Γραφείο Προϋπολογισμού: Τέλος στην εποχή των «δώρων» από υπερπλεονάσματα
Πηγή Φωτογραφίας: EUROKINISSI/Γραφείο Προϋπολογισμού: Τέλος στην εποχή των «δώρων» από υπερπλεονάσματα
Η εποχή κατά την οποία τα υπερπλεονάσματα μετατρέπονταν σε παροχές, φοροελαφρύνσεις και επιδόματα φαίνεται να ανήκει οριστικά στο παρελθόν. Το ειδικό σημείωμα του Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή λειτουργεί όχι απλώς ως τεχνική ανάλυση, αλλά ως σαφές πολιτικό και οικονομικό μήνυμα: στο νέο πλαίσιο δημοσιονομικής εποπτείας της Ευρωπαϊκή Ένωση, ο πρόσθετος δημοσιονομικός χώρος για μόνιμες παρεμβάσεις δεν μπορεί να προκύπτει από συγκυριακές υπεραποδόσεις, αλλά μόνο από μόνιμη ενίσχυση των κρατικών εσόδων.
Πρόκειται για μια θεμελιώδη αλλαγή φιλοσοφίας, που επηρεάζει άμεσα τον τρόπο με τον οποίο θα σχεδιάζονται στο εξής οι οικονομικές πολιτικές στην Ελλάδα – και όχι μόνο.
Το νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο: απλοστερο αλλά πιο δεσμευτικό
Από το 2024, η ΕΕ εφαρμόζει ένα αναθεωρημένο σύστημα δημοσιονομικών κανόνων, το οποίο μπορεί να φαίνεται απλούστερο στη μορφή, αλλά είναι σαφώς αυστηρότερο στην ουσία. Στο επίκεντρο βρίσκεται πλέον ένας βασικός δείκτης: οι καθαρές πρωτογενείς δαπάνες που χρηματοδοτούνται από εθνικούς πόρους.
Τα γνωστά όρια της Συνθήκης του Μάαστριχτ –έλλειμμα 3% και χρέος 60% του ΑΕΠ– παραμένουν, όμως πλαισιώνονται από συγκεκριμένες και εξατομικευμένες δεσμεύσεις. Για χώρες με λόγο χρέους άνω του 90% του ΑΕΠ, όπως η Ελλάδα, προβλέπεται μέση ετήσια μείωση του χρέους κατά τουλάχιστον μία ποσοστιαία μονάδα, ενώ το διαρθρωτικό ισοζύγιο οφείλει να βρίσκεται με ασφάλεια πάνω από το όριο του ελλείμματος.
Με απλά λόγια, δεν αρκεί πια η επίτευξη ενός υψηλού πρωτογενούς πλεονάσματος. Αυτό πρέπει να εντάσσεται σε μια πολυετή, προκαθορισμένη τροχιά, η οποία εγκρίνεται και επιτηρείται στενά από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Τα 4ετή και 7ετή σχέδια: «κλείδωμα» πολιτικών επιλογών
Κάθε κράτος-μέλος καλείται να καταρτίσει ένα τετραετές δημοσιονομικό-διαρθρωτικό σχέδιο, με δυνατότητα επέκτασης σε επταετές, εφόσον ενσωματώνει ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις. Σε αυτά τα σχέδια «κλειδώνεται» η πορεία των καθαρών δαπανών, αλλά και μια σειρά παρεμβάσεων σε κρίσιμους τομείς όπως το ασφαλιστικό, η αγορά εργασίας, η δημόσια διοίκηση και οι επενδύσεις.
Η έγκριση του σχεδίου από τις Βρυξέλλες δεν είναι τυπική διαδικασία. Ακολουθεί συνεχής έλεγχος της εφαρμογής του, με περιορισμένα περιθώρια αποκλίσεων. Αυτό σημαίνει ότι οι κυβερνήσεις δεσμεύονται εκ των προτέρων και δεν μπορούν εύκολα να ανατρέπουν τη δημοσιονομική πορεία με έκτακτες πολιτικές αποφάσεις.
Τι είναι οι «καθαρές πρωτογενείς δαπάνες» και γιατί αλλάζουν τα πάντα
Το σημείωμα του Γραφείου Προϋπολογισμού δίνει ιδιαίτερη έμφαση στον ορισμό των καθαρών πρωτογενών δαπανών, καθώς εκεί κρύβεται η ουσία του νέου συστήματος. Σε αυτές περιλαμβάνονται μισθοί, συντάξεις, κοινωνικές μεταβιβάσεις, λειτουργικές δαπάνες και επενδύσεις που χρηματοδοτούνται από εθνικούς πόρους.
