Η ελληνική κυβέρνηση, μετά από εισηγήσεις των υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκου Πιερρακάκη, Ανάπτυξης Τάκη Θεοδωρικάκου και Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρου Παπασταύρου, έχει προχωρήσει στη διαμόρφωση ενός νέου μηχανισμού στήριξης του ενεργειακού κόστους για τις βιομηχανίες, ο οποίος δεν εμπίπτει στο καθεστώς των κρατικών ενισχύσεων και έχει ήδη λάβει έγκριση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Το εργαλείο αυτό, γνωστό ως Συμβόλαια Διαφοράς (CfD), ακολουθεί το παράδειγμα της Ιταλίας και στοχεύει στην ενίσχυση της βιομηχανίας μέσω σταθερού ενεργειακού κόστους και επενδύσεων σε ΑΠΕ.
Μηχανισμός Στήριξης: Σταθερό Ενεργειακό Κόστος για Βιομηχανίες
Σήμερα, οι βιομηχανίες αντιμετωπίζουν αβεβαιότητα αναφορικά με το ενεργειακό κόστος, το οποίο εξαρτάται από τις διακυμάνσεις στην χονδρεμπορική αγορά ενέργειας. Ο νέος μηχανισμός, που ακολουθεί το ιταλικό μοντέλο, προτείνει τη διάθεση ηλεκτρικής ενέργειας σε σταθερές τιμές γύρω από τα 55 €/MWh για τρία χρόνια.
Η προμήθεια αυτή γίνεται μέσω του ΔΑΠΕΕΠ, ο οποίος διαχειρίζεται περί τις 18 TWh ΑΠΕ ετησίως, ποσότητα επαρκής για την κάλυψη των ενεργειακών αναγκών των ενεργοβόρων βιομηχανιών (περίπου 6 TWh). Η εφαρμογή του μηχανισμού διασφαλίζει προβλέψιμο κόστος για τις επιχειρήσεις, ενισχύοντας την ανταγωνιστικότητά τους και μειώνοντας το επιχειρηματικό ρίσκο σε μια περίοδο αυξημένων διεθνών πιέσεων.
Απαιτήσεις για τις Βιομηχανίες: Συνεργασία με ΑΠΕ και Μακροχρόνια Επενδύσεις
Η «επιστροφή» του οφέλους από το μηχανισμό γίνεται μέσω της ανάπτυξης νέων έργων ΑΠΕ για τουλάχιστον 20 χρόνια. Οι βιομηχανίες, που θα επωφεληθούν από τις σταθερές τιμές για την ενέργεια, θα υποχρεούνται να κατασκευάσουν ή να χρηματοδοτήσουν έργα ΑΠΕ, είτε αυτόνομα είτε σε συνεργασία με παραγωγούς ΑΠΕ. Επιπλέον, για το μισό της παραγόμενης ενέργειας από τα νέα έργα, θα εφαρμοστεί το Συμβόλαιο Διαφοράς (CfD), εξασφαλίζοντας την επιστροφή του οφέλους σε μεσοπρόθεσμο χρονικό διάστημα.
Οι υπόλοιπες ποσότητες ενέργειας θα μπορούν να ενταχθούν σε μακροχρόνια διμερή συμβόλαια (PPAs), επιτρέποντας στις βιομηχανίες μεγαλύτερη ευελιξία και μεγαλύτερη ασφάλεια στις ενεργειακές τους ανάγκες.
Ευρωπαϊκή Έγκριση και Στρατηγική Βιωσιμότητας
Το ιταλικό μοντέλο εισήχθη το 2024, και μετά από συζητήσεις, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έκρινε το μέτρο συμβατό με τους κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων. Σύμφωνα με την Κομισιόν, το όφελος που παρέχεται στις βιομηχανίες για τα πρώτα τρία χρόνια ισοδυναμεί με την αξία της ενέργειας που επιστρέφεται κατά τη διάρκεια της επόμενης 20ετίας.
Η Ελλάδα αναμένεται να ακολουθήσει την ίδια πορεία, εισάγοντας το μέτρο με εθνική νομοθέτηση και, αν απαιτηθεί, θα παρέχει περαιτέρω διευκρινίσεις προς την ΕΕ. Στελέχη της αγοράς εκτιμούν ότι ο μηχανισμός μπορεί να αποτελέσει διπλό κέρδος για τη χώρα, καθώς μειώνει το ενεργειακό κόστος και παράλληλα ενθαρρύνει επενδύσεις στην καθαρή ενέργεια.
Στρατηγικοί Στόχοι του Μηχανισμού Στήριξης
Οι στρατηγικοί στόχοι του νέου μηχανισμού είναι οι εξής:
- Παροχή βιώσιμης και σταθερής τιμής ηλεκτρικής ενέργειας σε ενεργοβόρες βιομηχανίες.
- Μείωση του ενεργειακού κόστους για την παραμονή και ανάπτυξη της βιομηχανίας στην Ελλάδα.
- “Δάνειο” ενέργειας, που επιστρέφεται εις διπλούν σε μελλοντικό χρόνο, μέσω νέων έργων ΑΠΕ.
- Ευθυγράμμιση με την αρχή «Do No Significant Harm», αποφεύγοντας τη χρήση ορυκτών καυσίμων.
- Προώθηση λύσεων που οδηγούν σε μακροπρόθεσμη απανθρακοποίηση και ενεργειακή ανεξαρτησία.
- Κινητροδότηση για την ανάπτυξη περισσότερων ΑΠΕ και ενίσχυση της πράσινης ισχύος της χώρας.
- Δημιουργία κινήτρων για νέες επενδύσεις σε ΑΠΕ (φωτοβολταϊκά, αιολικά).
- Μακροχρόνια διμερή συμβόλαια (PPAs) που μειώνουν το επενδυτικό ρίσκο και διασφαλίζουν την υλοποίηση των έργων.
Αυτός ο νέος μηχανισμός αναμένεται να ενισχύσει την πράσινη μετάβαση της Ελλάδας, δημιουργώντας παράλληλα ένα ανταγωνιστικό και βιώσιμο περιβάλλον για τις βιομηχανίες της χώρας.
Πηγή: pagenews.gr