συναγερμός στην Ευρώπη: Εξαφανίζονται οι άγριες μέλισσες – Απειλή για τη γεωργία και τη διατροφική ασφάλεια

Συναγερμός στην Ευρώπη: Εξαφανίζονται οι άγριες μέλισσες – Απειλή για τη γεωργία και τη διατροφική ασφάλεια
Νέα επιστημονική μελέτη αποκαλύπτει ότι τα περισσότερα είδη άγριων μελισσών στην Ευρώπη παρουσιάζουν μακροχρόνια υποχώρηση – Στο επίκεντρο η απώλεια βιοποικιλότητας, η αγροτική παραγωγή και η ανάγκη άμεσης δράσης, καθώς ξεκινά η COP17 στην Αρμενία.

Μια ανησυχητική εικόνα για το μέλλον της ευρωπαϊκής βιοποικιλότητας αποκαλύπτει νέα επιστημονική μελέτη, σύμφωνα με την οποία τα περισσότερα είδη άγριων μελισσών και περίπου τα μισά είδη συρφίδων —εντόμων που μοιάζουν με μέλισσες ή σφήκες και συμβάλλουν επίσης στην επικονίαση— παρουσιάζουν τάσεις υποχώρησης κατά τη διάρκεια του τελευταίου αιώνα.

Η έρευνα, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Proceedings of the National Academy of Sciences (PNAS), αξιοποίησε ιστορικά δεδομένα παρουσίας ειδών από το 1921, αποτυπώνοντας μια μακροχρόνια μεταβολή στη σύνθεση των πληθυσμών των επικονιαστών σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Τα αποτελέσματα αποκτούν ιδιαίτερη σημασία καθώς ξεκινά στην Αρμενία η 17η Διάσκεψη των Μερών της Σύμβασης του ΟΗΕ για τη Βιολογική Ποικιλότητα, γνωστή ως COP17.

Η μελέτη δεν αφορά μόνο την προστασία των εντόμων. Αγγίζει έναν από τους θεμελιώδεις μηχανισμούς λειτουργίας των οικοσυστημάτων, με πιθανές συνέπειες για την αγροτική παραγωγή, τη διατροφική ασφάλεια και τη σταθερότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας.

Ένας αιώνας υποχώρησης – Τι αποκαλύπτουν τα επιστημονικά δεδομένα

Οι ερευνητές εξέτασαν ιστορικές καταγραφές άγριων μελισσών και συρφίδων, αναζητώντας μεταβολές στην παρουσία και την ποικιλότητα των ειδών σε διαφορετικές ευρωπαϊκές βιογεωγραφικές περιοχές.

Το βασικό συμπέρασμα είναι ιδιαίτερα σημαντικό: σε όλες τις εξεταζόμενες περιοχές της Ευρώπης, με εξαίρεση την περιοχή των Άλπεων, περισσότερα είδη άγριων μελισσών εμφανίζουν πτωτική παρά ανοδική τάση.

Στις περιοχές του Ατλαντικού και της ηπειρωτικής Ευρώπης, οι επιστήμονες διαπίστωσαν επίμονη μείωση του πλούτου ειδών τόσο στις μέλισσες όσο και στις συρφίδες.

Η εικόνα αυτή υποδηλώνει ότι η απώλεια βιοποικιλότητας δεν αποτελεί αποκλειστικά πρόσφατο φαινόμενο, αλλά συνδέεται με μακροχρόνιες αλλαγές στα ευρωπαϊκά οικοσυστήματα.

Είναι σημαντικό να διευκρινιστεί ότι η υποχώρηση ενός είδους στις ιστορικές καταγραφές δεν σημαίνει απαραίτητα πως έχει εξαφανιστεί ή ότι ο αριθμός όλων των ατόμων του έχει μειωθεί στον ίδιο βαθμό.

Ωστόσο, η υπεροχή των αρνητικών τάσεων αποτελεί σοβαρή προειδοποίηση για τη διατήρηση της ποικιλότητας των επικονιαστών.

Γιατί οι άγριες μέλισσες είναι αναντικατάστατες

Οι άγριες μέλισσες διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στην αναπαραγωγή χιλιάδων ειδών ανθοφόρων φυτών.

Μεταφέροντας γύρη από άνθος σε άνθος, επιτρέπουν τη γονιμοποίηση των φυτών και συμβάλλουν στη δημιουργία καρπών και σπόρων.

Η επικονίαση αποτελεί επίσης βασική οικοσυστημική υπηρεσία για πολλές γεωργικές καλλιέργειες.

Φρούτα, ξηροί καρποί, ορισμένα λαχανικά και ελαιούχες καλλιέργειες εξαρτώνται, σε διαφορετικό βαθμό, από τη δραστηριότητα των εντόμων-επικονιαστών.

Οι άγριες μέλισσες συχνά συμπληρώνουν το έργο των διαχειριζόμενων μελισσών, ενώ ορισμένα είδη είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικά στην επικονίαση συγκεκριμένων φυτών.

Η απώλεια αυτής της ποικιλότητας μπορεί να μειώσει την ανθεκτικότητα των αγροτικών οικοσυστημάτων απέναντι σε κλιματικές μεταβολές, ασθένειες και άλλες περιβαλλοντικές πιέσεις.

Το πρόβλημα, επομένως, δεν περιορίζεται στην παραγωγή μελιού.

Αφορά τη συνολική λειτουργία της φύσης και τη δυνατότητα των αγροτικών συστημάτων να διατηρούν σταθερή παραγωγή σε βάθος χρόνου.

Οι συρφίδες: Οι άγνωστοι σύμμαχοι της ευρωπαϊκής γεωργίας

Ιδιαίτερη σημασία έχει το εύρημα της μελέτης για τις συρφίδες.

Πρόκειται για μια ομάδα εντόμων που συχνά συγχέονται με τις μέλισσες λόγω της εμφάνισής τους, αλλά ανήκουν στα δίπτερα.

Πολλά ενήλικα άτομα τρέφονται με νέκταρ και γύρη, συμμετέχοντας στην επικονίαση, ενώ οι προνύμφες ορισμένων ειδών καταναλώνουν αφίδες και άλλους οργανισμούς που μπορούν να προκαλέσουν ζημιές στις καλλιέργειες.

Έτσι, οι συρφίδες προσφέρουν διπλή οικολογική υπηρεσία: επικονίαση και, σε αρκετές περιπτώσεις, φυσικό βιολογικό έλεγχο επιβλαβών εντόμων.

Η διαπίστωση ότι περίπου τα μισά είδη τους εμφανίζουν μακροχρόνια υποχώρηση δημιουργεί πρόσθετη ανησυχία για την ισορροπία των αγροτικών οικοσυστημάτων.

Η προστασία τους αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία η ευρωπαϊκή γεωργία αναζητά τρόπους περιορισμού της εξάρτησής της από χημικές εισροές.

Εντατική γεωργία, απώλεια οικοτόπων και κλιματική αλλαγή

Η υποχώρηση των επικονιαστών συνδέεται με ένα σύνθετο σύνολο περιβαλλοντικών πιέσεων.

Η εντατικοποίηση της γεωργίας, η απώλεια φυσικών και ημιφυσικών οικοτόπων, η μείωση της ποικιλίας των ανθοφόρων φυτών και η έκθεση σε ορισμένα φυτοπροστατευτικά προϊόντα συγκαταλέγονται στους παράγοντες που μπορούν να επηρεάσουν αρνητικά τους πληθυσμούς τους.

Παράλληλα, η κλιματική αλλαγή μεταβάλλει τις θερμοκρασίες, τα πρότυπα βροχοπτώσεων και τη χρονική περίοδο ανθοφορίας πολλών φυτών.

Αυτές οι αλλαγές μπορούν να δημιουργήσουν ασυγχρονίες ανάμεσα στην εμφάνιση των επικονιαστών και στη διαθεσιμότητα της τροφής τους.

Οι ακραίοι καύσωνες, οι παρατεταμένες ξηρασίες και οι αλλαγές στη χρήση γης ενδέχεται να επιδεινώσουν τις πιέσεις, ιδιαίτερα για είδη με περιορισμένη γεωγραφική εξάπλωση ή εξειδικευμένες οικολογικές απαιτήσεις.

Ωστόσο, οι αιτίες και η ένταση των επιπτώσεων δεν είναι ίδιες για κάθε είδος ή περιοχή.

Η αποτελεσματική προστασία απαιτεί συνδυασμό τοπικών παρεμβάσεων και ευρύτερων πολιτικών για τη διαχείριση του φυσικού περιβάλλοντος.

Η εξαίρεση των Άλπεων – Ένα κρίσιμο επιστημονικό εύρημα

Η περιοχή των Άλπεων αποτελεί αξιοσημείωτη εξαίρεση στο γενικό ευρωπαϊκό πρότυπο που καταγράφει η μελέτη.

Σε αντίθεση με τις περισσότερες άλλες περιοχές, εκεί δεν παρατηρήθηκε συνολική υπεροχή των ειδών άγριων μελισσών με πτωτικές τάσεις.

Το εύρημα αναδεικνύει τη σημασία των γεωγραφικών και οικολογικών διαφορών στην εξέλιξη της βιοποικιλότητας.

Δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι τα αλπικά οικοσυστήματα είναι προστατευμένα από τις περιβαλλοντικές αλλαγές.

Οι ορεινές περιοχές αντιμετωπίζουν δικές τους πιέσεις, μεταξύ των οποίων η αύξηση της θερμοκρασίας και η μετατόπιση των κατάλληλων ενδιαιτημάτων προς μεγαλύτερα υψόμετρα.

Η σύγκριση μεταξύ διαφορετικών περιοχών μπορεί να βοηθήσει τους επιστήμονες να κατανοήσουν ποιες συνθήκες ευνοούν τη διατήρηση των επικονιαστών και ποια μέτρα προστασίας είναι αποτελεσματικότερα.

COP17 στην Αρμενία – Η βιοποικιλότητα στο τραπέζι των κυβερνήσεων

Η δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων συμπίπτει με την έναρξη της COP17, της διεθνούς διάσκεψης για τη βιολογική ποικιλότητα.

Η συνάντηση αποτελεί σημαντικό σταθμό για την αξιολόγηση της εφαρμογής των διεθνών δεσμεύσεων προστασίας της φύσης.

Στο επίκεντρο βρίσκεται το Παγκόσμιο Πλαίσιο Βιοποικιλότητας Κουνμίνγκ–Μόντρεαλ, το οποίο περιλαμβάνει στόχους για το 2030.

Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η προστασία τουλάχιστον του 30% των χερσαίων και θαλάσσιων περιοχών, η αποκατάσταση υποβαθμισμένων οικοσυστημάτων και η μείωση των πιέσεων που προκαλούν απώλεια βιοποικιλότητας.

Η κατάσταση των επικονιαστών αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του χάσματος που μπορεί να υπάρχει ανάμεσα στις διεθνείς περιβαλλοντικές δεσμεύσεις και στις πραγματικές οικολογικές εξελίξεις.

Η νέα έρευνα ενισχύει την ανάγκη οι στόχοι προστασίας να συνοδεύονται από μετρήσιμα αποτελέσματα και επαρκή επιστημονική παρακολούθηση.

Η ευρωπαϊκή πολιτική μπροστά σε μια δύσκολη εξίσωση

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ήδη αναγνωρίσει την ανάγκη προστασίας των επικονιαστών μέσα από την ευρωπαϊκή πρωτοβουλία για τους επικονιαστές και τη νομοθεσία για την αποκατάσταση της φύσης.

Ο κανονισμός για την αποκατάσταση της φύσης προβλέπει, μεταξύ άλλων, την αναστροφή της μείωσης των πληθυσμών επικονιαστών έως το 2030 και την επίτευξη στη συνέχεια ανοδικής τάσης.