Αντίθετα, εξαιρούνται οι τόκοι, οι πλήρως ευρωπαϊκά χρηματοδοτούμενες δαπάνες –όπως πολλές του Ταμείου Ανάκαμψης– οι συγχρηματοδοτούμενες επενδύσεις, τα εφάπαξ μέτρα και η κυκλική ανεργία.
Η κρίσιμη λεπτομέρεια, ωστόσο, είναι αλλού: οι μειώσεις φόρων λογίζονται ως αύξηση δαπάνης, ενώ οι αυξήσεις φόρων ως εξοικονόμηση. Με αυτόν τον τρόπο, κάθε μόνιμη φοροελάφρυνση «βαραίνει» απευθείας τον δημοσιονομικό δείκτη, ανεξαρτήτως του αν υπάρχουν υπερπλεονάσματα.
Ο «Λογαριασμός Ελέγχου» και το τέλος των αυτοματισμών
Για να διασφαλιστεί η πειθαρχία, η ΕΕ εισάγει τον λεγόμενο Λογαριασμό Ελέγχου, έναν μηχανισμό που συγκρίνει κάθε χρόνο την πραγματική εξέλιξη των καθαρών δαπανών με την εγκεκριμένη τροχιά. Αν οι αποκλίσεις ξεπεράσουν το 0,3% του ΑΕΠ ετησίως ή το 0,6% σωρευτικά, χωρίς επαρκή αιτιολόγηση, ενεργοποιείται διορθωτική διαδικασία.
Σε αυτό το πλαίσιο, η υπεραπόδοση στα πρωτογενή πλεονάσματα δεν μπορεί πλέον να μεταφραστεί αυτόματα σε παροχές. Ο βασικός προορισμός της είναι η ταχύτερη μείωση του χρέους και η δημιουργία δημοσιονομικών «μαξιλαριών» για μελλοντικές κρίσεις.
Η ελληνική πραγματικότητα: φοροέσοδα ή τίποτα
Το μήνυμα του Γραφείου Προϋπολογισμού είναι σαφές: μόνιμος δημοσιονομικός χώρος δημιουργείται μόνο μέσω μόνιμων αυξήσεων εσόδων. Τα λεγόμενα DRMs (διαρθρωτικά μέτρα εσόδων), όπως η διεύρυνση της φορολογικής βάσης ή οι αλλαγές σε συντελεστές που αποδίδουν σταθερά, αποτελούν τη μοναδική «πύλη» για μόνιμες φοροελαφρύνσεις ή δαπάνες.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι μόνιμες ελαφρύνσεις που ανακοινώθηκαν στη ΔΕΘ του 2025. Όπως σημειώνεται, σημαντικό μέρος τους χρηματοδοτείται από διαρθρωτικά έσοδα του 2024 και από αρχική υποεκτέλεση δαπανών, ώστε να παραμείνει ανέπαφη η συμφωνημένη πορεία.
Για την περίοδο 2024–2026, η αύξηση των καθαρών δαπανών στην Ελλάδα κινείται εντός των ευρωπαϊκών ορίων, ακόμη και με την ενεργοποίηση ρήτρας διαφυγής για αμυντικές δαπάνες. Ο Λογαριασμός Ελέγχου παραμένει κάτω από τα όρια παρέμβασης, γεγονός που επιβεβαιώνει –προς το παρόν– τη συμμόρφωση.
Πολιτική οικονομία: λιγότερος λαϊκισμός, περισσότερη λογοδοσία
Πίσω από τους τεχνικούς όρους και τους δείκτες, το νέο πλαίσιο φέρνει μια βαθιά πολιτική αλλαγή. Αφαιρεί από τις κυβερνήσεις το «εύκολο» εργαλείο των προεκλογικών παροχών που βασίζονταν σε συγκυριακά υπερπλεονάσματα και μετατρέπει τη φορολογική πολιτική σε μακροπρόθεσμη άσκηση αξιοπιστίας.
Όποιος υπόσχεται μόνιμες ελαφρύνσεις, οφείλει πλέον να παρουσιάζει πειστικό σχέδιο για μόνιμα έσοδα και μεταρρυθμίσεις. Σε έναν βαθμό, αυτό περιορίζει τον λαϊκισμό, αλλά ταυτόχρονα αυξάνει τη διαφάνεια και τη λογοδοσία.
Η «εποχή των δώρων» τελείωσε. Και στη θέση της έρχεται μια περίοδος όπου κάθε ευρώ παροχής θα πρέπει πρώτα να έχει βρεθεί –και να αντέχει– στον χρόνο.
Πηγή: Pagenews.gr
Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο
Το σχόλιο σας