Μια νέα δικαστική αντιπαράθεση με ευρύτερες πολιτικές και συνταγματικές προεκτάσεις βρίσκεται σε εξέλιξη στις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς οργανώσεις που συνδέονται με το Δημοκρατικό Κόμμα προσέφυγαν στη Δικαιοσύνη εναντίον της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ, κατηγορώντας την ότι επιχειρεί να επηρεάσει τη διεξαγωγή των εκλογών μέσω πιέσεων προς πολιτειακούς αξιωματούχους και αμφισβητήσεων της εκλογικής ιδιότητας χιλιάδων πολιτών.
Η αγωγή, που κατατέθηκε την Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2026, στρέφεται εναντίον του Αμερικανού προέδρου, του υπουργείου Δικαιοσύνης, του υπουργείου Εσωτερικής Ασφάλειας και των επικεφαλής τους.
Σύμφωνα με το Axios, οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση αξιοποιεί ισχυρισμούς περί εκλογικής νοθείας και συμμετοχής μη Αμερικανών πολιτών στους εκλογικούς καταλόγους, προκειμένου να ασκήσει πιέσεις στις αρχές που έχουν την ευθύνη διεξαγωγής των εκλογών.
Ζητούν από το δικαστήριο να κηρύξει παράνομες τις καταγγελλόμενες πρακτικές και να εμποδίσει περαιτέρω παρεμβάσεις.
Η κυβέρνηση Τραμπ απορρίπτει τις κατηγορίες, υποστηρίζοντας ότι οι ενέργειές της είναι νόμιμες και αποσκοπούν αποκλειστικά στη διασφάλιση ότι ψηφίζουν όσοι έχουν εκλογικό δικαίωμα.
Η αγωγή που ανοίγει νέο μέτωπο με τον Λευκό Οίκο
Η δικαστική προσφυγή κατατέθηκε από οργανώσεις που πρόσκεινται στους Δημοκρατικούς, μεταξύ των οποίων η Democratic Congressional Campaign Committee (DCCC), καθώς και από στελέχη του κόμματος και έναν ψηφοφόρο.
Στο επίκεντρο βρίσκεται ο ισχυρισμός ότι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση επιχειρεί να επιβάλει στις πολιτείες τη χρήση καταλόγων προσώπων τα οποία χαρακτηρίζονται ενδεχομένως μη επιλέξιμα για συμμετοχή στις εκλογές.
Οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι οι κατάλογοι αυτοί περιλαμβάνουν σημαντικά σφάλματα, με αποτέλεσμα να τίθεται σε κίνδυνο το εκλογικό δικαίωμα νόμιμα εγγεγραμμένων Αμερικανών πολιτών.
Παράλληλα, καταγγέλλουν ότι κυβερνητικοί αξιωματούχοι απειλούν με ποινικές διώξεις στελέχη της τοπικής και πολιτειακής διοίκησης εάν δεν συμμορφωθούν με τις ομοσπονδιακές απαιτήσεις.
Η προσφυγή δεν αποτελεί δικαστική διαπίστωση παρανομίας. Πρόκειται για ισχυρισμούς που καλείται να εξετάσει το αρμόδιο δικαστήριο.
«Επίμονη αλληλουχία απειλών και εκφοβισμού»
Οι δικηγόροι των Δημοκρατικών χρησιμοποιούν ιδιαίτερα αυστηρή γλώσσα στην αγωγή.
Όπως αναφέρουν:
«Αξιωματούχοι του υπουργείου Δικαιοσύνης και του υπουργείου Εσωτερικής Ασφάλειας επιχείρησαν να ενισχύσουν τις προσπάθειες παρέμβασής τους μέσω μιας επίμονης αλληλουχίας απειλών και εκφοβισμού προς πολιτειακούς και τοπικούς εκλογικούς αξιωματούχους σε ολόκληρη τη χώρα».
Στο ίδιο νομικό κείμενο υποστηρίζουν ότι οι πιέσεις παραβιάζουν το άρθρο 11(b) του αμερικανικού νόμου περί εκλογικών δικαιωμάτων, του Voting Rights Act.
«Οι εξαναγκαστικές απειλές των εναγομένων για νομικά αντίποινα εναντίον πολιτειακών αξιωματούχων, ακόμη και για ενδεχόμενη φυλάκιση, απλώς επειδή εφαρμόζουν την πολιτειακή νομοθεσία και βοηθούν εγγεγραμμένους ψηφοφόρους να ασκήσουν το εκλογικό τους δικαίωμα, εκφοβίζουν αντικειμενικά τόσο τους ψηφοφόρους όσο και τους εκλογικούς αξιωματούχους, κατά παράβαση του άρθρου 11(b) του Voting Rights Act».
Το συγκεκριμένο άρθρο απαγορεύει πράξεις εκφοβισμού, απειλών ή εξαναγκασμού που συνδέονται με την άσκηση του εκλογικού δικαιώματος.
Το ερώτημα που τίθεται πλέον ενώπιον της Δικαιοσύνης είναι εάν οι ενέργειες που περιγράφονται στην αγωγή εμπίπτουν σε αυτή την απαγόρευση.
Νεβάδα: Από τους 16.000 ύποπτους στους 185 που αποδείχθηκαν πολίτες
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά περιστατικά που επικαλούνται οι ενάγοντες αφορά την πολιτεία της Νεβάδα.
Σύμφωνα με την αγωγή, το υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας είχε αρχικά υποστηρίξει ότι σχεδόν 16.000 μη Αμερικανοί πολίτες περιλαμβάνονταν στους εκλογικούς καταλόγους της πολιτείας.
Στη συνέχεια, το υπουργείο φέρεται να περιόρισε τον αριθμό των προσώπων που είχε επιβεβαιώσει ως μη πολίτες σε 185.
Ωστόσο, σύμφωνα με τα πολιτειακά αρχεία που επικαλείται η αγωγή, και τα 185 αυτά πρόσωπα ήταν Αμερικανοί πολίτες.
Η συγκεκριμένη υπόθεση αποτελεί βασικό επιχείρημα των Δημοκρατικών για την αξιοπιστία των ομοσπονδιακών καταλόγων.
Οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι λανθασμένα δεδομένα μπορούν να οδηγήσουν σε αμφισβήτηση του εκλογικού δικαιώματος πολιτών που πληρούν τις νόμιμες προϋποθέσεις.
Εάν επιβεβαιωθούν τα στοιχεία αυτά, ανακύπτουν σοβαρά ερωτήματα για τις διαδικασίες επαλήθευσης πριν από οποιαδήποτε ενέργεια που επηρεάζει την πρόσβαση στην κάλπη.
Καλιφόρνια: Στο στόχαστρο περισσότεροι από 20.000 ψηφοφόροι
Δεύτερο κεντρικό πεδίο αντιπαράθεσης είναι η Καλιφόρνια.
Σύμφωνα με την αγωγή, το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης ζήτησε να μην καταμετρηθούν ψηφοδέλτια που συνδέονται με περισσότερα από 20.000 πρόσωπα, τα οποία περιλαμβάνονταν σε ομοσπονδιακό κατάλογο πιθανώς μη επιλέξιμων ψηφοφόρων.
Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η πολιτεία όφειλε να ελέγξει ανεξάρτητα την ιδιότητα των προσώπων αυτών.
Από την πλευρά τους, οι Δημοκρατικοί επισημαίνουν ότι μια προκαταρκτική έρευνα από τις αρχές της κομητείας του Λος Άντζελες εντόπισε σοβαρές ασυμφωνίες.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται στην προσφυγή, περισσότερο από το 25% των προσώπων που είχαν επισημανθεί δήλωναν ως τόπο γέννησης τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Άλλα πρόσωπα είχαν ήδη διαγραφεί από τους εκλογικούς καταλόγους.
Η αναφορά σε αμερικανικό τόπο γέννησης δεν αποτελεί από μόνη της πλήρη διοικητική επαλήθευση για κάθε εγγραφή. Αποτελεί, ωστόσο, ένδειξη ότι οι λίστες χρειάζονται προσεκτικό έλεγχο πριν χρησιμοποιηθούν για αποφάσεις που επηρεάζουν την ψήφο.
Η απάντηση του υπουργείου Δικαιοσύνης: «Η εκλογική ακεραιότητα είναι ύψιστη προτεραιότητα»
Το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης απορρίπτει τους ισχυρισμούς περί παράνομης παρέμβασης.
Εκπρόσωπός του δήλωσε στο Axios:
«Το υπουργείο Δικαιοσύνης εφαρμόζει την ομοσπονδιακή εκλογική νομοθεσία και η εκλογική ακεραιότητα αποτελεί ύψιστη προτεραιότητα».
Στη συνέχεια τόνισε:
«Κάθε ενέργεια που έχει αναλάβει το υπουργείο για την προστασία της ακεραιότητας των φετινών εκλογών βασίζεται στον νόμο και εξετάζεται ενώπιον των δικαστηρίων με δημόσιες διαδικασίες».
Ο εκπρόσωπος πρόσθεσε:
«Η διασφάλιση ότι ψηφίζουν μόνο οι πολίτες που έχουν το σχετικό δικαίωμα και ότι κάθε νόμιμη ψήφος καταμετράται αποτελεί απαίτηση της ομοσπονδιακής νομοθεσίας».
Η κυβέρνηση υποστηρίζει επομένως ότι δεν επιδιώκει τον αποκλεισμό νόμιμων ψηφοφόρων, αλλά την εφαρμογή των κανόνων επιλεξιμότητας.
Η διαφωνία με τις πολιτείες αφορά, μεταξύ άλλων, την αξιοπιστία των στοιχείων και τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να διενεργούνται οι έλεγχοι.
Η αιχμηρή επίθεση στην Καλιφόρνια: «Ο ομοσπονδιακός νόμος δεν επιτρέπει εσκεμμένη τύφλωση»
Το υπουργείο Δικαιοσύνης επικεντρώνει μέρος της απάντησής του στην Καλιφόρνια.
Όπως αναφέρει ο εκπρόσωπός του:
«Ενημερώσαμε την Καλιφόρνια ότι πιθανότατα υπάρχουν μη πολίτες εγγεγραμμένοι στους εκλογικούς καταλόγους και ζητήσαμε από την πολιτεία να επαληθεύσει ανεξάρτητα την υπηκοότητα όσων ψήφισαν και περιλαμβάνονταν σε κατάλογο που της δώσαμε».
Σύμφωνα με την ίδια δήλωση:
«Η πολιτεία αρνήθηκε να το πράξει. Ο ομοσπονδιακός νόμος δεν επιτρέπει αυτή την εσκεμμένη τύφλωση».
Η θέση του υπουργείου είναι ότι οι αρμόδιες αρχές δεν μπορούν να αγνοούν πληροφορίες που ενδέχεται να υποδεικνύουν παραβιάσεις της εκλογικής νομοθεσίας.
Από την άλλη πλευρά, η προσφυγή των Δημοκρατικών υποστηρίζει ότι η κυβέρνηση δεν μπορεί να χρησιμοποιεί αμφισβητούμενα στοιχεία για να πιέζει τις πολιτείες να αποκλείσουν εγγεγραμμένους ψηφοφόρους.
Πρόκειται για δύο διαφορετικές ερμηνείες της ίδιας θεσμικής υποχρέωσης: της διασφάλισης ότι η εκλογική διαδικασία είναι νόμιμη και ότι οι δικαιούχοι μπορούν να ψηφίζουν χωρίς αδικαιολόγητα εμπόδια.
Λευκός Οίκος: «Λαμβάνουμε αποφασιστικά και νόμιμα μέτρα»
Στην αντιπαράθεση παρενέβη και ο Λευκός Οίκος.
Εκπρόσωπος της αμερικανικής προεδρίας δήλωσε στο Axios ότι οι Δημοκρατικοί και μέρος των μέσων ενημέρωσης υποβαθμίζουν τις ανησυχίες για την εκλογική νοθεία.
Όπως ανέφερε:
«Ενώ οι Δημοκρατικοί και τα μέσα ενημέρωσης συνεχίζουν να απορρίπτουν τις ανησυχίες για την εκλογική νοθεία, η κυβέρνηση Τραμπ λαμβάνει αποφασιστικά και νόμιμα μέτρα για την προστασία των εκλογών μας».
Στη συνέχεια αναφέρθηκε σε συγκεκριμένες προτεραιότητες:
«Μεταξύ αυτών είναι η δίωξη εκλογικών εγκλημάτων, η ενίσχυση της ασφάλειας των εκλογικών υποδομών και η προστασία ευάλωτων ψηφοφόρων από απάτη και εξαναγκασμό».
Η κυβέρνηση παρουσιάζει τις ενέργειές της ως μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας επιβολής της εκλογικής νομοθεσίας.
Το υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας δεν είχε απαντήσει άμεσα στο αίτημα σχολιασμού του Axios κατά τη δημοσίευση του ρεπορτάζ.
Το συνταγματικό ζήτημα: Ποιος ελέγχει τις αμερικανικές εκλογές;
Πέρα από τους συγκεκριμένους καταλόγους, η αγωγή θέτει ένα ευρύτερο ερώτημα για την κατανομή εξουσιών στο αμερικανικό πολιτειακό σύστημα.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι πολιτείες έχουν κεντρικό ρόλο στη διοργάνωση και τη διαχείριση των εκλογών.
Η ομοσπονδιακή νομοθεσία θέτει επίσης κανόνες και εγγυήσεις, ενώ το Κογκρέσο διαθέτει συνταγματικές αρμοδιότητες σχετικά με τις ομοσπονδιακές εκλογές.
Οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι ο πρόεδρος δεν έχει αυτοτελή συνταγματική εξουσία να αποφασίζει ποιος δικαιούται να ψηφίσει ή να υπαγορεύει στις πολιτείες πώς θα καταμετρούν τα ψηφοδέλτια.
Η κυβέρνηση, αντίθετα, επικαλείται τις αρμοδιότητες των ομοσπονδιακών υπηρεσιών να επιβάλλουν την ισχύουσα εκλογική νομοθεσία.
Η δικαστική διαφορά αφορά επομένως όχι μόνο την ορθότητα συγκεκριμένων καταλόγων, αλλά και τα όρια της ομοσπονδιακής παρέμβασης.
Υπάρχει πράγματι εκτεταμένη εκλογική νοθεία;
Ένα ακόμη σημείο της αντιπαράθεσης αφορά την πραγματική έκταση της παράνομης συμμετοχής στις εκλογές.
Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει επανειλημμένα αναδείξει το ζήτημα της εκλογικής νοθείας ως κεντρική πολιτική προτεραιότητα.
Ωστόσο, έρευνες και εκλογικοί έλεγχοι που έχουν πραγματοποιηθεί σε αμερικανικές πολιτείες δεν έχουν τεκμηριώσει γενικευμένη νοθεία στην κλίμακα που συχνά περιγράφεται στον πολιτικό διάλογο.
Ειδικά η ψήφος μη Αμερικανών πολιτών στις ομοσπονδιακές εκλογές θεωρείται σπάνιο φαινόμενο, σύμφωνα με διαθέσιμες μελέτες και ελέγχους.
Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να υπάρχουν μεμονωμένες παραβιάσεις ή ότι δεν πρέπει να ερευνώνται.
Σημαίνει ότι η ύπαρξη επιμέρους περιστατικών δεν αποδεικνύει από μόνη της ένα εκτεταμένο πρόβλημα που επηρεάζει συνολικά το εκλογικό αποτέλεσμα.
Η διάκριση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία όταν οι κρατικές αρχές λαμβάνουν μέτρα που ενδέχεται να επηρεάσουν την πρόσβαση των πολιτών στην κάλπη.
Η μάχη πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές
Η αγωγή κατατίθεται σε μια ιδιαίτερα ευαίσθητη πολιτική συγκυρία, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες προετοιμάζονται για τις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 2026.
Οι εκλογές αυτές αφορούν την ανανέωση της Βουλής των Αντιπροσώπων, μέρους της Γερουσίας και σειράς πολιτειακών αξιωμάτων.
Η δικαστική αντιπαράθεση προσθέτει ένα ακόμη ζήτημα στην ήδη έντονη πολιτική συζήτηση γύρω από τους εκλογικούς κανόνες.
Για τους Δημοκρατικούς, το κεντρικό ζήτημα είναι η προστασία των νόμιμα εγγεγραμμένων ψηφοφόρων από ενδεχόμενες αδικαιολόγητες παρεμβάσεις.
Για την κυβέρνηση Τραμπ, η προτεραιότητα είναι η επαλήθευση της εκλογικής επιλεξιμότητας και η αποτροπή παράνομων ψήφων.
Το δικαστήριο καλείται να αξιολογήσει εάν οι συγκεκριμένες κυβερνητικές ενέργειες υπερβαίνουν τα όρια που θέτει η ομοσπονδιακή νομοθεσία.
Τι ζητούν οι Δημοκρατικοί από τη Δικαιοσύνη
Η δικαστική προσφυγή επιδιώκει δύο βασικά αποτελέσματα.
Πρώτον, να αναγνωριστεί ότι οι καταγγελλόμενες ενέργειες της κυβέρνησης είναι παράνομες.
Δεύτερον, να απαγορευτούν περαιτέρω παρεμβάσεις που, σύμφωνα με τους ενάγοντες, εκφοβίζουν ψηφοφόρους και εκλογικούς αξιωματούχους.
Η τελική δικαστική κρίση θα εξαρτηθεί από τα αποδεικτικά στοιχεία, το εφαρμοστέο νομικό πλαίσιο και τις απαντήσεις των εναγομένων.
Μέχρι στιγμής, οι ισχυρισμοί της αγωγής δεν αποτελούν οριστικά διαπιστωμένα γεγονότα.
Η σύγκρουση, ωστόσο, έχει ήδη αναδείξει ένα κρίσιμο ζήτημα για την αμερικανική δημοκρατία: πώς μπορούν να ελέγχονται αποτελεσματικά οι εκλογικοί κατάλογοι χωρίς να περιορίζεται αδικαιολόγητα η συμμετοχή νόμιμων ψηφοφόρων.
Η υπόθεση της Νεβάδα, οι περισσότεροι από 20.000 αμφισβητούμενοι ψηφοφόροι στην Καλιφόρνια και οι καταγγελίες για απειλές εναντίον εκλογικών αξιωματούχων βρίσκονται πλέον στο επίκεντρο της δικαστικής διαδικασίας.
Με την κάλπη της 3ης Νοεμβρίου να πλησιάζει, η νέα αγωγή κατά της κυβέρνησης Τραμπ προσθέτει μια ακόμη θεσμική σύγκρουση στην αμερικανική προεκλογική περίοδο.
Πηγή: Pagenews.gr
