Policy Briefs

Ουκρανία: «Μαύρη τρύπα» 70 δισ. ευρώ – Η ΕΕ ζητά χρήματα από Καναδά και Βρετανία

Ουκρανία: «Μαύρη τρύπα» 70 δισ. ευρώ – Η ΕΕ ζητά χρήματα από Καναδά και Βρετανία
Οι Βρυξέλλες αναζητούν νέους χρηματοδότες για το Κίεβο, καθώς το κόστος του πολέμου εκτοξεύεται και η αμερικανική στήριξη παραμένει αβέβαιη. Στο επίκεντρο δύο κρίσιμες σύνοδοι με Καναδά και Ηνωμένο Βασίλειο, οι αμυντικές συμφωνίες και το ευρωπαϊκό σχέδιο των 90 δισ. ευρώ.

Σε μια νέα διπλωματική και οικονομική κινητοποίηση προχωρά η Ευρωπαϊκή Ένωση, επιχειρώντας να εξασφαλίσει πρόσθετη χρηματοδότηση για την Ουκρανία, καθώς ο πόλεμος με τη Ρωσία συνεχίζεται και οι ανάγκες του Κιέβου αυξάνονται.

Σύμφωνα με αποκαλυπτικό ρεπορτάζ του POLITICO, οι Βρυξέλλες σχεδιάζουν να ασκήσουν πιέσεις στον Καναδά και στο Ηνωμένο Βασίλειο για μεγαλύτερη οικονομική συνεισφορά, προκειμένου να καλυφθεί ένα χρηματοδοτικό κενό που εκτιμάται στα 70 δισ. ευρώ για το 2027.

Το ζήτημα αναμένεται να τεθεί στις υψηλού επιπέδου συναντήσεις της ΕΕ με τους δύο εταίρους, σε μια περίοδο κατά την οποία οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις προσπαθούν να συνδυάσουν τη συνέχιση της υποστήριξης προς την Ουκρανία με τις αυξανόμενες πιέσεις στους εθνικούς προϋπολογισμούς τους.

Οι συζητήσεις αποκτούν ιδιαίτερη σημασία εξαιτίας της αβεβαιότητας γύρω από την πολιτική της κυβέρνησης Ντόναλντ Τραμπ απέναντι στη Ρωσία και στην Ουκρανία.

Η Ευρώπη καλείται να διαχειριστεί ένα ολοένα μεγαλύτερο μέρος του οικονομικού κόστους του πολέμου, την ώρα που οι αμερικανορωσικές διπλωματικές επαφές συνεχίζονται χωρίς να έχει επιτευχθεί συνολική ειρηνευτική συμφωνία.

Η «τρύπα» των 70 δισ. ευρώ και η αγωνία των Βρυξελλών

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά ότι οι χρηματοδοτικές ανάγκες της Ουκρανίας για το 2027 θα είναι ιδιαίτερα υψηλές.

Το ποσό των 70 δισ. ευρώ αφορά το προβλεπόμενο χρηματοδοτικό κενό που πρέπει να καλυφθεί ώστε να συνεχιστούν οι κρατικές λειτουργίες και η πολεμική προσπάθεια.

Η Ουκρανία χρειάζεται εξωτερική υποστήριξη τόσο για τις αμυντικές της δαπάνες όσο και για τη λειτουργία βασικών δημόσιων υπηρεσιών.

Στο οικονομικό σκέλος περιλαμβάνονται ανάγκες για τη δημοσιονομική σταθερότητα, τη συντήρηση κρίσιμων υποδομών και τη συνέχιση των υπηρεσιών που παρέχει το κράτος.

Παράλληλα, οι στρατιωτικές απαιτήσεις αυξάνονται λόγω των συνεχιζόμενων ρωσικών επιθέσεων και της ανάγκης για περισσότερα συστήματα αεράμυνας, πυρομαχικά και μη επανδρωμένα αεροσκάφη.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ήδη αναλάβει σημαντικές χρηματοδοτικές δεσμεύσεις.

Ωστόσο, το πρόβλημα είναι ότι οι συνολικές ανάγκες ξεπερνούν τις διαθέσιμες και εξασφαλισμένες πηγές χρηματοδότησης.

Γι’ αυτό οι Βρυξέλλες αναζητούν πρόσθετες συνεισφορές από συμμάχους εκτός της Ένωσης.

Φον ντερ Λάιεν: «Χρειαζόμαστε επειγόντως περισσότερους εταίρους»

Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, έχει ήδη προειδοποιήσει ότι η Ευρώπη επωμίζεται το μεγαλύτερο μέρος της εξωτερικής βοήθειας προς την Ουκρανία.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε, η ΕΕ και τα κράτη-μέλη της καλύπτουν σήμερα περίπου το 80% της εξωτερικής βοήθειας προς το Κίεβο.

«Η Ευρώπη κάνει πολλά. Όμως η πραγματικότητα είναι απλή: όσο συνεχίζεται αυτός ο πόλεμος, οι χρηματοδοτικές ανάγκες της Ουκρανίας θα αυξάνονται», τόνισε.

Και έστειλε σαφές μήνυμα προς τους διεθνείς εταίρους:

«Θα συνεχίσουμε να ηγούμαστε, αλλά χρειαζόμαστε επειγόντως και άλλους εταίρους να αναλάβουν μεγαλύτερο μέρος της προσπάθειας».

Η τοποθέτηση αποτυπώνει τη νέα ευρωπαϊκή στρατηγική.

Οι Βρυξέλλες δεν επιδιώκουν να περιορίσουν τη δική τους συνεισφορά, αλλά να διευρύνουν τη βάση των χωρών που συμμετέχουν στη χρηματοδότηση της Ουκρανίας.

Το επιχείρημα είναι ότι η υποστήριξη προς το Κίεβο αποτελεί ευρύτερη διεθνή ευθύνη και δεν μπορεί να στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στους ευρωπαϊκούς προϋπολογισμούς.

Δύο κρίσιμα ραντεβού: Καναδάς στις 29–30 Οκτωβρίου, Βρετανία στις 20 Νοεμβρίου

Η Ευρωπαϊκή Ένωση προετοιμάζει δύο σημαντικές συνόδους.

Η πρώτη είναι η σύνοδος ΕΕ–Καναδά, που έχει προγραμματιστεί για τις 29 και 30 Οκτωβρίου.

Η δεύτερη είναι η σύνοδος ΕΕ–Ηνωμένου Βασιλείου, στις 20 Νοεμβρίου.

Σύμφωνα με πέντε Ευρωπαίους αξιωματούχους και δύο διπλωμάτες που επικαλείται το POLITICO, οι συναντήσεις θα αποτελέσουν ευκαιρία να τεθεί το ζήτημα της πρόσθετης χρηματοδότησης στο υψηλότερο πολιτικό επίπεδο.

Οι Βρυξέλλες επιδιώκουν να αξιοποιήσουν την προοπτική στενότερης οικονομικής και αμυντικής συνεργασίας με τους δύο εταίρους.

Ωστόσο, οι αξιωματούχοι διευκρινίζουν ότι δεν αναμένεται μια επίσημη συμφωνία στην οποία η πρόσβαση σε ευρωπαϊκά προγράμματα θα ανταλλάσσεται ευθέως με χρηματοδότηση της Ουκρανίας.

Το ζήτημα είναι περισσότερο πολιτικό και διπλωματικό.

Η ΕΕ θέλει να πείσει τους εταίρους της ότι η ενίσχυση του Κιέβου πρέπει να αποτελέσει κοινή προτεραιότητα.

Το ευρωπαϊκό δάνειο των 90 δισ. ευρώ δεν αρκεί

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ήδη δημιουργήσει ένα μεγάλο χρηματοδοτικό εργαλείο για την Ουκρανία.

Πρόκειται για το Ukraine Support Loan, συνολικού ύψους 90 δισ. ευρώ, το οποίο καλύπτει την περίοδο 2026–2027.

Το πρόγραμμα χωρίζεται σε δύο βασικά σκέλη.

Τα 60 δισ. ευρώ προορίζονται για την άμυνα, συμπεριλαμβανομένης της προμήθειας στρατιωτικού εξοπλισμού και της ενίσχυσης της ουκρανικής αμυντικής βιομηχανίας.

Τα υπόλοιπα 30 δισ. ευρώ προορίζονται για οικονομική και δημοσιονομική υποστήριξη.

Η χρηματοδότηση αντλείται μέσω δανεισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης από τις κεφαλαιαγορές, με εγγυήσεις που συνδέονται με τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό.

Η αποπληρωμή προβλέπεται να συνδεθεί με τις μελλοντικές πολεμικές επανορθώσεις που ενδέχεται να λάβει η Ουκρανία από τη Ρωσία.

Παρά το μέγεθός του, το ευρωπαϊκό δάνειο σχεδιάστηκε για να καλύψει μόνο μέρος των συνολικών αναγκών του Κιέβου.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η Κομισιόν επιδιώκει νέες διεθνείς δεσμεύσεις.

Τα 45 δισ. ευρώ που περίμενε η Ευρώπη και δεν έχουν εξασφαλιστεί πλήρως

Οι Βρυξέλλες είχαν υπολογίσει ότι άλλοι διεθνείς εταίροι θα μπορούσαν να προσφέρουν περίπου 45 δισ. ευρώ.

Στον σχεδιασμό περιλαμβάνονταν ο Καναδάς, η Ιαπωνία, η Νότια Κορέα, η Αυστραλία και η Νορβηγία.

Ωστόσο, σημαντικό μέρος της αναμενόμενης χρηματοδότησης δεν έχει ακόμη οριστικοποιηθεί ή εκταμιευθεί.

Η καθυστέρηση αυτή δημιουργεί αβεβαιότητα στον οικονομικό προγραμματισμό της Ουκρανίας.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιδιώκει να μετατρέψει τις γενικές πολιτικές δεσμεύσεις σε συγκεκριμένες αποφάσεις χρηματοδότησης.

Για το Κίεβο, η διαφορά είναι καθοριστική.

Μια πολιτική υπόσχεση υποστήριξης δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την κάλυψη άμεσων δημοσιονομικών αναγκών εάν δεν συνοδεύεται από συγκεκριμένο ποσό, χρονοδιάγραμμα και μηχανισμό εκταμίευσης.

Γι’ αυτό οι ευρωπαϊκές πιέσεις επικεντρώνονται πλέον στην πρακτική υλοποίηση των διεθνών δεσμεύσεων.

Ντομπρόβσκις: «Χρειαζόμαστε ευρύτερη κατανομή των βαρών»

Ο Ευρωπαίος επίτροπος Οικονομίας Βάλντις Ντομπρόβσκις επιβεβαίωσε ότι το ζήτημα έχει τεθεί σε σειρά διεθνών συναντήσεων.

Οι Βρυξέλλες συζητούν τις χρηματοδοτικές ανάγκες της Ουκρανίας στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, στην G7, στην G20 και με χώρες του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου.

Αναφερόμενος στις πρόσφατες συναντήσεις του στην Μπανγκόκ, ο Ντομπρόβσκις δήλωσε:

«Κατά τη διάρκεια των συναντήσεών μου στην Μπανγκόκ, η ανάγκη να εξασφαλιστεί χρηματοδοτική στήριξη για την Ουκρανία το 2027 αποτέλεσε κεντρικό θέμα».

Και πρόσθεσε:

«Ζήτησα ευρεία κατανομή των βαρών και υπογράμμισα τη σημασία του να αναλάβει κάθε διεθνής εταίρος το μερίδιο που του αναλογεί, καθώς η Ουκρανία συνεχίζει να αντιμετωπίζει τη ρωσική επιθετικότητα».

Η ευρωπαϊκή στρατηγική επεκτείνεται επομένως πέρα από τους παραδοσιακούς διατλαντικούς συμμάχους.

Στόχος είναι να εξασφαλιστούν περισσότερες πηγές χρηματοδότησης από χώρες που έχουν εκφράσει πολιτική υποστήριξη προς την Ουκρανία, αλλά δεν συμμετέχουν στον ίδιο βαθμό στην κάλυψη των αναγκών της.

Καναδάς: Η μεγάλη αμυντική συμφωνία και ο ρόλος του Μαρκ Κάρνεϊ

Ο Καναδάς αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους εταίρους της Ουκρανίας εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η κυβέρνηση του πρωθυπουργού Μαρκ Κάρνεϊ έχει αναλάβει δεσμεύσεις στρατιωτικής, οικονομικής και ανθρωπιστικής υποστήριξης.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζονται στο POLITICO, η Οτάβα έχει δεσμευθεί για στρατιωτική βοήθεια ισοδύναμη με περίπου 5,4 δισ. ευρώ και άμεση χρηματοδοτική υποστήριξη περίπου 8,2 δισ. ευρώ.

Η καναδική κυβέρνηση υπολογίζει τη συνολική της συνεισφορά σε σχεδόν 26 δισ. καναδικά δολάρια, συμπεριλαμβανομένης της αναπτυξιακής και ανθρωπιστικής βοήθειας.

Η εκπρόσωπος του καναδικού Γραφείου του Πρωθυπουργού, Κάθριν Σεριέ, υπογράμμισε:

«Ο Καναδάς είναι και παραμένει σταθερός υποστηρικτής της Ουκρανίας».

Και πρόσθεσε:

«Ο Καναδάς συνεχίζει να στέκεται στο πλευρό της Ουκρανίας και παραμένει σε συνεργασία με τους διεθνείς εταίρους για τις ανάγκες της χώρας».

Οι Βρυξέλλες δεν αμφισβητούν τη μέχρι σήμερα καναδική συνεισφορά.

Επιδιώκουν, όμως, να εξασφαλίσουν πρόσθετη βοήθεια για το 2027.

Η ΕΕ προσφέρει στον Καναδά στενότερη πρόσβαση στην ευρωπαϊκή άμυνα

Οι συνομιλίες με την Οτάβα δεν περιορίζονται στην Ουκρανία.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση εξετάζει τη διεύρυνση της οικονομικής και αμυντικής συνεργασίας με τον Καναδά.

Η Φον ντερ Λάιεν έχει προτείνει να αποκτήσει ο Καναδάς ειδικό καθεστώς στενότερης σύνδεσης με την Ένωση, ως πρώτος «συνδεδεμένος εταίρος» ενός νέου μοντέλου συνεργασίας.

Παράλληλα, ο Καναδάς πρόκειται να συμμετάσχει στο ευρωπαϊκό πρόγραμμα SAFE, το οποίο χρηματοδοτεί κοινές αμυντικές προμήθειες.

Η συμμετοχή μπορεί να προσφέρει σε καναδικές επιχειρήσεις ευνοϊκότερη πρόσβαση σε συμβάσεις που χρηματοδοτούνται μέσω του ευρωπαϊκού μηχανισμού.

Η προοπτική αυτή δημιουργεί ένα ευρύτερο πεδίο διαπραγματεύσεων.

Από τη μία πλευρά βρίσκεται η ευρωπαϊκή ανάγκη για πρόσθετη χρηματοδότηση της Ουκρανίας.

Από την άλλη, η καναδική επιδίωξη για βαθύτερη συνεργασία με την ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία.

Οι δύο πλευρές μπορούν να εξετάσουν παράλληλα αυτά τα ζητήματα, χωρίς να έχει συμφωνηθεί κάποια άμεση ανταλλαγή οικονομικής βοήθειας με εμπορικά προνόμια.

Η Βρετανία θέλει επαναπροσέγγιση με τις Βρυξέλλες

Η δεύτερη μεγάλη διπλωματική προσπάθεια αφορά το Ηνωμένο Βασίλειο.

Η βρετανική κυβέρνηση του Άντι Μπέρναμ επιδιώκει μια νέα φάση στις σχέσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η σύνοδος της 20ής Νοεμβρίου αναμένεται να επικεντρωθεί στην οικονομική συνεργασία, στην κινητικότητα των νέων, στο εμπόριο αγροδιατροφικών προϊόντων και στη σύνδεση των συστημάτων εμπορίας εκπομπών.

Η βρετανική πλευρά επιδιώκει επίσης να εξασφαλίσει καλύτερη πρόσβαση των επιχειρήσεών της στην ευρωπαϊκή αγορά.

Σύμφωνα με το POLITICO, η κυβέρνηση Μπέρναμ θεωρεί ότι το σημερινό πλαίσιο σχέσεων δεν ανταποκρίνεται πλήρως στις ανάγκες της βρετανικής οικονομίας.

«Η σημερινή κατάσταση δεν είναι αρκετά καλή», έχει δηλώσει ο Βρετανός πρωθυπουργός.

Η επαναπροσέγγιση με την Ευρώπη αποτελεί σημαντική προτεραιότητα του Λονδίνου.

Και οι Βρυξέλλες θεωρούν ότι η συνεργασία με το Ηνωμένο Βασίλειο είναι κρίσιμη για την ευρωπαϊκή ασφάλεια.

Τα 25 δισ. στερλίνες της Βρετανίας και οι νέες απαιτήσεις

Το Ηνωμένο Βασίλειο έχει ήδη αναλάβει δεσμεύσεις συνολικής βοήθειας ύψους περίπου 25 δισ. στερλινών προς την Ουκρανία.

Η βρετανική συνεισφορά περιλαμβάνει στρατιωτικό εξοπλισμό, εκπαίδευση, οικονομική βοήθεια και άλλες μορφές υποστήριξης.

Παράλληλα, το Λονδίνο συμμετέχει στον ευρωπαϊκό μηχανισμό χρηματοδότησης των 90 δισ. ευρώ.

Η συμμετοχή αυτή επιτρέπει στην Ουκρανία να χρησιμοποιεί μέρος των ευρωπαϊκών δανειακών πόρων για την αγορά αμυντικού εξοπλισμού από βρετανικές επιχειρήσεις.

Το Ηνωμένο Βασίλειο έχει δεσμευθεί να συνεισφέρει αναλογικά στο κόστος δανεισμού που συνδέεται με τη συμμετοχή του.

Η συμφωνία ενισχύει τη συνεργασία των ευρωπαϊκών και βρετανικών αμυντικών βιομηχανιών.

Ωστόσο, οι Βρυξέλλες θεωρούν ότι οι αυξανόμενες ανάγκες της Ουκρανίας καθιστούν αναγκαία την αναζήτηση πρόσθετης χρηματοδότησης.

«Δεν θα κάνουμε ό,τι κάνει ο Τραμπ»

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία της ευρωπαϊκής στρατηγικής αφορά τον τρόπο με τον οποίο θα ασκηθούν οι πιέσεις.

Σύμφωνα με ανώτερο Ευρωπαίο διπλωμάτη, οι Βρυξέλλες δεν σκοπεύουν να συνδέσουν επίσημα την παροχή εμπορικών ή αμυντικών πλεονεκτημάτων με συγκεκριμένες χρηματοδοτικές δεσμεύσεις για την Ουκρανία.

«Δεν πρόκειται να ακολουθήσουμε την τακτική του Τραμπ», ανέφερε ο διπλωμάτης.

Η αναφορά σχετίζεται με την πρακτική της αμερικανικής κυβέρνησης να συνδέει εμπορικές διαπραγματεύσεις με ευρύτερες πολιτικές και στρατηγικές απαιτήσεις.

Ο ίδιος αξιωματούχος εξήγησε ότι οι Βρυξέλλες επιδιώκουν να διευρύνουν τη διεθνή συμμετοχή χωρίς να στοχοποιούν δημόσια συγκεκριμένους εταίρους.

Η Κομισιόν δεν έχει ακόμη καθορίσει συγκεκριμένα ποσά που θα ζητήσει από τον Καναδά ή το Ηνωμένο Βασίλειο.

Δεν έχει επίσης αποφασιστεί εάν οι συζητήσεις για την Ουκρανία θα συνδεθούν πολιτικά με τις ευρύτερες συμφωνίες συνεργασίας.

Το «Made in Europe» και το νέο οικονομικό παζάρι

Ιδιαίτερη σημασία αποκτά η συζήτηση για τον ευρωπαϊκό νόμο Industrial Accelerator Act.

Η προτεινόμενη νομοθεσία προβλέπει προτιμησιακή μεταχείριση για προϊόντα που κατασκευάζονται στην Ευρώπη, στο πλαίσιο δημόσιων συμβάσεων και βιομηχανικής υποστήριξης.

Η Βρετανία επιδιώκει να εξασφαλίσει ότι οι δικές της επιχειρήσεις θα αντιμετωπίζονται ως ευρωπαϊκές για τους σκοπούς των σχετικών κανόνων.

Το Λονδίνο ανησυχεί ότι οι βρετανικές εταιρείες μπορεί να βρεθούν σε μειονεκτική θέση, παρά τη στενή διασύνδεσή τους με τις ευρωπαϊκές εφοδιαστικές αλυσίδες.

Οι συζητήσεις αυτές αποκτούν ιδιαίτερη σημασία για την αμυντική βιομηχανία.

Η αύξηση των ευρωπαϊκών αμυντικών δαπανών δημιουργεί νέες επιχειρηματικές ευκαιρίες, ενώ η συνεργασία με το Ηνωμένο Βασίλειο μπορεί να ενισχύσει την παραγωγική δυναμικότητα.

Βρετανοί αξιωματούχοι διευκρίνισαν ότι δεν έχουν ενημερωθεί για κάποιο αίτημα πρόσθετης χρηματοδότησης της Ουκρανίας ως αντάλλαγμα για ευνοϊκότερη μεταχείριση των βρετανικών επιχειρήσεων.

Η διάκριση αυτή είναι σημαντική, καθώς οι διπλωματικές επαφές δεν έχουν ακόμη οδηγήσει σε συγκεκριμένη συμφωνία.

Ιαπωνία: Η ΕΕ ζητά περισσότερα, το Τόκιο απαντά ότι έχει ήδη δώσει 20 δισ. δολάρια

Η ευρωπαϊκή προσπάθεια δεν περιορίζεται σε Καναδά και Βρετανία.

Οι Βρυξέλλες επιδιώκουν επίσης να εξασφαλίσουν μεγαλύτερη συνεισφορά από την Ιαπωνία.

Σύμφωνα με ανώτερο Ευρωπαίο αξιωματούχο, η ιαπωνική χρηματοδότηση το 2026 δεν έχει κινηθεί στον ρυθμό που ανέμενε η Ευρωπαϊκή Ένωση.

Ωστόσο, η ιαπωνική πλευρά απορρίπτει την εικόνα ανεπαρκούς συμμετοχής.

Πρόσωπο με γνώση των θέσεων του Τόκιο ανέφερε ότι η Ιαπωνία έχει ήδη προσφέρει περίπου 20 δισ. δολάρια σε υποστήριξη προς την Ουκρανία.

Παράλληλα, άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο πρόσθετης συνεισφοράς εφόσον υπάρξει σχετικό αίτημα από το Κίεβο.

Η Ιαπωνία ενδιαφέρεται επίσης για τη διατήρηση της πρόσβασης των επιχειρήσεών της στην ευρωπαϊκή αγορά.

Οι νέες προτάσεις περί προτιμησιακής μεταχείρισης προϊόντων ευρωπαϊκής κατασκευής προκαλούν ανησυχία και στο Τόκιο.

Έτσι, οι συζητήσεις για τη χρηματοδότηση της Ουκρανίας εξελίσσονται παράλληλα με σημαντικές εμπορικές διαπραγματεύσεις.

Αυστραλία, Νότια Κορέα και Νορβηγία στον ευρωπαϊκό σχεδιασμό

Στον ευρύτερο κατάλογο των χωρών από τις οποίες οι Βρυξέλλες αναμένουν πρόσθετη βοήθεια περιλαμβάνονται η Αυστραλία, η Νότια Κορέα και η Νορβηγία.

Η Αυστραλία έχει ήδη ανακοινώσει νέες δεσμεύσεις υποστήριξης προς την Ουκρανία.

Ωστόσο, σύμφωνα με Αυστραλό αξιωματούχο, η Καμπέρα δεν έχει λάβει ακόμη επίσημο αίτημα για πρόσθετη χρηματοδότηση το 2027.

Η αυστραλιανή κυβέρνηση έχει επίσης προχωρήσει σε συμφωνία συνεργασίας ασφαλείας με το Κίεβο.

Οι Βρυξέλλες εξετάζουν τη δυνατότητα να διευρύνουν τη χρηματοδοτική βάση της Ουκρανίας μέσω διαφορετικών διεθνών εταίρων.

Η στρατηγική περιλαμβάνει χώρες με διαφορετικά οικονομικά μεγέθη και διαφορετικούς βαθμούς συμμετοχής στην υποστήριξη του Κιέβου.

Η βασική επιδίωξη είναι να περιοριστεί η συγκέντρωση του οικονομικού βάρους σε περιορισμένο αριθμό ευρωπαϊκών κρατών.

Οι ΗΠΑ και ο παράγοντας Τραμπ αλλάζουν τους υπολογισμούς

Η ευρωπαϊκή προσπάθεια αποκτά μεγαλύτερη σημασία εξαιτίας της αβεβαιότητας για τη στάση των Ηνωμένων Πολιτειών.

Η κυβέρνηση Τραμπ επιδιώκει να διαμορφώσει νέα συμφωνία για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία.

Παράλληλα, έχει προχωρήσει σε κινήσεις προσέγγισης με τη Μόσχα, προκαλώντας προβληματισμό σε ευρωπαϊκές κυβερνήσεις.

Οι Βρυξέλλες δεν μπορούν να θεωρούν δεδομένο ότι η Ουάσιγκτον θα καλύψει σημαντικό μέρος των μελλοντικών οικονομικών αναγκών της Ουκρανίας.

Η αβεβαιότητα αυτή ενισχύει την ανάγκη για πιο προβλέψιμες πηγές χρηματοδότησης.

Το ζήτημα δεν αφορά μόνο το ύψος της βοήθειας.

Αφορά και τη χρονική διάρκεια των δεσμεύσεων.

Η Ουκρανία χρειάζεται να γνωρίζει εκ των προτέρων ποιοι πόροι θα είναι διαθέσιμοι, ώστε να οργανώνει τις αμυντικές της προμήθειες και τον κρατικό προϋπολογισμό.

Η εξάρτηση από έκτακτες πολιτικές αποφάσεις δυσκολεύει τον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό.

Πάνω από 231 δισ. ευρώ η ευρωπαϊκή συνεισφορά από την έναρξη του πολέμου

Η Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κράτη-μέλη της υπολογίζουν ότι έχουν προσφέρει συνολική υποστήριξη άνω των 231 δισ. ευρώ από την έναρξη της πλήρους ρωσικής εισβολής.

Το ποσό περιλαμβάνει διαφορετικές μορφές βοήθειας.

Μεταξύ αυτών βρίσκονται η στρατιωτική υποστήριξη, η άμεση χρηματοδότηση του ουκρανικού προϋπολογισμού, οι εγγυήσεις, η στήριξη Ουκρανών που φιλοξενούνται σε ευρωπαϊκές χώρες και η αξιοποίηση εσόδων από ακινητοποιημένα ρωσικά περιουσιακά στοιχεία.

Τα επιμέρους ποσά δεν αντιπροσωπεύουν όλα άμεσες χρηματικές μεταφορές προς το Κίεβο.

Περιλαμβάνουν διαφορετικά εργαλεία και κατηγορίες υποστήριξης.

Ωστόσο, το συνολικό μέγεθος δείχνει την κλίμακα της ευρωπαϊκής κινητοποίησης.

Ανώτερος Ευρωπαίος διπλωμάτης χαρακτήρισε την ευρωπαϊκή συνεισφορά ήδη ιδιαίτερα υψηλή σε σχέση με τις αρχικές προσδοκίες.

Το επιχείρημα αυτό χρησιμοποιείται για να υποστηριχθεί η ανάγκη ευρύτερης διεθνούς κατανομής του κόστους.

Η πολιτική πίεση μεγαλώνει ενόψει των ευρωπαϊκών εκλογών του 2027

Η χρηματοδότηση της Ουκρανίας αναμένεται να αποτελέσει σημαντικό θέμα της ευρωπαϊκής πολιτικής συζήτησης το 2027.

Σε αρκετές χώρες πλησιάζουν εκλογικές αναμετρήσεις, ενώ οι κυβερνήσεις αντιμετωπίζουν δημοσιονομικές πιέσεις και αυξανόμενες κοινωνικές απαιτήσεις.

Στη Γαλλία, η Μαρίν Λεπέν έχει δηλώσει ότι θα τερματίσει τη βοήθεια προς την Ουκρανία εάν αναλάβει την προεδρία.

Στην Ιταλία, η πρωθυπουργός Τζόρτζια Μελόνι αντιμετωπίζει πολιτική αντιπαράθεση με δυνάμεις που υποστηρίζουν διαφορετική προσέγγιση απέναντι στη Ρωσία.

Οι εκλογικές εξελίξεις μπορούν να επηρεάσουν τη δημόσια συζήτηση για το ύψος και τη διάρκεια της οικονομικής βοήθειας.

Οι Βρυξέλλες επιδιώκουν επομένως να εξασφαλίσουν χρηματοδοτικές δεσμεύσεις που δεν θα εξαρτώνται αποκλειστικά από βραχυπρόθεσμες πολιτικές αποφάσεις.

Η δημιουργία ενός ευρύτερου δικτύου χρηματοδοτών θεωρείται ένας τρόπος ενίσχυσης της προβλεψιμότητας.

Ελλάδα: Οι ευρωπαϊκές εγγυήσεις και η πίεση στους προϋπολογισμούς

Η συζήτηση για τη χρηματοδότηση της Ουκρανίας αφορά και την Ελλάδα ως κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η συμμετοχή στους ευρωπαϊκούς χρηματοδοτικούς μηχανισμούς συνδέεται με τις κοινές δημοσιονομικές δεσμεύσεις και τις εγγυήσεις που στηρίζουν τον ευρωπαϊκό δανεισμό.

Η αύξηση των αναγκών της Ουκρανίας αναδεικνύει τη σημασία της κατανομής των οικονομικών βαρών μεταξύ των κρατών-μελών και των διεθνών εταίρων.

Για την Ελλάδα, η συζήτηση συνδέεται επίσης με τη γενικότερη ευρωπαϊκή αμυντική πολιτική.

Η ανάπτυξη κοινών χρηματοδοτικών εργαλείων και η ενίσχυση της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας μπορούν να επηρεάσουν τις δυνατότητες συνεργασίας και προμηθειών των κρατών-μελών.

Παράλληλα, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις πρέπει να εξισορροπούν τις διεθνείς υποχρεώσεις με τις εσωτερικές ανάγκες για επενδύσεις, κοινωνική πολιτική και δημοσιονομική σταθερότητα.

Η αναζήτηση πρόσθετης χρηματοδότησης από τρίτες χώρες θα μπορούσε να περιορίσει μέρος της πίεσης προς τους ευρωπαϊκούς προϋπολογισμούς.

Δεν αναιρεί, όμως, τη σημασία των ήδη αναληφθεισών ευρωπαϊκών δεσμεύσεων.

Η επόμενη μάχη δεν είναι μόνο στρατιωτική – Είναι και οικονομική

Η Ουκρανία συνεχίζει να αντιμετωπίζει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις της Ρωσίας, ενώ παράλληλα προσπαθεί να διατηρήσει τη λειτουργία της οικονομίας και του κράτους.

Οι ανάγκες της περιλαμβάνουν άμυνα, ενεργειακές υποδομές, δημόσιες υπηρεσίες και οικονομική σταθερότητα.

Η συνέχιση της εξωτερικής χρηματοδότησης αποτελεί επομένως σημαντικό παράγοντα για την ανθεκτικότητα της χώρας.

Οι Βρυξέλλες θεωρούν ότι η προσπάθεια πρέπει να αποκτήσει πιο διεθνή χαρακτήρα.

Η υποστήριξη της Ουκρανίας δεν μπορεί να εξαρτάται αποκλειστικά από την Ευρωπαϊκή Ένωση, ιδιαίτερα σε μια περίοδο αυξημένων παγκόσμιων οικονομικών και γεωπολιτικών πιέσεων.

Η διπλωματική κινητοποίηση προς Καναδά, Βρετανία, Ιαπωνία και άλλους εταίρους αποτελεί μέρος αυτής της στρατηγικής.

Τα κρίσιμα ραντεβού και το μεγάλο ερώτημα για το 2027

Το επόμενο διάστημα θα δείξει εάν οι ευρωπαϊκές πιέσεις μπορούν να μετατραπούν σε συγκεκριμένες χρηματοδοτικές αποφάσεις.

Η σύνοδος ΕΕ–Καναδά στα τέλη Οκτωβρίου και η σύνοδος ΕΕ–Ηνωμένου Βασιλείου τον Νοέμβριο θα αποτελέσουν δύο σημαντικούς σταθμούς.

Οι Βρυξέλλες επιδιώκουν πρόσθετες δεσμεύσεις, αλλά δεν έχουν ακόμη παρουσιάσει συγκεκριμένα ποσά που ζητούν από τις δύο χώρες.

Παράλληλα, συνεχίζονται οι επαφές με την Ιαπωνία και άλλους διεθνείς εταίρους.

Το οικονομικό διακύβευμα είναι ιδιαίτερα μεγάλο.

Με προβλεπόμενο χρηματοδοτικό κενό 70 δισ. ευρώ για το 2027, η Ευρωπαϊκή Ένωση αναζητεί έναν νέο διεθνή καταμερισμό του κόστους στήριξης της Ουκρανίας.

Η προσπάθεια συνδέεται με τη μελλοντική ευρωπαϊκή ασφάλεια, τη δημοσιονομική αντοχή των κρατών και τη δυνατότητα του Κιέβου να συνεχίσει να λειτουργεί εν μέσω πολέμου.

Το κρίσιμο ερώτημα για τις Βρυξέλλες δεν είναι πλέον μόνο πόσα χρήματα μπορεί να διαθέσει η ίδια η Ευρώπη, αλλά πόσους ακόμη συμμάχους μπορεί να κινητοποιήσει — και πόσο γρήγορα θα μετατραπούν οι πολιτικές υποσχέσεις σε πραγματική χρηματοδότηση.

Πηγή: pagenews.gr

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο