Τρεις πολιτικοί ηγέτες, τρεις διαφορετικές χώρες και ένα κοινό ερώτημα: πώς διατηρείται η πολιτική επιρροή όταν η ηλικία, η φθορά της εξουσίας και η δυσαρέσκεια των ψηφοφόρων γίνονται όλο και πιο αισθητές;
Οι τελευταίες εκλογικές εξελίξεις στη Βραζιλία και στο Ισραήλ προσφέρουν δύο διαφορετικά παραδείγματα πολιτικής ανθεκτικότητας, τα οποία αποκτούν ιδιαίτερη σημασία για τον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών, Ντόναλντ Τραμπ, λίγες ημέρες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές.
Στη Βραζιλία, ο Λουίς Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα, σε ηλικία 81 ετών, εξασφάλισε την Κυριακή 25 Οκτωβρίου μια τέταρτη προεδρική θητεία, ανατρέποντας την εκτίμηση ότι η χώρα ήταν έτοιμη να αφήσει πίσω της τον ιστορικό ηγέτη της Αριστεράς.
Στο Ισραήλ, ο Μπενιαμίν Νετανιάχου, 77 ετών, είδε τον συνασπισμό του να χάνει την κοινοβουλευτική πλειοψηφία στις εκλογές της 27ης Οκτωβρίου. Ωστόσο, το αδιέξοδο στη συγκρότηση νέας κυβέρνησης διατηρεί τον ίδιο κεντρικό παράγοντα των μετεκλογικών εξελίξεων.
Οι δύο περιπτώσεις έχουν σημαντικές διαφορές.
Ο Λούλα πέτυχε καθαρή εκλογική νίκη. Ο Νετανιάχου, αντίθετα, βρίσκεται αντιμέτωπος με μια περίπλοκη διαδικασία σχηματισμού κυβέρνησης, χωρίς εξασφαλισμένη πλειοψηφία.
Αυτό που τους συνδέει είναι η ικανότητα να διατηρούν ισχυρή πολιτική ταυτότητα και πιστούς υποστηρικτές ύστερα από δεκαετίες δημόσιας παρουσίας.
Σε ανάλυσή του στο POLITICO Magazine, ο πολιτικός αρθρογράφος Αλεξάντερ Μπερνς (Alexander Burns) εξετάζει τι θα μπορούσε να διδαχθεί ο Τραμπ από τις δύο αυτές αναμετρήσεις.
Το κοινό στοιχείο δύο ηγετών που δεν μοιάζουν μεταξύ τους
Ο Λούλα και ο Νετανιάχου εκπροσωπούν σχεδόν αντίθετες πολιτικές παραδόσεις.
Ο πρώτος προέρχεται από το συνδικαλιστικό κίνημα και έχει οικοδομήσει την πολιτική του διαδρομή γύρω από τις κοινωνικές ανισότητες, την αναδιανομή εισοδήματος και την εκπροσώπηση των εργαζομένων.
Ο δεύτερος έχει συνδέσει την πολιτική του ταυτότητα με την ασφάλεια του Ισραήλ, την αντιμετώπιση περιφερειακών απειλών και τη συσπείρωση της ισραηλινής Δεξιάς.
Οι πολιτικές τους προτεραιότητες διαφέρουν ουσιαστικά.
Ωστόσο, και οι δύο διαθέτουν ένα χαρακτηριστικό που αναδεικνύει το POLITICO: έχουν δημιουργήσει πολιτικούς συνασπισμούς οι οποίοι δεν στηρίζονται αποκλειστικά σε ένα εκλογικό πρόγραμμα, αλλά και σε μια μακροχρόνια σχέση ταύτισης με τους υποστηρικτές τους.
Για σημαντικό μέρος της εκλογικής τους βάσης, δεν αποτελούν απλώς εκπροσώπους ενός κόμματος.
Συμβολίζουν συγκεκριμένες κοινωνικές, εθνικές ή πολιτικές ταυτότητες.
Η σχέση αυτή εξηγεί γιατί η φθορά, οι αντιπαραθέσεις και οι πολιτικές κρίσεις δεν οδηγούν απαραίτητα στην εξαφάνιση της επιρροής τους.
Βραζιλία: Ο Λούλα επέστρεψε στην οικονομία της καθημερινότητας
Στην περίπτωση της Βραζιλίας, το στοιχείο που ξεχωρίζει είναι η οικονομική ατζέντα.
Ο Λούλα ενίσχυσε κοινωνικές παροχές και έθεσε στο επίκεντρο της εκστρατείας του προτάσεις που αφορούν άμεσα την καθημερινότητα των εργαζομένων.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονταν η αύξηση επιδομάτων, η προοπτική δωρεάν δημόσιων μεταφορών τα Σαββατοκύριακα και η υποστήριξη μικρότερης εβδομάδας εργασίας.
Οι προτάσεις αυτές συνδέθηκαν με ένα γνώριμο πολιτικό αφήγημα: ότι η οικονομική ανάπτυξη πρέπει να μεταφράζεται σε συγκεκριμένα οφέλη για τα χαμηλότερα και μεσαία εισοδήματα.
Ο Βραζιλιάνος πρόεδρος δεν επιχείρησε να παρουσιάσει μια εντελώς νέα πολιτική ταυτότητα.
Αντίθετα, επανέφερε στο προσκήνιο τα χαρακτηριστικά που είχαν καθορίσει την πολιτική του άνοδο.
Σύμφωνα με την ανάλυση του Μπερνς, η στρατηγική αυτή επέτρεψε στον Λούλα να ενεργοποιήσει εκ νέου κοινωνικές και γεωγραφικές συμμαχίες που τον στηρίζουν επί δεκαετίες.
Η προεκλογική σύγκρουση με τον 45χρονο Φλάβιο Μπολσονάρου ανέδειξε επίσης τη σημασία της πολιτικής ταυτότητας.
Ο αντίπαλός του προκάλεσε αντιδράσεις όταν αναφέρθηκε υποτιμητικά σε ατύχημα που είχε υποστεί ο Λούλα ως νεαρός μεταλλεργάτης.
Κατά την ερμηνεία του POLITICO, το σχόλιο ενδέχεται να ενίσχυσε την αντίληψη ότι ο Μπολσονάρου αντιμετώπιζε περιφρονητικά την εργατική καταγωγή του αντιπάλου του.
Η εκλογική νίκη του Λούλα, πάντως, δεν μπορεί να αποδοθεί σε ένα μεμονωμένο περιστατικό.
Αποτελεί αποτέλεσμα ευρύτερων πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών παραγόντων.
Ισραήλ: Ο Νετανιάχου και η στρατηγική της ασφάλειας
Στο Ισραήλ, η προεκλογική στρατηγική του Μπενιαμίν Νετανιάχου κινήθηκε σε εντελώς διαφορετική κατεύθυνση.
Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός έδωσε έμφαση στην απειλή από το Ιράν, στην εθνική ασφάλεια και στις συνέπειες που, σύμφωνα με τον ίδιο, θα μπορούσε να έχει μια αλλαγή κυβέρνησης.
Στο πλαίσιο της εκστρατείας του, δημοσιοποίησε ακόμη και εικόνα δημιουργημένη με τεχνητή νοημοσύνη, η οποία απεικόνιζε πυρηνικό πλήγμα στο Τελ Αβίβ.
Η χρήση μιας τέτοιας εικόνας αποτέλεσε μέρος της προεκλογικής του επικοινωνίας και δεν συνιστούσε πραγματική απεικόνιση γεγονότος.
Ο Νετανιάχου κατηγόρησε τους αντιπάλους του ότι δεν διαθέτουν την απαιτούμενη αποφασιστικότητα απέναντι στο Ιράν.
Παράλληλα, χρησιμοποίησε ιδιαίτερα σκληρή ρητορική απέναντι στα αραβικά κόμματα του Ισραήλ.
Η στρατηγική του στηρίχθηκε στην ανάδειξη της ασφάλειας ως καθοριστικού κριτηρίου πολιτικής επιλογής.
Ωστόσο, το εκλογικό αποτέλεσμα δεν του εξασφάλισε αυτοδύναμη κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Ο δεξιός συνασπισμός του συγκέντρωσε τις περισσότερες έδρες ως πολιτικό μπλοκ, χωρίς να διαθέτει τις 61 που απαιτούνται στην Κνεσέτ των 120 εδρών.
Η αντιπολίτευση, από την άλλη πλευρά, δεν διαθέτει επίσης εξασφαλισμένη διαδρομή προς μια βιώσιμη κυβερνητική πλειοψηφία.
Το ισραηλινό αδιέξοδο και η πολιτική ανθεκτικότητα
Η κατάσταση στο Ισραήλ αποκαλύπτει μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στην εκλογική νίκη και στην πολιτική επιβίωση.
Ο Νετανιάχου δεν πέτυχε τον βασικό στόχο της εξασφάλισης πλειοψηφίας.
Παραμένει, όμως, πρωθυπουργός σε υπηρεσιακή βάση όσο συνεχίζονται οι διαδικασίες σχηματισμού κυβέρνησης.
Οι διαπραγματεύσεις μπορεί να οδηγήσουν σε κυβερνητικό συνασπισμό ή σε νέα πολιτική αβεβαιότητα.
Το Reuters επισημαίνει ότι η εξέλιξη έχει άμεσες συνέπειες για τις σχέσεις ΗΠΑ–Ισραήλ, ιδιαίτερα λόγω της σύγκρουσης με το Ιράν και των εξελίξεων στη Γάζα.
Ο Τραμπ είχε υποστηρίξει δημόσια τον Νετανιάχου πριν από τις εκλογές.
Μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων, δήλωσε ότι ο Ισραηλινός πρωθυπουργός τα πήγε «πολύ καλά».
Η αμερικανική κυβέρνηση παρακολουθεί πλέον τις διαπραγματεύσεις για τη νέα κυβέρνηση, καθώς η πολιτική σταθερότητα στο Ισραήλ επηρεάζει κρίσιμες αποφάσεις για την περιοχή.
Το δίδαγμα που αναδεικνύει η ανάλυση του POLITICO δεν είναι ότι ο Νετανιάχου κέρδισε τις εκλογές.
Είναι ότι η απώλεια της πλειοψηφίας δεν συνεπάγεται αυτομάτως και απώλεια κάθε πολιτικής επιρροής.
Τι διαφέρει στην περίπτωση του Ντόναλντ Τραμπ
Ο Αλεξάντερ Μπερνς υποστηρίζει ότι ο Τραμπ αντιμετωπίζει ένα διαφορετικό πρόβλημα από εκείνα που αντιμετώπισαν ο Λούλα και ο Νετανιάχου.
Ο Αμερικανός πρόεδρος επέστρεψε στον Λευκό Οίκο το 2025 έχοντας οικοδομήσει μια πολιτική ταυτότητα γύρω από την αντιμετώπιση του πληθωρισμού, την αντίθεση στους παρατεταμένους πολέμους και την αμφισβήτηση του πολιτικού κατεστημένου.
Σήμερα, όμως, η δεύτερη θητεία του χαρακτηρίζεται από επιλογές που έχουν προκαλέσει αντιπαράθεση ακόμη και μέσα στη δική του πολιτική βάση.
Ο παγκόσμιος εμπορικός πόλεμος, οι φορολογικές και δημοσιονομικές αλλαγές του One Big Beautiful Bill Act και η αμερικανική εμπλοκή στη σύγκρουση με το Ιράν αποτελούν κεντρικά στοιχεία αυτής της συζήτησης.
Κατά τον αρθρογράφο του POLITICO, οι συγκεκριμένες επιλογές έχουν επιβαρύνει το κόστος υγειονομικής περίθαλψης, καταναλωτικών αγαθών και ενέργειας.
Πρόκειται για αξιολόγηση του αρθρογράφου σχετικά με τις οικονομικές συνέπειες της κυβερνητικής πολιτικής, όχι για ένα ενιαίο συμπέρασμα που αποδίδει κάθε αύξηση τιμών αποκλειστικά στις αποφάσεις του Τραμπ.
Η κυβέρνηση, από την πλευρά της, προβάλλει την οικονομική ανάπτυξη και τις φορολογικές αλλαγές ως στοιχεία της πολιτικής της.
Η αντίφαση ανάμεσα στις υποσχέσεις του 2024 και στον πόλεμο με το Ιράν
Ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα αφορά την εξωτερική πολιτική.
Στην εκστρατεία του 2024, ο Τραμπ είχε καταγγείλει τις παρατεταμένες αμερικανικές στρατιωτικές εμπλοκές και είχε υποσχεθεί να αποφύγει νέους πολέμους.
Η σύγκρουση με το Ιράν δημιούργησε μια νέα πραγματικότητα.
Ο πόλεμος, που διαρκεί ήδη οκτώ μήνες, έχει διαταράξει τις διεθνείς ενεργειακές προμήθειες και έχει συμβάλει στην άνοδο των τιμών των καυσίμων.
Η εξέλιξη αυτή έχει προκαλέσει αντιπαράθεση και στο εσωτερικό του κινήματος MAGA.
Μέρος των υποστηρικτών του προέδρου θεωρεί ότι η αμερικανική εμπλοκή αντιβαίνει στην προεκλογική υπόσχεση αποφυγής νέων στρατιωτικών περιπετειών.
Άλλοι υποστηρίζουν ότι η αντιμετώπιση του Ιράν αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την αμερικανική και περιφερειακή ασφάλεια.
Ο Τραμπ έχει κατά καιρούς προειδοποιήσει για σοβαρές απειλές από την Τεχεράνη, ενώ παράλληλα έχει αφήσει να εννοηθεί ότι η σύγκρουση μπορεί να ολοκληρωθεί μετά τις εκλογές του Νοεμβρίου.
Οι διαφορετικές αυτές τοποθετήσεις αποτελούν αντικείμενο κριτικής από πολιτικούς αντιπάλους και αναλυτές.
Το οικονομικό πρόβλημα: Ανάπτυξη χωρίς αίσθηση ευημερίας
Η αμερικανική οικονομία κατέγραψε ανάπτυξη 3,4% σε ετησιοποιημένη βάση το τρίτο τρίμηνο του 2026, ξεπερνώντας τις προβλέψεις των αναλυτών.
Το στοιχείο αυτό προσφέρει στην κυβέρνηση ένα σημαντικό οικονομικό επιχείρημα.
Ωστόσο, οι μακροοικονομικοί δείκτες δεν αποτυπώνουν πάντα πλήρως την οικονομική εμπειρία των νοικοκυριών.
Οι υψηλές τιμές της ενέργειας, της στέγασης και των υπηρεσιών εξακολουθούν να αποτελούν πηγές πίεσης.
Η ισχυρή ανάπτυξη δεν σημαίνει ότι όλες οι κοινωνικές ομάδες ωφελούνται με τον ίδιο τρόπο.
Εδώ εντοπίζεται μια ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στην πολιτική στρατηγική του Λούλα και στην κριτική που ασκεί το POLITICO στον Τραμπ.
Ο Λούλα συνέδεσε την εκλογική του εκστρατεία με συγκεκριμένες υποσχέσεις για τα εισοδήματα και τις δημόσιες υπηρεσίες.
Ο Τραμπ προβάλλει την οικονομική επίδοση της κυβέρνησής του, αλλά αντιμετωπίζει ερωτήματα για το πώς μεταφράζεται αυτή η επίδοση στην καθημερινότητα των πολιτών.
Η επιταγή των 5.000 δολαρίων και οι αντιδράσεις των Ρεπουμπλικανών
Στην προσπάθειά του να αναδείξει οικονομικές παροχές, ο Τραμπ έχει αναφερθεί στην ιδέα χορήγησης επιταγών ύψους 5.000 δολαρίων προς Αμερικανούς πολίτες, υπό την προϋπόθεση ότι οι Ρεπουμπλικανοί θα διατηρήσουν τον έλεγχο του Κογκρέσου.
Η πρόταση, ωστόσο, προκάλεσε αντιδράσεις και μέσα στο ίδιο το κόμμα.
Ρεπουμπλικανοί νομοθέτες εξέφρασαν επιφυλάξεις για το δημοσιονομικό κόστος της.
Δεν πρόκειται για εγκεκριμένο πρόγραμμα πληρωμών.
Η ιδέα αποτελεί πολιτική πρόταση που θα απαιτούσε περαιτέρω νομοθετικές και δημοσιονομικές αποφάσεις.
Ο πρόεδρος έχει επίσης ανακοινώσει πρωτοβουλίες για συγκεκριμένες πολιτείες, όπως χρηματοδότηση ενεργειακών υποδομών στην Αλάσκα και δασμολογικές εξαιρέσεις στο Μέιν.
Ο Μπερνς υποστηρίζει ότι οι αποσπασματικές αυτές πρωτοβουλίες δεν συνιστούν από μόνες τους ένα ενιαίο εθνικό πολιτικό αφήγημα.
Το μήνυμα κατά των Δημοκρατικών
Σύμφωνα με το POLITICO, ένα από τα πιο σταθερά στοιχεία της προεκλογικής ρητορικής του Τραμπ είναι η επίθεση στους Δημοκρατικούς.
Ο Αμερικανός πρόεδρος χρησιμοποιεί σκληρούς χαρακτηρισμούς για τους πολιτικούς αντιπάλους του και παρουσιάζει τις επιλογές τους ως απειλή για την οικονομία, την ασφάλεια και την πολιτική κατεύθυνση της χώρας.
Ωστόσο, η ανάλυση του Μπερνς επισημαίνει ότι οι προεκλογικές εμφανίσεις του προέδρου συχνά συνδυάζουν διαφορετικά θέματα χωρίς ένα σαφές, ενιαίο μήνυμα.
Ο Τραμπ αναφέρεται στην οικονομία, στην εξωτερική πολιτική, σε τοπικούς υποψηφίους και σε προσωπικές αντιπαραθέσεις.
Ο αρθρογράφος αντιπαραβάλλει αυτή την επικοινωνιακή προσέγγιση με τη συνεχή έμφαση που έδωσαν ο Λούλα και ο Νετανιάχου σε συγκεκριμένες προτεραιότητες.
Ο Λούλα επέμεινε στην οικονομική ασφάλεια των εργαζομένων.
Ο Νετανιάχου επέμεινε στην εθνική ασφάλεια και στην απειλή από το Ιράν.
Η σύγκριση αφορά τη συνοχή της πολιτικής επικοινωνίας και όχι την ηθική ή πολιτική ισοδυναμία των επιλογών τους.
Η κρίσιμη διαφορά: Συσπείρωση της βάσης ή αναζήτηση νέων ψηφοφόρων;
Η ανάλυση του POLITICO αναδεικνύει ένα ευρύτερο δίλημμα που αντιμετωπίζουν πολλοί πολιτικοί ηγέτες.
Η έντονη συσπείρωση ενός σταθερού εκλογικού πυρήνα μπορεί να διατηρεί σημαντική πολιτική επιρροή, αλλά δεν εξασφαλίζει αυτομάτως ευρύτερη εκλογική πλειοψηφία.
Αυτό φάνηκε ιδιαίτερα καθαρά στο Ισραήλ.
Ο Νετανιάχου διατήρησε ισχυρή εκλογική παρουσία, χωρίς όμως να εξασφαλίσει τις απαιτούμενες 61 έδρες.
Στη Βραζιλία, ο Λούλα κατόρθωσε να συνδυάσει την κινητοποίηση της παραδοσιακής του βάσης με μια εκλογική νίκη σε εθνικό επίπεδο.
Οι διαφορετικές αυτές εξελίξεις δείχνουν ότι η διατήρηση πολιτικής ταυτότητας και η συγκρότηση πλειοψηφίας είναι δύο συναφή αλλά διακριτά ζητήματα.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η κατάσταση είναι ακόμη πιο σύνθετη, επειδή οι ενδιάμεσες εκλογές δεν αποτελούν άμεση αναμέτρηση για την προεδρία.
Οι πολίτες εκλέγουν μέλη της Βουλής των Αντιπροσώπων και της Γερουσίας, ενώ το αποτέλεσμα επηρεάζεται από τοπικούς υποψηφίους, πολιτειακές ιδιαιτερότητες και εθνικά ζητήματα.
Το Ιράν συνδέει την αμερικανική κάλπη με το ισραηλινό αδιέξοδο
Η σύγκριση Τραμπ–Νετανιάχου αποκτά πρόσθετη σημασία λόγω της στρατιωτικής σύγκρουσης με το Ιράν.
Οι δύο ηγέτες έχουν συνεργαστεί στενά στην αντιμετώπιση της Τεχεράνης.
Ο Τραμπ είχε δηλώσει στις 18 Οκτωβρίου ότι επιθυμούσε την παραμονή του Νετανιάχου στην εξουσία ώστε να ολοκληρωθεί η προσπάθεια εναντίον του Ιράν.
Ωστόσο, το αβέβαιο αποτέλεσμα των ισραηλινών εκλογών περιπλέκει τη διαδικασία λήψης αποφάσεων.
Το Reuters επισημαίνει ότι μια νέα κλιμάκωση θα επηρέαζε τις περιφερειακές ισορροπίες, τις ενεργειακές αγορές και την αμερικανική εσωτερική πολιτική.
Η κυβέρνηση Τραμπ καλείται να συνδυάσει την πολιτική ασφάλειας με την ανάγκη αντιμετώπισης του υψηλού κόστους καυσίμων.
Παράλληλα, η συζήτηση για τη Γάζα και τη Δυτική Όχθη εξακολουθεί να επηρεάζει τη διεθνή θέση του Ισραήλ και την αμερικανική πολιτική αντιπαράθεση.
Οι εξελίξεις αυτές δείχνουν ότι η εξωτερική πολιτική δεν λειτουργεί ανεξάρτητα από την οικονομία και τις εκλογικές προτεραιότητες.
Τι πραγματικά δείχνουν οι τρεις πολιτικές διαδρομές
Η σύγκριση Λούλα, Νετανιάχου και Τραμπ δεν οδηγεί σε ένα ενιαίο συμπέρασμα για το πώς πρέπει να κυβερνά ένας πολιτικός ηγέτης.
Οι τρεις χώρες διαθέτουν διαφορετικά πολιτεύματα, διαφορετικά εκλογικά συστήματα και διαφορετικές κοινωνικές συνθήκες.
Στη Βραζιλία, η αναμέτρηση αφορούσε την προεδρία.
Στο Ισραήλ, η κατανομή των εδρών καθορίζει τις δυνατότητες σχηματισμού κυβερνητικού συνασπισμού.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι ενδιάμεσες εκλογές καθορίζουν τη σύνθεση του Κογκρέσου, χωρίς να αλλάζουν τον πρόεδρο.
Υπάρχουν, όμως, ορισμένα κοινά στοιχεία που αξίζει να εξεταστούν.
Η μακροχρόνια πολιτική παρουσία μπορεί να δημιουργεί ισχυρούς δεσμούς με συγκεκριμένες ομάδες ψηφοφόρων.
Οι οικονομικές συνθήκες επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο αξιολογούνται οι κυβερνητικές επιλογές.
Η εξωτερική πολιτική μπορεί να ενισχύει ή να επιβαρύνει την εσωτερική πολιτική ατζέντα.
Και η προσωπική επιρροή ενός ηγέτη δεν ταυτίζεται πάντα με την ικανότητα συγκρότησης κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας.
Η 3η Νοεμβρίου και τα δύο χρόνια που απομένουν
Οι ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου θα καθορίσουν τον συσχετισμό δυνάμεων στο αμερικανικό Κογκρέσο.
Το αποτέλεσμά τους θα επηρεάσει τη δυνατότητα του Λευκού Οίκου να προωθεί νομοθετικές πρωτοβουλίες, να εξασφαλίζει χρηματοδότηση και να αντιμετωπίζει τον κοινοβουλευτικό έλεγχο.
Δεν θα καθορίσει, όμως, από μόνο του το σύνολο της πολιτικής πορείας του Ντόναλντ Τραμπ.
Ο πρόεδρος θα παραμείνει στον Λευκό Οίκο μέχρι τη λήξη της θητείας του τον Ιανουάριο του 2029, ανεξάρτητα από την κατανομή των εδρών στις ενδιάμεσες εκλογές.
Ο Μπερνς επισημαίνει ότι ακόμη και μια σοβαρή εκλογική αποτυχία των Ρεπουμπλικανών θα άφηνε στον Τραμπ περίπου δύο χρόνια για να αναπροσαρμόσει τις πολιτικές του προτεραιότητες.
Αυτό αποτελεί πολιτική δυνατότητα και όχι πρόβλεψη ότι μια τέτοια αναπροσαρμογή θα αποδώσει.
Η εμπειρία του Λούλα δείχνει ότι ένας ηγέτης μπορεί να επανέλθει εκλογικά ύστερα από μακρά περίοδο πολιτικών συγκρούσεων.
Η περίπτωση Νετανιάχου δείχνει ότι ένας πολιτικός μπορεί να παραμένει κεντρικός παράγοντας ακόμη και όταν δεν διαθέτει κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Το συμπέρασμα της ανάλυσης του POLITICO είναι ότι η πολιτική φθορά δεν συνεπάγεται αυτομάτως πολιτικό τέλος. Για τον Τραμπ, το ερώτημα δεν είναι μόνο τι θα συμβεί στις κάλπες της 3ης Νοεμβρίου, αλλά και πώς θα διαμορφώσει την πολιτική του ατζέντα στη συνέχεια.
Πηγή: pagenews.gr