Η εφαρμογή τέτοιων στόχων απαιτεί συνεργασία ανάμεσα σε κυβερνήσεις, αγρότες, επιστήμονες, επιχειρήσεις και τοπικές κοινωνίες.

Στην πράξη, αυτό μπορεί να σημαίνει περισσότερους ανθοφόρους οικοτόπους, προστασία φυσικών λωρίδων γύρω από καλλιέργειες, καλύτερη διαχείριση φυτοπροστατευτικών προϊόντων και αποκατάσταση υποβαθμισμένων εκτάσεων.

Παράλληλα, η αγροτική πολιτική καλείται να εξισορροπήσει την ανάγκη παραγωγικότητας με την προστασία των οικοσυστημάτων από τα οποία εξαρτάται η ίδια η παραγωγή.

Ελλάδα και Μεσόγειος – Γιατί η προειδοποίηση αφορά άμεσα τον Νότο

Η Ελλάδα και η ευρύτερη Μεσόγειος διαθέτουν μεγάλη ποικιλία άγριων μελισσών και σημαντικό πλούτο ανθοφόρων φυτών.

Αυτό καθιστά την προστασία των επικονιαστών ιδιαίτερα σημαντική για τη διατήρηση των μεσογειακών οικοσυστημάτων.

Οι παρατεταμένες περίοδοι ξηρασίας, οι πυρκαγιές, οι αλλαγές στις χρήσεις γης και οι πιέσεις από την αστική και τουριστική ανάπτυξη μπορούν να περιορίσουν κατάλληλους οικοτόπους και διαθέσιμες πηγές τροφής.

Για την ελληνική αγροτική οικονομία, η διατήρηση των επικονιαστών συνδέεται με την ανθεκτικότητα πολλών καλλιεργειών, ιδίως εκείνων που ωφελούνται σημαντικά από την επικονίαση εντόμων.

Η δημιουργία ανθοφόρων ζωνών, η προστασία της αυτοφυούς βλάστησης και η διατήρηση φυσικών ενδιαιτημάτων αποτελούν παρεμβάσεις που μπορούν να ενισχύσουν την οικολογική ισορροπία.

Η ευρωπαϊκή μελέτη δεν επιτρέπει, από μόνη της, να εξαχθεί ενιαίο ποσοστό μείωσης για τις άγριες μέλισσες στην Ελλάδα.

Αναδεικνύει όμως την ανάγκη συστηματικής εθνικής παρακολούθησης, ώστε οι πολιτικές προστασίας να στηρίζονται σε αξιόπιστα δεδομένα.

Η επόμενη ημέρα – Από τις επιστημονικές προειδοποιήσεις στην εφαρμογή μέτρων

Το βασικό μήνυμα της νέας επιστημονικής έρευνας είναι ότι η υποχώρηση των επικονιαστών αποτελεί μακροχρόνιο ευρωπαϊκό πρόβλημα.

Η προστασία τους δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως δευτερεύουσα περιβαλλοντική προτεραιότητα.

Συνδέεται άμεσα με τη λειτουργία των φυσικών οικοσυστημάτων, τη γεωργική παραγωγή και τη δυνατότητα των κοινωνιών να προσαρμοστούν στις περιβαλλοντικές αλλαγές.

Η COP17 προσφέρει στις κυβερνήσεις μια σημαντική ευκαιρία να μετατρέψουν τις διεθνείς δεσμεύσεις σε συγκεκριμένες παρεμβάσεις.

Το κρίσιμο ζήτημα είναι εάν οι πολιτικές αυτές θα εφαρμοστούν με επαρκή χρηματοδότηση, επιστημονική τεκμηρίωση και διαρκή αξιολόγηση.

Η ευρωπαϊκή φύση στέλνει ένα σαφές προειδοποιητικό μήνυμα: η προστασία των άγριων μελισσών δεν αφορά μόνο τη διάσωση ορισμένων ειδών, αλλά τη διατήρηση των οικολογικών ισορροπιών πάνω στις οποίες στηρίζονται η γεωργία, η βιοποικιλότητα και η ανθρώπινη ευημερία.

Πηγή: pagenews.gr

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο