Διεθνή

Τραμπ: Ο «βάλτος» που υποσχέθηκε να αδειάσει τον πνίγει – Το 88% ανησυχεί για τη διαφθορά

Τραμπ: Ο «βάλτος» που υποσχέθηκε να αδειάσει τον πνίγει – Το 88% ανησυχεί για τη διαφθορά
Οι Financial Times ανοίγουν τη συζήτηση για την πολιτική και οικονομική επιρροή γύρω από τον Λευκό Οίκο, μία εβδομάδα πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου. Η ακρίβεια, οι επιχειρηματικές συναλλαγές, τα κρυπτονομίσματα και οι καταγγελίες περί σύγκρουσης συμφερόντων διαμορφώνουν ένα εκρηκτικό προεκλογικό περιβάλλον. Η κυβέρνηση Τραμπ απορρίπτει τις κατηγορίες, αλλά οι δημοσκοπήσεις καταγράφουν ανησυχία ακόμη και μεταξύ Ρεπουμπλικανών.

Το σύνθημα που συνέβαλε στην πολιτική άνοδο του Ντόναλντ Τραμπ επιστρέφει σήμερα ως ένα από τα πιο επίμαχα ζητήματα της δεύτερης προεδρικής του θητείας.

«Drain the swamp» — «Αδειάστε τον βάλτο».

Με αυτή τη φράση, ο Τραμπ είχε υποσχεθεί να περιορίσει την επιρροή των λόμπι, των οικονομικών συμφερόντων και του πολιτικού κατεστημένου στην Ουάσιγκτον.

Δέκα χρόνια μετά την πρώτη εκλογική του νίκη, το ζήτημα της διαφθοράς επανέρχεται στην κορυφή της αμερικανικής πολιτικής ατζέντας, αυτή τη φορά με επίκεντρο καταγγελίες και ερωτήματα για τις επιχειρηματικές δραστηριότητες του ίδιου, της οικογένειάς του και προσώπων του περιβάλλοντός του.

Σε άρθρο γνώμης στους Financial Times, με τίτλο «US voters and Trump’s overflowing swamp», ο αρθρογράφος Έντουαρντ Λους εξετάζει τη σύνδεση ανάμεσα στην οικονομική δυσφορία των Αμερικανών και στην αυξανόμενη ανησυχία για την ακεραιότητα της κυβέρνησης.

Το ενδιαφέρον στοιχείο δεν είναι μόνο ότι η διαφθορά απασχολεί τους ψηφοφόρους των Δημοκρατικών.

Είναι ότι η ανησυχία καταγράφεται πλέον και σε τμήμα της εκλογικής βάσης του ίδιου του Τραμπ, σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος ζωής παραμένει βασικό πρόβλημα για εκατομμύρια νοικοκυριά.

Η δημοσκόπηση που αλλάζει την πολιτική συζήτηση

Σύμφωνα με δημοσκόπηση του Fox News που επικαλούνται οι Financial Times, το 88% των ερωτηθέντων χαρακτηρίζει την κυβερνητική διαφθορά σημαντική πηγή ανησυχίας.

Το 60% δηλώνει εξαιρετικά ανήσυχο, ενώ σημαντικό ποσοστό αυτής της ομάδας προέρχεται από τους Ρεπουμπλικανούς.

Το εύρημα είναι πολιτικά αξιοσημείωτο, καθώς το Fox News αποτελεί τηλεοπτικό δίκτυο με ισχυρή απήχηση στο συντηρητικό ακροατήριο.

Ωστόσο, η ανησυχία για τη διαφθορά γενικά δεν ταυτίζεται αυτομάτως με την πεποίθηση ότι ο ίδιος ο πρόεδρος έχει παρανομήσει.

Μια δεύτερη έρευνα, των Financial Times και της Focaldata, προσφέρει πιο συγκεκριμένη εικόνα.

Στη δημοσκόπηση, που πραγματοποιήθηκε διαδικτυακά στις 16–18 Οκτωβρίου σε δείγμα 1.648 εγγεγραμμένων ψηφοφόρων, περίπου 69% δήλωσε ότι ανησυχεί για διαφθορά, ιδιοτελείς συναλλαγές ή συγκρούσεις συμφερόντων στη δεύτερη κυβέρνηση Τραμπ.

Ανάμεσά τους περιλαμβάνεται σχεδόν το μισό των ψηφοφόρων που είχαν υποστηρίξει τον Τραμπ στις προεδρικές εκλογές του 2024.

Το περιθώριο σφάλματος της έρευνας αναφέρεται σε 2,8 ποσοστιαίες μονάδες.

Οι δύο δημοσκοπήσεις εξετάζουν διαφορετικά ερωτήματα, αλλά συγκλίνουν σε ένα συμπέρασμα: η πολιτική διαφάνεια έχει αναδειχθεί σε σημαντικό θέμα της προεκλογικής περιόδου.

Η ακρίβεια συναντά τη διαφθορά

Η οικονομία παραμένει καθοριστικός παράγοντας για τους Αμερικανούς ψηφοφόρους.

Οι αυξημένες τιμές σε βασικά αγαθά, η επιβάρυνση από τα καύσιμα και η πίεση στο διαθέσιμο εισόδημα επηρεάζουν τις καθημερινές αποφάσεις εκατομμυρίων νοικοκυριών.

Σύμφωνα με τη δημοσκόπηση FT–Focaldata, το 56% των ερωτηθέντων ανέφερε ότι η οικονομική του κατάσταση έχει επιδεινωθεί από την ανάληψη της προεδρίας από τον Τραμπ τον Ιανουάριο του 2025.

Περισσότεροι από ένας στους τέσσερις δήλωσαν ότι έχουν περιορίσει δαπάνες για βασικές ανάγκες, όπως τρόφιμα ή ιατρική περίθαλψη.

Παράλληλα, περίπου 54% απέδωσε τη μεγαλύτερη ευθύνη για τις υψηλές τιμές στην κυβέρνηση Τραμπ ή στους Ρεπουμπλικανούς του Κογκρέσου.

Η σύνδεση ανάμεσα στις οικονομικές δυσκολίες και στις καταγγελίες για ιδιωτικό πλουτισμό αποτελεί κεντρικό στοιχείο της ανάλυσης των Financial Times.

Όταν ένα νοικοκυριό δυσκολεύεται να καλύψει καθημερινές ανάγκες, οι ειδήσεις για μεγάλα επιχειρηματικά κέρδη προσώπων που συνδέονται με την πολιτική εξουσία μπορούν να ενισχύσουν την αντίληψη ότι οι οικονομικές ευκαιρίες δεν κατανέμονται ισότιμα.

Η αντίληψη αυτή δεν αποδεικνύει από μόνη της παράνομες συναλλαγές.

Αποτελεί, όμως, σημαντικό στοιχείο για την κατανόηση της πολιτικής δυσαρέσκειας.

Η αίθουσα χορού στον Λευκό Οίκο και τα ερωτήματα για τους δωρητές

Ένα από τα πλέον προβεβλημένα ζητήματα αφορά το σχέδιο δημιουργίας πολυτελούς αίθουσας εκδηλώσεων στον Λευκό Οίκο.

Το έργο έχει προσελκύσει σημαντικές ιδιωτικές χρηματοδοτικές δεσμεύσεις, μεταξύ άλλων από επιχειρηματικούς παράγοντες που δραστηριοποιούνται σε κλάδους με ισχυρή εξάρτηση από την ομοσπονδιακή πολιτική.

Οι επικριτές του προέδρου θέτουν ερωτήματα για την πιθανότητα οι δωρεές να δημιουργούν προσδοκίες ευνοϊκής μεταχείρισης ή προνομιακής πρόσβασης στην κυβέρνηση.

Η ύπαρξη μιας δωρεάς, πάντως, δεν αποτελεί απόδειξη ανταλλάγματος ή παράνομης επιρροής.

Για να τεκμηριωθεί μια τέτοια κατηγορία απαιτούνται συγκεκριμένα στοιχεία για τις σχέσεις μεταξύ δωρητών, κυβερνητικών αποφάσεων και ενδεχόμενων ωφελημάτων.

Η πολιτική σημασία του ζητήματος βρίσκεται ακριβώς σε αυτή τη γκρίζα περιοχή: στην ανάγκη να διασφαλίζεται ότι η πρόσβαση στην εξουσία δεν εξαρτάται από την οικονομική δυνατότητα χρηματοδότησης έργων που συνδέονται με την προεδρία.

Τα κρυπτονομίσματα και τα επιχειρηματικά συμφέροντα της οικογένειας Τραμπ

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον συγκεντρώνουν οι δραστηριότητες της οικογένειας Τραμπ στον χώρο των κρυπτονομισμάτων.

Οι Financial Times και άλλα διεθνή μέσα έχουν καταγράψει σημαντικά έσοδα από επιχειρηματικές πρωτοβουλίες που συνδέονται με ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία.

Οι επικριτές επισημαίνουν ότι ο πρόεδρος διαθέτει παράλληλα πολιτική επιρροή στη διαμόρφωση του ρυθμιστικού πλαισίου για τον κλάδο.

Αυτό δημιουργεί ερωτήματα σχετικά με τις συγκρούσεις συμφερόντων, ακόμη και όταν οι συναλλαγές πραγματοποιούνται μέσω ιδιωτικών επιχειρήσεων.

Η διάκριση είναι ουσιαστική.

Το γεγονός ότι ένα μέλος της οικογένειας ενός προέδρου συμμετέχει σε επιχειρηματικές δραστηριότητες δεν συνιστά αυτομάτως παράβαση του νόμου.

Ωστόσο, όταν οι επιχειρήσεις αυτές δραστηριοποιούνται σε τομείς που επηρεάζονται από κυβερνητικές αποφάσεις, ενισχύεται η ανάγκη για διαφάνεια, δημοσιοποίηση οικονομικών σχέσεων και ανεξάρτητο έλεγχο.

Η κυβέρνηση Τραμπ απορρίπτει τις κατηγορίες περί σύγκρουσης συμφερόντων και υποστηρίζει ότι οι πολιτικές της αποσκοπούν στην ενίσχυση της αμερικανικής οικονομίας.

Η απάντηση Τραμπ: «Κοιτάξτε την πραγματική διαφθορά»

Ο Αμερικανός πρόεδρος έχει αντιδράσει στις επικρίσεις, επιχειρώντας να μεταφέρει τη συζήτηση στους πολιτικούς αντιπάλους του.

Σε πρόσφατη τοποθέτησή του, όταν ρωτήθηκε για τα προσωπικά του οικονομικά οφέλη, δήλωσε:

«Θα έπρεπε να κοιτάξετε την πραγματική διαφθορά. Είναι η διαφθορά των Δημοκρατικών, και σε αυτή περιλαμβάνεται ο Τζέφρι Έπσταϊν».

Η αναφορά στον Έπσταϊν αποτελεί μέρος της πολιτικής αντιπαράθεσης, χωρίς να συνιστά από μόνη της τεκμήριο ευθύνης συγκεκριμένων Δημοκρατικών αξιωματούχων.

Ο Λευκός Οίκος υποστηρίζει ότι ο Τραμπ ενεργεί προς το συμφέρον των Αμερικανών πολιτών και ότι η κυβέρνησή του έχει αναλάβει πρωτοβουλίες για την καταπολέμηση της απάτης και της κατασπατάλησης δημόσιων πόρων.

Εκπρόσωποι της κυβέρνησης κατηγορούν τους Δημοκρατικούς ότι εργαλειοποιούν πολιτικά τις καταγγελίες, αποφεύγοντας τη συζήτηση για τις δικές τους ευθύνες.

Η αντιπαράθεση αναδεικνύει δύο διαφορετικές ερμηνείες.

Η μία πλευρά θεωρεί ότι οι επιχειρηματικές σχέσεις γύρω από τον Λευκό Οίκο δημιουργούν σοβαρά ζητήματα δεοντολογίας.

Η άλλη υποστηρίζει ότι οι κατηγορίες είναι πολιτικά υποκινούμενες και ότι η κυβέρνηση εφαρμόζει πολιτικές κατά της διαφθοράς.

Οι προεδρικές χάρες και τα ερωτήματα λογοδοσίας

Η συζήτηση επεκτείνεται και στη χρήση της προεδρικής εξουσίας απονομής χάριτος.

Μεταξύ των περιπτώσεων που έχουν προκαλέσει δημόσια αντιπαράθεση περιλαμβάνεται εκείνη του Τσανγκπένγκ Ζάο, ιδρυτή του ανταλλακτηρίου κρυπτονομισμάτων Binance.

Ο Ζάο είχε καταδικαστεί για παραβιάσεις που σχετίζονταν με τις υποχρεώσεις καταπολέμησης του ξεπλύματος χρήματος.

Η προεδρική χάρη προκάλεσε ερωτήματα για τις σχέσεις ανάμεσα στην πολιτική εξουσία και τον κλάδο των κρυπτονομισμάτων.

Αντίστοιχες αντιδράσεις προκάλεσε η χάρη προς τον πρώην πρόεδρο της Ονδούρας Χουάν Ορλάντο Ερνάντες, ο οποίος είχε καταδικαστεί στις Ηνωμένες Πολιτείες για αδικήματα που συνδέονταν με τη διακίνηση ναρκωτικών.

Ο Τραμπ έχει υπερασπιστεί την απόφασή του, υποστηρίζοντας ότι η υπόθεση του Ερνάντες συνδεόταν με άδικη μεταχείριση από την προηγούμενη κυβέρνηση.

Η συνταγματική αρμοδιότητα απονομής χάριτος παρέχει στον Αμερικανό πρόεδρο ιδιαίτερα ευρεία διακριτική ευχέρεια.

Η άσκησή της, όμως, μπορεί να προκαλέσει πολιτικά και θεσμικά ερωτήματα, ιδιαίτερα όταν οι αποφάσεις αφορούν πρόσωπα με σημαντικές επιχειρηματικές ή πολιτικές διασυνδέσεις.

Οι Δημοκρατικοί επενδύουν πολιτικά στο ζήτημα

Οι Δημοκρατικοί έχουν εντάξει τη διαφθορά και τις συγκρούσεις συμφερόντων στο επίκεντρο της προεκλογικής τους στρατηγικής.

Σύμφωνα με στοιχεία της εταιρείας AdImpact που επικαλείται η Wall Street Journal, έχουν δαπανήσει περίπου 182 εκατ. δολάρια μέσα στο 2026 σε διαφημιστικά μηνύματα που αναφέρονται στη διαφθορά σε εκλογικές αναμετρήσεις για τη Βουλή των Αντιπροσώπων και τη Γερουσία.

Το ποσό υπερβαίνει τις αντίστοιχες δαπάνες των προηγούμενων τεσσάρων εκλογικών κύκλων συνολικά.

Η στρατηγική επιχειρεί να συνδέσει δύο διαφορετικές πηγές δυσαρέσκειας: την οικονομική πίεση των νοικοκυριών και τις ανησυχίες για την επιρροή ισχυρών οικονομικών συμφερόντων στην κυβέρνηση.

Ωστόσο, δεν είναι βέβαιο σε ποιον βαθμό το συγκεκριμένο μήνυμα θα επηρεάσει τελικά την ψήφο.

Ρεπουμπλικανοί δημοσκόποι υποστηρίζουν ότι πολλοί αναποφάσιστοι ψηφοφόροι εξακολουθούν να δίνουν μεγαλύτερη βαρύτητα στην οικονομική τους κατάσταση.

Αυτό σημαίνει ότι η διαφθορά μπορεί να λειτουργήσει ως αυτόνομο πολιτικό ζήτημα, αλλά και ως παράγοντας που ενισχύει ήδη διαμορφωμένες οικονομικές ανησυχίες.

Η διεθνής διάσταση: Από την Ουγγαρία έως τη Σερβία

Ο Έντουαρντ Λους συνδέει την αμερικανική συζήτηση με πρόσφατες πολιτικές εξελίξεις σε άλλες χώρες.

Στο άρθρο γνώμης του, αναφέρεται στην Ουγγαρία και τη Σερβία, όπου ζητήματα διαφθοράς και κυβερνητικής λογοδοσίας αποτέλεσαν σημαντικά στοιχεία της πολιτικής αντιπαράθεσης.

Η σύγκριση δεν σημαίνει ότι οι θεσμικές συνθήκες ή οι πολιτικές εξελίξεις είναι ίδιες.

Αναδεικνύει, όμως, ένα ευρύτερο ερώτημα: πώς αντιδρούν οι πολίτες όταν θεωρούν ότι η οικονομική και πολιτική εξουσία συγκεντρώνεται σε περιορισμένο αριθμό προσώπων.

Η απάντηση εξαρτάται από πολλούς παράγοντες.

Μεταξύ αυτών είναι η κατάσταση της οικονομίας, η εμπιστοσύνη στους θεσμούς, η ισχύς των κομματικών ταυτοτήτων και η αξιοπιστία των εναλλακτικών πολιτικών προτάσεων.

Οι διεθνείς συγκρίσεις προσφέρουν αναλυτικό πλαίσιο, αλλά δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως ασφαλής πρόβλεψη για το αμερικανικό εκλογικό αποτέλεσμα.

Η 3η Νοεμβρίου και η μάχη για το Κογκρέσο

Οι ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 2026 θα καθορίσουν τη σύνθεση της Βουλής των Αντιπροσώπων και σημαντικού μέρους της Γερουσίας.

Η έκβασή τους θα επηρεάσει την ικανότητα της κυβέρνησης Τραμπ να προωθεί τη νομοθετική της ατζέντα.

Εάν αλλάξει ο έλεγχος ενός ή και των δύο νομοθετικών σωμάτων, θα μπορούσαν να μεταβληθούν οι ισορροπίες στην εποπτεία της εκτελεστικής εξουσίας, στις κοινοβουλευτικές έρευνες και στη διαδικασία έγκρισης νομοθετικών πρωτοβουλιών.

Οι δημοσκοπήσεις καταγράφουν σημαντική δυσαρέσκεια, αλλά δεν αποτελούν εκλογικά αποτελέσματα.

Η τελική κατανομή των εδρών θα εξαρτηθεί από τη συμμετοχή, τις επιμέρους εκλογικές περιφέρειες, την κινητοποίηση των κομματικών βάσεων και τις επιλογές των αναποφάσιστων.

Επομένως, η ανησυχία για τη διαφθορά δεν μπορεί να μεταφραστεί αυτόματα σε συγκεκριμένη εκλογική έκβαση.

Το πραγματικό ερώτημα πίσω από τον «βάλτο»

Η ανάλυση των Financial Times θέτει ένα ευρύτερο ζήτημα για την αμερικανική πολιτική.

Η οικονομική δυσφορία δεν συνδέεται μόνο με το ύψος των τιμών ή των μισθών.

Συνδέεται επίσης με την αντίληψη των πολιτών για το εάν οι κανόνες της οικονομίας εφαρμόζονται με τον ίδιο τρόπο για όλους.

Οι καταγγελίες περί σύγκρουσης συμφερόντων αποκτούν μεγαλύτερη πολιτική βαρύτητα όταν συνυπάρχουν με δυσκολίες στην καθημερινή ζωή.

Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε επιχειρηματική συναλλαγή συνιστά διαφθορά ούτε ότι κάθε πολιτική κατηγορία είναι τεκμηριωμένη.

Σημαίνει, όμως, ότι η διαφάνεια και η δυνατότητα ανεξάρτητου ελέγχου αποτελούν κρίσιμα στοιχεία της εμπιστοσύνης προς τη δημόσια εξουσία.

Ο Ντόναλντ Τραμπ ανέδειξε το σύνθημα της καταπολέμησης του πολιτικού κατεστημένου σε βασικό στοιχείο της πολιτικής του ταυτότητας. Σήμερα, η ίδια συζήτηση επανέρχεται με ερωτήματα για τις σχέσεις ανάμεσα στην προεδρία, την επιχειρηματική δραστηριότητα και την κυβερνητική λογοδοσία.

Οι κάλπες της 3ης Νοεμβρίου θα καταγράψουν τις πολιτικές επιλογές των Αμερικανών σε ένα περιβάλλον όπου η ακρίβεια, η διεθνής πολιτική και η εμπιστοσύνη στους θεσμούς συνυπάρχουν ως βασικά ζητήματα.

Το βαθύτερο διακύβευμα ξεπερνά την επόμενη εκλογική αναμέτρηση.

Αφορά το κατά πόσο οι πολίτες πιστεύουν ότι η δημόσια εξουσία λειτουργεί προς όφελος της κοινωνίας συνολικά και όχι προς όφελος όσων διαθέτουν τη μεγαλύτερη οικονομική και πολιτική επιρροή.

Πηγή: pagenews.gr

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο