Οι κυβερνήσεις ανανέωσαν στο Ερεβάν τις δεσμεύσεις για το 2030, αλλά δεν έλυσαν τη διαφωνία για τον λογαριασμό — Η σύγκρουση παλαιών δωρητών και αναδυόμενων οικονομιών, οι νέες υποσχέσεις χρηματοδότησης και το κενό των $700 δισ.
Οι πυρκαγιές, οι πλημμύρες και η απειλή εξαφάνισης ειδών δεν αρκούσαν για να κλείσουν τη σημαντικότερη εκκρεμότητα της παγκόσμιας προσπάθειας προστασίας της φύσης: ποιος πληρώνει, πόσα και με ποιες υποχρεώσεις.
Η COP17 για τη βιοποικιλότητα, που ολοκληρώθηκε το Σάββατο στο Ερεβάν της Αρμενίας, κατέληξε σε νέα δέσμευση επιτάχυνσης της εφαρμογής των στόχων του 2030. Άφησε, ωστόσο, ανοιχτή τη βαθιά διαφωνία για τη διεύρυνση της βάσης των χωρών που χρηματοδοτούν τη διατήρηση και αποκατάσταση των οικοσυστημάτων.
Το αποτέλεσμα διατήρησε ζωντανή την πολυμερή συνεργασία, χωρίς να εξασφαλίσει τους πόρους που απαιτούνται για την υλοποίηση των υποσχέσεων.
Η δυσκολία του συμβιβασμού αποτυπώθηκε στη δήλωση μέλους της ελβετικής αντιπροσωπείας πριν από την υιοθέτηση του κειμένου:
«Εάν είμαστε αμοιβαία δυσαρεστημένοι, αυτό είναι πιθανότατα το πλησιέστερο που μπορούμε να φτάσουμε σε αυτούς τους ιδιαίτερα λεπτούς συμβιβασμούς».
Η συμφωνία για επιτάχυνση και η εκκρεμότητα των χρημάτων
Μετά από δύο εβδομάδες διαπραγματεύσεων, οι χώρες συμφώνησαν να επιταχύνουν την εφαρμογή του Παγκόσμιου Πλαισίου για τη Βιοποικιλότητα, αντιμετωπίζοντας τα κενά και τα εμπόδια που καθυστερούν την πρόοδο.
Οι βασικοί στόχοι παραμένουν η προστασία του 30% των χερσαίων και θαλάσσιων περιοχών έως το 2030 και η κινητοποίηση τουλάχιστον 200 δισ. δολαρίων ετησίως για τη βιοποικιλότητα μέχρι το τέλος της δεκαετίας.
Οι στόχοι αυτοί, όμως, απέχουν από την πραγματική χρηματοδοτική εικόνα. Ο ΟΗΕ έχει προσδιορίσει ετήσιο χρηματοδοτικό κενό για τη βιοποικιλότητα της τάξης των 700 δισ. δολαρίων.
Τα δύο ποσά αφορούν διαφορετικά μεγέθη: ο στόχος των 200 δισ. αφορά την κινητοποίηση χρηματοδότησης, ενώ το ευρύτερο κενό περιγράφει την απόσταση που πρέπει να καλυφθεί για την προστασία της φύσης.
Η σύγκρουση: Ιστορική ευθύνη ή σημερινή οικονομική ισχύς;
Στον πυρήνα του αδιεξόδου βρίσκεται η κατανομή της οικονομικής ευθύνης.
Χώρες που χρηματοδοτούν διαχρονικά την εφαρμογή της Σύμβασης για τη Βιολογική Ποικιλότητα —μεταξύ αυτών ο Καναδάς, η Αυστραλία, η Ιαπωνία, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ελβετία, η Νορβηγία και ευρωπαϊκά κράτη— ζητούν να συνεισφέρουν περισσότερο και άλλες οικονομικά ισχυρές χώρες.
Η θέση τους είναι ότι η σημερινή κατανομή της οικονομικής ισχύος διαφέρει σημαντικά από εκείνη της δεκαετίας του 1990.
«Όλοι γνωρίζουμε ότι χρειαζόμαστε περισσότερους πόρους για να διασφαλίσουμε την αποτελεσματική εφαρμογή του Παγκόσμιου Πλαισίου για τη Βιοποικιλότητα», δήλωσε η επίτροπος Περιβάλλοντος της ΕΕ, Τζέσικα Ρόσγουολ.
Απέναντι σε αυτή την προσέγγιση, χώρες όπως η Κίνα, η Σαουδική Αραβία, η Ρωσία και η Αργεντινή αντιτάχθηκαν στη χρήση εισοδηματικών κριτηρίων για τον προσδιορισμό των χρηματοδοτικών υποχρεώσεων.
Η αντιπαράθεση συνδέεται με το κατά πόσο η σημερινή οικονομική δυνατότητα πρέπει να μεταφράζεται σε νέες υποχρεώσεις, αλλά και με την ιστορική ευθύνη των ανεπτυγμένων οικονομιών για την περιβαλλοντική υποβάθμιση.
Το ερώτημα του Παναμά για τα πλούσια πετρελαιοπαραγωγά κράτη
Η διαφωνία προκάλεσε αντιδράσεις και από χώρες που προσδοκούν περισσότερους πόρους για τη διατήρηση των οικοσυστημάτων τους.
Ο υπουργός Περιβάλλοντος του Παναμά, Χουάν Κάρλος Ναβάρο, αμφισβήτησε ευθέως την εξαίρεση οικονομικά ισχυρών κρατών από ευρύτερες υποχρεώσεις συνεισφοράς:
«Μου λέτε ότι πλούσια πετρελαιοπαραγωγά κράτη, τα οποία σε πολλές περιπτώσεις είναι πλουσιότερα από ορισμένους αρχικούς δωρητές […] δεν θα έπρεπε να συνεισφέρουν στο ταμείο;»
Η τελική συμβιβαστική κατεύθυνση ήταν η αναγνώριση ότι οι συνεισφορές περισσότερων χωρών θα ενίσχυαν τη χρηματοδότηση, μαζί με πρόσκληση για εθελοντική συμμετοχή.
Έτσι διατηρήθηκε η συναίνεση, χωρίς να συμφωνηθεί ένας νέος δεσμευτικός τρόπος κατανομής του βάρους.
Νέες δεσμεύσεις $1,8 δισ., αλλά διαφορετική κλίμακα αναγκών
Στη διάρκεια της διάσκεψης ανακοινώθηκαν χρηματοδοτικές δεσμεύσεις περίπου 1,8 δισ. δολαρίων για την προστασία της φύσης.
Η κινητοποίηση αυτή αποτελεί θετική εξέλιξη, αλλά δεν εξαλείφει το πρόβλημα των σταθερών και επαρκών ροών χρηματοδότησης. Οι νέες υποσχέσεις πρέπει να μετατραπούν σε διαθέσιμους πόρους και στη συνέχεια σε έργα με μετρήσιμα αποτελέσματα.
Παράλληλα, παραμένει ανοιχτό το ζήτημα της προσέλκυσης περισσότερων επιχειρήσεων στο Cali Fund, το χρηματοδοτικό όχημα που δημιουργήθηκε το 2024 για την κινητοποίηση ιδιωτικών πόρων υπέρ της βιοποικιλότητας.
Το ερώτημα αφορά πλέον και τον ιδιωτικό τομέα: πώς επιχειρήσεις που αξιοποιούν οικονομικά τη φύση θα συμβάλουν ουσιαστικότερα στη διατήρησή της.
Οι επιδοτήσεις που χρηματοδοτούν την υποβάθμιση
Η διάσκεψη ανέδειξε επίσης την ανάγκη αλλαγής των οικονομικών κινήτρων.
Οι κυβερνήσεις αναγνώρισαν ότι πρέπει να περιοριστούν οι επιδοτήσεις προς δραστηριότητες που βλάπτουν τη φύση και να ενισχυθούν τα κίνητρα για όσες την προστατεύουν.
Η σημασία της παρέμβασης είναι διπλή: να αυξηθούν τα χρήματα που κατευθύνονται στην αποκατάσταση και να μειωθούν εκείνα που στηρίζουν την καταστροφή οικοσυστημάτων.
«Η μεταρρύθμιση των κινήτρων μετακινήθηκε από το περιθώριο στο επίκεντρο της ατζέντας για τη βιοποικιλότητα», δήλωσε η Έβα Ζάμπεϊ, διευθύνουσα σύμβουλος της συμμαχίας Business for Nature.
Πού καταγράφηκε πρόοδος
Παρά τη χρηματοδοτική διαφωνία, οι διαπραγματεύσεις απέδωσαν αποφάσεις για την ενίσχυση του ρόλου των πόλεων και των τοπικών κυβερνήσεων, τη βελτίωση της πρόσβασής τους στη χρηματοδότηση, την επιστημονική συνεργασία και την ανάπτυξη ικανοτήτων εφαρμογής.
Αναγνωρίστηκε επίσης η ανάγκη περαιτέρω προστασίας των θαλάσσιων οικοσυστημάτων.
Η εκτελεστική διευθύντρια του Περιβαλλοντικού Προγράμματος του ΟΗΕ, Ίνγκερ Άντερσεν, παρουσίασε τον συμβιβασμό ως επιβεβαίωση της αξίας της διεθνούς συνεργασίας:
«Οι χώρες ενώθηκαν, βρήκαν το πνεύμα του συμβιβασμού και μας επέτρεψαν να συμφωνήσουμε σε σημαντικές αποφάσεις που θα στηρίξουν πραγματική πρόοδο για τους ανθρώπους και τον πλανήτη».
Η επόμενη δοκιμασία μέχρι την COP του 2028
Οι εκκρεμότητες μεταφέρονται στην περίοδο μέχρι την επόμενη διάσκεψη, το 2028 στον Ισημερινό. Στο μεταξύ, οι κυβερνήσεις καλούνται να εφαρμόσουν τις εθνικές στρατηγικές τους, να εξασφαλίσουν χρηματοδότηση και να αντιμετωπίσουν επιδοτήσεις που υπονομεύουν τους ίδιους τους στόχους τους.
Οι περιβαλλοντικές οργανώσεις αναγνώρισαν τη σημασία της συμφωνίας, διατηρώντας έντονη κριτική για την απόσταση μεταξύ προθέσεων και εφαρμογής.
Η Αν Λάμπρεχτς, ειδικός πολιτικής βιοποικιλότητας της Greenpeace International, συνόψισε τις εκκρεμότητες:
«Οι πολιτικές υποσχέσεις που δόθηκαν στο Ερεβάν εκφράζουν καλές προθέσεις, αλλά δεν θα εξαλείψουν βασικά εμπόδια εφαρμογής, όπως η ανεπαρκής χρηματοδότηση, οι δημοσιονομικοί περιορισμοί και το χρέος, τα σχεδόν άδεια ταμεία του Cali Fund και η επείγουσα μεταρρύθμιση των επιβλαβών επιδοτήσεων».
Πηγή: pagenews.gr
