Μια φαινομενικά εκπαιδευτική διαφορά εξελίσσεται σε σοβαρό πολιτικό και οικονομικό εμπόδιο στις προσπάθειες επαναπροσέγγισης της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τη Βρετανία μετά το Brexit.
Οι Βρυξέλλες αυξάνουν την πίεση προς το Λονδίνο, ζητώντας σαφείς εγγυήσεις ότι οι φοιτητές από τα κράτη-μέλη της ΕΕ θα μπορούν να σπουδάζουν στα βρετανικά πανεπιστήμια με σημαντικά χαμηλότερα δίδακτρα.
Το ζήτημα έχει αποκτήσει ιδιαίτερη βαρύτητα ενόψει της Συνόδου Κορυφής της 20ής Νοεμβρίου στις Βρυξέλλες, όπου ο Βρετανός πρωθυπουργός Άντι Μπέρναμ θα συναντηθεί με την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα.
Σύμφωνα με αποκλειστικό δημοσίευμα του Guardian, τουλάχιστον έξι κράτη-μέλη αντιτίθενται στην πρόταση να μετατεθεί η επίλυση του ζητήματος για μετά τη Σύνοδο.
Μάλιστα, αρκετές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις θεωρούν ότι, εάν δεν υπάρξει ουσιαστική συμφωνία για τα δίδακτρα, θα πρέπει να καθυστερήσει ακόμη και η εφαρμογή της ιδιαίτερα σημαντικής εμπορικής συμφωνίας για τα τρόφιμα και τα ποτά.
Η εξέλιξη αποκαλύπτει πόσο στενά συνδέονται πλέον οι διαπραγματεύσεις για την εκπαίδευση, την κινητικότητα των νέων, τη βιομηχανική πολιτική και το εμπόριο.
Η ΕΕ ζητά επιστροφή στα δίδακτρα πριν από το Brexit
Πριν από την αποχώρηση της Βρετανίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση, οι περισσότεροι Ευρωπαίοι φοιτητές είχαν πρόσβαση στα βρετανικά πανεπιστήμια με καθεστώς αντίστοιχο εκείνου των εγχώριων φοιτητών.
Μετά το Brexit, οι νέοι φοιτητές από την ΕΕ αντιμετωπίζονται κατά κανόνα ως διεθνείς σπουδαστές, με αποτέλεσμα να καταβάλλουν πολύ υψηλότερα δίδακτρα.
Η διαφορά είναι ιδιαίτερα μεγάλη.
Τα εγχώρια δίδακτρα στην Αγγλία διαμορφώνονται περίπου στις 9.790 στερλίνες ετησίως, ενώ οι χρεώσεις για διεθνείς φοιτητές μπορεί να είναι τέσσερις έως έξι φορές υψηλότερες, ανάλογα με το πανεπιστήμιο και το πρόγραμμα σπουδών.
Σε ορισμένα εξειδικευμένα προγράμματα κορυφαίων ιδρυμάτων, το κόστος μπορεί να ξεπεράσει ακόμη και τις 60.000 στερλίνες τον χρόνο.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιδιώκει να αποκατασταθεί η ίση μεταχείριση στα δίδακτρα για τους Ευρωπαίους που επιλέγουν βρετανικά πανεπιστήμια.
Το ζήτημα αφορά και την αντίστροφη κατεύθυνση: τη δυνατότητα των Βρετανών να σπουδάζουν σε πανεπιστήμια της ΕΕ με αντίστοιχους όρους.
Έξι κράτη-μέλη δεν θέλουν αναβολή
Η διαφωνία έγινε ιδιαίτερα εμφανής στη συνεδρίαση ανώτερων Ευρωπαίων διπλωματών την Τετάρτη 4 Νοεμβρίου.
Σύμφωνα με τον Guardian, τουλάχιστον έξι κράτη-μέλη απέρριψαν την ιδέα να μεταφερθεί η συμφωνία για τα δίδακτρα σε μεταγενέστερο στάδιο των διαπραγματεύσεων.
Οι κυβερνήσεις αυτές θεωρούν ότι η οικονομικά προσιτή πρόσβαση στα βρετανικά πανεπιστήμια αποτελεί βασικό στοιχείο της νέας συμφωνίας κινητικότητας των νέων.
Χωρίς ουσιαστική μείωση των διδάκτρων, υποστηρίζουν, το πρόγραμμα θα κινδυνεύει να προσφέρει περιορισμένες δυνατότητες στους νέους που επιθυμούν να σπουδάσουν στη Βρετανία.
Η ευρωπαϊκή πλευρά εξετάζει επίσης κατά πόσο θα πρέπει να συνδέσει την πρόοδο στο εκπαιδευτικό ζήτημα με την εφαρμογή άλλων συμφωνιών.
Πρόκειται για μια διαπραγματευτική προσέγγιση που αυξάνει το κόστος μιας πιθανής βρετανικής άρνησης.
Ωστόσο, δεν έχει ληφθεί συλλογική απόφαση της ΕΕ να μπλοκάρει τη συμφωνία για τα τρόφιμα. Η σύνδεση των δύο θεμάτων παραμένει αντικείμενο διαπραγμάτευσης.
Η συμφωνία των 5,1 δισ. στερλινών που κινδυνεύει να καθυστερήσει
Το σημαντικότερο οικονομικό διακύβευμα αφορά τη συμφωνία για τη μείωση των εμπορικών εμποδίων στα τρόφιμα, τα αγροτικά προϊόντα και τα ποτά.
Μετά το Brexit, οι βρετανικές επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν πρόσθετους υγειονομικούς ελέγχους, πιστοποιητικά και γραφειοκρατικές διαδικασίες κατά τις εξαγωγές προς την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η νέα συμφωνία αποσκοπεί στην απλούστευση αυτών των διαδικασιών μέσω μεγαλύτερης ευθυγράμμισης των βρετανικών κανόνων με το ευρωπαϊκό κανονιστικό πλαίσιο.
Μεταξύ των πρακτικών αλλαγών περιλαμβάνεται η μείωση των απαιτήσεων για κτηνιατρικά και φυτοϋγειονομικά πιστοποιητικά.
Για τους εξαγωγείς, αυτό μπορεί να σημαίνει χαμηλότερο κόστος, λιγότερες καθυστερήσεις και ευκολότερη πρόσβαση στην ευρωπαϊκή αγορά.
Η συμφωνία εκτιμάται ότι θα μπορούσε να αποφέρει στη βρετανική οικονομία περίπου 5,1 δισ. στερλίνες ετησίως, όταν εφαρμοστεί πλήρως.
Η έναρξη εφαρμογής της τοποθετείται στις αρχές του 2028, καθώς απαιτούνται νομοθετικές και διοικητικές προσαρμογές.
Το ενδεχόμενο να καθυστερήσει εξαιτίας της διαφωνίας για τα πανεπιστημιακά δίδακτρα προκαλεί ανησυχία στις επιχειρήσεις που αναμένουν τη μείωση των εμπορικών εμποδίων.
Το Λονδίνο ζητά ανταλλάγματα: Στο επίκεντρο το «Made in Europe»
Η βρετανική κυβέρνηση δεν απορρίπτει κατ’ αρχήν την προοπτική μείωσης των διδάκτρων για τους Ευρωπαίους φοιτητές.
Ωστόσο, επιδιώκει να εξασφαλίσει ουσιαστικά οικονομικά ανταλλάγματα.
Σύμφωνα με προηγούμενη αποκάλυψη του Guardian, το Λονδίνο εξετάζει τη δυνατότητα να διαθέσει έως 450 εκατ. στερλίνες ετησίως για την αντιστάθμιση των απωλειών που θα υποστούν τα πανεπιστήμια από τη μείωση των διδάκτρων.
Το ποσό αφορά ένα από τα ακριβότερα σενάρια που έχουν εξεταστεί και όχι εγκεκριμένη κυβερνητική δαπάνη.
Σε αντάλλαγμα, η Βρετανία ζητά πρόσβαση στο ευρωπαϊκό βιομηχανικό πλαίσιο «Made in Europe», το οποίο αποσκοπεί στην ενίσχυση της ευρωπαϊκής παραγωγής και στην προστασία στρατηγικών βιομηχανιών από τον διεθνή ανταγωνισμό.
Για το Λονδίνο, η συμμετοχή στο πρόγραμμα θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική για επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην αυτοκινητοβιομηχανία και σε άλλους βιομηχανικούς κλάδους.
Η βρετανική κυβέρνηση επιδιώκει να διασφαλίσει ότι οι εγχώριοι παραγωγοί δεν θα αποκλειστούν από ευρωπαϊκές προμήθειες και βιομηχανικές πρωτοβουλίες.
Ωστόσο, το ευρωπαϊκό πρόγραμμα δεν αναμένεται να οριστικοποιηθεί στη Σύνοδο της 20ής Νοεμβρίου.
Αυτό δημιουργεί ένα ουσιαστικό διαπραγματευτικό πρόβλημα: η ΕΕ ζητά άμεση δέσμευση για τα δίδακτρα, ενώ η Βρετανία επιδιώκει ανταλλάγματα που ενδέχεται να συμφωνηθούν αργότερα.
Το ζήτημα της Κίνας και οι νέες ευρωπαϊκές βιομηχανικές ισορροπίες
Η συζήτηση για το «Made in Europe» δεν περιορίζεται στη σχέση Βρετανίας–ΕΕ.
Συνδέεται και με την ευρωπαϊκή στρατηγική απέναντι στην κινεζική βιομηχανική παραγωγή, ιδιαίτερα στον τομέα των ηλεκτρικών αυτοκινήτων.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει υιοθετήσει υψηλότερους εμπορικούς δασμούς σε συγκεκριμένα κινεζικά ηλεκτρικά οχήματα, ενώ η Βρετανία ακολουθεί διαφορετική πολιτική.
Οι Βρυξέλλες εξετάζουν το ενδεχόμενο η συμμετοχή της Βρετανίας σε ευρωπαϊκές βιομηχανικές πρωτοβουλίες να συνοδεύεται από μεγαλύτερη ευθυγράμμιση της εμπορικής της πολιτικής.
Η Γαλλία, που προηγουμένως είχε εκφράσει αντιρρήσεις για τη βρετανική συμμετοχή, έχει προτείνει μια πιο ευέλικτη προσέγγιση, υπό την προϋπόθεση ότι θα υπάρξει δυναμική ευθυγράμμιση με ευρωπαϊκούς εμπορικούς κανόνες.
Για το Λονδίνο, αυτό συνεπάγεται δύσκολες επιλογές, καθώς η συμμετοχή σε ευρωπαϊκά βιομηχανικά προγράμματα μπορεί να περιορίσει την ανεξαρτησία που επιδίωξε να αποκτήσει μετά το Brexit.
Το πρόγραμμα κινητικότητας για νέους 18 έως 30 ετών
Ένα ακόμη βασικό πεδίο των διαπραγματεύσεων αφορά τη δημιουργία ενός νέου προγράμματος κινητικότητας μεταξύ Βρετανίας και Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Το πρόγραμμα θα επιτρέπει σε νέους ηλικίας 18 έως 30 ετών να ταξιδεύουν, να εργάζονται και να σπουδάζουν στην άλλη πλευρά της Μάγχης για ορισμένο χρονικό διάστημα.
Η βασική διαφωνία αφορά τον αριθμό των συμμετεχόντων και τους όρους πρόσβασης.
Η Βρετανία επιδιώκει ποσοτικούς περιορισμούς, ενώ αρκετά κράτη-μέλη της ΕΕ ζητούν ευρύτερες δυνατότητες συμμετοχής.
Σε προηγούμενες διαπραγματεύσεις είχαν εξεταστεί διαφορετικά ετήσια όρια, από περίπου 50.000 έως και 150.000 συμμετέχοντες ή περισσότερους.
Παράλληλα, παραμένουν ανοιχτά ζητήματα που αφορούν τις επιβαρύνσεις για την πρόσβαση στο βρετανικό σύστημα υγείας.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση θεωρεί ότι ένα πρόγραμμα κινητικότητας χωρίς προσιτά δίδακτρα θα δημιουργούσε άνισες δυνατότητες για τους νέους.
Όσοι διαθέτουν υψηλότερα εισοδήματα θα μπορούσαν να επωφεληθούν περισσότερο, ενώ άλλοι θα αποκλείονταν ουσιαστικά από τις πανεπιστημιακές σπουδές στη Βρετανία.
Erasmus+ και η προσπάθεια αποκατάστασης των εκπαιδευτικών δεσμών
Στο ευρύτερο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων εντάσσεται και η επανασύνδεση της Βρετανίας με το ευρωπαϊκό πρόγραμμα ανταλλαγών Erasmus+.
Σύμφωνα με σχέδιο κοινής δήλωσης που έχει δει ο ευρωπαϊκός Τύπος, οι δύο πλευρές επιδιώκουν τη βρετανική συμμετοχή στο Erasmus+ από το 2027.
Παράλληλα, εξετάζουν τη δυνατότητα συνέχισης της συνεργασίας και μετά το 2028, στο πλαίσιο του επόμενου πολυετούς προϋπολογισμού της ΕΕ.
Η προοπτική αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία για τα πανεπιστήμια, τους φοιτητές και τα ερευνητικά ιδρύματα.
Η αποχώρηση της Βρετανίας από το Erasmus+ μετά το Brexit περιόρισε τις δυνατότητες εκπαιδευτικής κινητικότητας και δημιούργησε πρόσθετες δυσκολίες στις συνεργασίες μεταξύ πανεπιστημίων.
Ωστόσο, η επιστροφή στο Erasmus+ και η συμφωνία για τα πανεπιστημιακά δίδακτρα αποτελούν διαφορετικές διαδικασίες, ακόμη και αν συνδέονται πολιτικά.
Η πολιτική δοκιμασία του Άντι Μπέρναμ
Η Σύνοδος της 20ής Νοεμβρίου αποτελεί σημαντικό πολιτικό ορόσημο για τον Βρετανό πρωθυπουργό Άντι Μπέρναμ.
Η κυβέρνησή του επιδιώκει να παρουσιάσει συγκεκριμένα οικονομικά αποτελέσματα από την επαναπροσέγγιση με την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Οι συμφωνίες για το εμπόριο τροφίμων, την αγορά εκπομπών άνθρακα και την κινητικότητα των νέων αποτελούν βασικούς πυλώνες αυτής της προσπάθειας.
Ο Μπέρναμ έχει υποστηρίξει ότι η στενότερη συνεργασία με την ΕΕ θα μπορούσε να προσθέσει περίπου 0,4% στο βρετανικό ΑΕΠ, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που επικαλείται η κυβέρνησή του.
Το οικονομικό επιχείρημα είναι ιδιαίτερα σημαντικό για μια χώρα που εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τις εμπορικές και διοικητικές συνέπειες του Brexit.
Ταυτόχρονα, όμως, η κυβέρνηση πρέπει να διαχειριστεί τις αντιδράσεις στο εσωτερικό της Βρετανίας.
Η μείωση των διδάκτρων για τους Ευρωπαίους φοιτητές θα μπορούσε να προκαλέσει αντιδράσεις από πανεπιστήμια που εξαρτώνται οικονομικά από τα υψηλότερα δίδακτρα των διεθνών σπουδαστών.
Θα μπορούσε επίσης να ανοίξει πολιτική συζήτηση για τη μεταχείριση των Βρετανών φοιτητών, ιδιαίτερα σε μια περίοδο έντονης κριτικής για το κόστος των σπουδών και τα φοιτητικά δάνεια.
Τι σημαίνει για τους Έλληνες φοιτητές
Η έκβαση των διαπραγματεύσεων αφορά άμεσα και την Ελλάδα.
Πριν από το Brexit, τα βρετανικά πανεπιστήμια αποτελούσαν δημοφιλή επιλογή για Έλληνες φοιτητές που επιθυμούσαν προπτυχιακές ή μεταπτυχιακές σπουδές στο εξωτερικό.
Η αύξηση των διδάκτρων μετά την αποχώρηση της Βρετανίας από την ΕΕ περιόρισε την οικονομική προσβασιμότητα πολλών προγραμμάτων.
Μια συμφωνία που θα επανέφερε τα δίδακτρα των Ευρωπαίων σε επίπεδα αντίστοιχα με εκείνα των Βρετανών θα μπορούσε να μειώσει σημαντικά το κόστος φοίτησης για νέους από την Ελλάδα.
Ωστόσο, μέχρι στιγμής δεν υπάρχει οριστική συμφωνία για το ύψος των μειώσεων, τα κριτήρια επιλεξιμότητας ή την ημερομηνία εφαρμογής.
Επομένως, οι σημερινοί υποψήφιοι φοιτητές δεν θα πρέπει να θεωρούν δεδομένο ότι τα χαμηλότερα δίδακτρα θα ισχύσουν για το επόμενο ακαδημαϊκό έτος.
Η 20ή Νοεμβρίου θα κρίνει το επόμενο βήμα
Οι διπλωματικές διαβουλεύσεις συνεχίζονται, με στόχο να διαμορφωθεί ένα κοινά αποδεκτό κείμενο πριν από τη Σύνοδο Κορυφής.
Στο τραπέζι παραμένουν διαφορετικές επιλογές: μια άμεση πολιτική δέσμευση για τα δίδακτρα, μια συμφωνία με συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα ή η μεταφορά του ζητήματος σε μεταγενέστερες διαπραγματεύσεις.
Σύμφωνα με σχέδιο δήλωσης που έχει δημοσιοποιηθεί, έχει εξεταστεί η επίτευξη συμπληρωματικής συμφωνίας εντός έξι μηνών, δηλαδή έως τον Μάιο του 2027.
Η αντίδραση τουλάχιστον έξι κρατών-μελών δείχνει, ωστόσο, ότι μια γενική υπόσχεση χωρίς σαφείς εγγυήσεις ενδέχεται να μην αρκεί.
Για τις Βρυξέλλες, τα δίδακτρα έχουν μετατραπεί σε δοκιμασία της βρετανικής προθυμίας για ουσιαστική επαναπροσέγγιση.
Για το Λονδίνο, η πρόκληση είναι να εξασφαλίσει πρόσβαση στις ευρωπαϊκές αγορές και στα βιομηχανικά προγράμματα χωρίς να αναλάβει μονομερείς οικονομικές δεσμεύσεις.
Η επόμενη κρίσιμη ημερομηνία είναι η 20ή Νοεμβρίου, όταν οι δύο πλευρές θα κληθούν να αποδείξουν εάν η νέα σχέση ΕΕ–Βρετανίας μπορεί να μεταφραστεί σε συγκεκριμένες συμφωνίες για επιχειρήσεις, εργαζομένους και φοιτητές.
Πηγή: pagenews.gr
