Οικονομία

Ακίνητα χωρίς «γείωση»: γιατί οι τιμές ανεβαίνουν ενώ η κοινωνία σηκώνει τα χέρια ψηλά

Ακίνητα χωρίς «γείωση»: γιατί οι τιμές ανεβαίνουν ενώ η κοινωνία σηκώνει τα χέρια ψηλά

Πηγή Φωτογραφίας: EUROKINISSI/Ακίνητα χωρίς «γείωση»: γιατί οι τιμές ανεβαίνουν ενώ η κοινωνία σηκώνει τα χέρια ψηλά

Το νέο Βαρόμετρο δείχνει ρήξη αποδοχής, πίεση εισοδημάτων και αγορά που δεν πέφτει – απλώς «φρενάρει»

Η εικόνα της ελληνικής κτηματαγοράς μοιάζει πλέον με ένα παράδοξο που επιμένει: οι τιμές συνεχίζουν να κινούνται ανοδικά, την ώρα που η αίσθηση της «λογικής» έχει χαθεί από το δημόσιο βίωμα. Δεν πρόκειται απλώς για γκρίνια ή για μια συγκυριακή δυσαρέσκεια. Η κοινωνική αποδοχή της ανόδου έχει αρχίσει να σπάει σε βάθος, καθώς τα εισοδήματα δεν ακολουθούν την ίδια πορεία. Έτσι, το σπίτι –αγορά ή ενοίκιο– αντιμετωπίζεται όλο και λιγότερο ως μια κανονική οικονομική επιλογή και όλο και περισσότερο ως ζήτημα πρόσβασης.

Αυτή είναι και η κεντρική «ανάγνωση» που προκύπτει από το 5ο «Βαρόμετρο της Αγοράς Ακινήτων», το οποίο παρουσιάστηκε στο πλαίσιο της εκδήλωσης «Ελλάδα 2026. Επιχειρείν, Ακίνητα, Επενδύσεις». Η έρευνα, με τηλεφωνικές συνεντεύξεις σε Αττική και Θεσσαλονίκη σε δείγμα 1.500 ατόμων, καταγράφει μια κοινωνία που βλέπει την αγορά ακριβή, απαιτητική και χωρίς ανάσα, ενώ ταυτόχρονα δεν «ποντάρει» σε κατάρρευση.

Η ρήξη της αποδοχής: μόνο τρεις στους δέκα λένε «λογικό»

Το πιο ηχηρό μήνυμα είναι ότι η άνοδος τιμών δεν θεωρείται πλέον κάτι που «βγαίνει» με την κοινή λογική. Συνολικά, μόλις το 31% κρίνει την άνοδο αναμενόμενη ή λογική, ενώ το 54% την περιγράφει είτε ως παράλογη είτε ως «φούσκα». Με άλλα λόγια, η κοινωνία δεν βλέπει απλώς μια ακριβή αγορά. Βλέπει μια αγορά που, σε σημαντικό βαθμό, μοιάζει να αποσυνδέεται από τη δυνατότητα των ανθρώπων να την παρακολουθήσουν.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η έννοια της «χωρίς γείωση» ανόδου: όχι γιατί η αγορά δεν έχει κινητήρες ή ζήτηση, αλλά επειδή η καθημερινή εμπειρία δείχνει ότι το κόστος στέγασης τρέχει μπροστά, ενώ η οικονομική πραγματικότητα των νοικοκυριών μένει πίσω. Και όταν αυτή η απόσταση μεγαλώνει, η άνοδος παύει να είναι «εξέλιξη» και γίνεται πρόβλημα.

Το χρήμα λιγοστεύει: η πίεση που γίνεται σταθερή τάση

Η έρευνα αποτυπώνει μια σταθερή μετατόπιση προς τη φράση «έχω λιγότερα χρήματα για σπίτι». Το ποσοστό όσων δηλώνουν ότι διαθέτουν λιγότερα χρήματα για αγορά ή ενοικίαση αυξάνεται διαδοχικά, από 51% τον Νοέμβριο του 2024, σε 56% τον Ιούνιο του 2025 και σε 57% τον Ιανουάριο του 2026. Ταυτόχρονα, συρρικνώνεται το «μένω ίδιος», ενώ τα ποσοστά όσων λένε ότι έχουν περισσότερα είναι χαμηλά και δεν αρκούν για να αλλάξουν το συνολικό κλίμα.

Το πιο κρίσιμο εδώ δεν είναι μόνο το 57%. Είναι ότι η τάση αυτή δείχνει μονόδρομο: πίεση χωρίς αντίρροπη κίνηση. Η όποια αίσθηση οικονομικής ανάκαμψης δεν μεταφράζεται, για το μεγαλύτερο κομμάτι του πληθυσμού, σε καλύτερη στεγαστική δυνατότητα. Με απλά λόγια, η στέγαση «τρώει» ό,τι κερδίζεται αλλού.

Η στεγαστική κρίση δεν είναι πια «μια υπόθεση των ευάλωτων»

Μια από τις πιο ανησυχητικές διαπιστώσεις είναι ότι το πρόβλημα δεν περιορίζεται σε μία κατηγορία. Δεν αφορά μόνο νέους, μόνο χαμηλά εισοδήματα, μόνο «αδύναμους». Διατρέχει σχεδόν οριζόντια την κοινωνία. Ακόμη και ομάδες με σταθερότερη θέση στην αγορά, ακόμη και άνθρωποι με υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο, ακόμη και ρόλοι που παραδοσιακά ευνοούνται από την άνοδο (όπως οι πωλητές), δηλώνουν επιδείνωση. Αυτό είναι το σημείο που μετατρέπει τη στεγαστική πίεση σε δομικό ζήτημα.

Σε επίπεδο φύλου, τόσο οι άνδρες όσο και –ακόμη εντονότερα– οι γυναίκες δηλώνουν σε πολύ υψηλά ποσοστά ότι έχουν λιγότερα χρήματα διαθέσιμα σε σχέση με έξι μήνες πριν. Στις ηλικίες, το πρόβλημα μοιάζει να χτυπά παντού. Οι νέοι 17–34 ετών, που είναι η βασική δεξαμενή δυνητικών ενοικιαστών και αγοραστών, σε ποσοστό πάνω από 70% δηλώνουν ότι διαθέτουν λιγότερα. Όμως υψηλά ποσοστά επιδείνωσης εμφανίζονται και στις ηλικίες 35–55 και στους 55+, δείχνοντας ότι η πίεση αφορά και όσους ήδη «είναι μέσα» στην αγορά, όχι μόνο όσους προσπαθούν να μπουν.

Όταν ούτε οι σπουδές «σε σώζουν», το μήνυμα γίνεται πολιτικό

Το μορφωτικό επίπεδο, που συχνά λειτουργεί ως δίχτυ ασφαλείας στην αγορά εργασίας, εδώ δεν μοιάζει να προστατεύει. Ακόμη και στους αποφοίτους ΑΕΙ και μεταπτυχιακών σπουδών, περίπου τρεις στους τέσσερις δηλώνουν επιδείνωση της δυνατότητάς τους. Αυτό το εύρημα είναι από μόνο του ένα καμπανάκι: όταν η πρόσβαση στη στέγη δυσκολεύει ακόμη και για ομάδες με ισχυρότερα τυπικά προσόντα, τότε η συζήτηση παύει να είναι ατομική και γίνεται συστημική.

Και στο γεωγραφικό πεδίο, τα μεγάλα κέντρα δείχνουν την ένταση. Σε Αττική και Θεσσαλονίκη, όπου οι τιμές είναι υψηλότερες, πάνω από τα δύο τρίτα δηλώνουν ότι έχουν λιγότερα χρήματα διαθέσιμα. Εκεί που η αγορά «τραβάει» περισσότερο, η κοινωνία «λυγίζει» περισσότερο.

Αγορά που ανεβαίνει, αλλά με σήματα επιβράδυνσης

Παρά την έντονη κριτική στάση, η πλειονότητα δεν προβλέπει κατάρρευση. Το κυρίαρχο σενάριο για τους επόμενους 12 μήνες είναι ότι οι τιμές θα συνεχίσουν να ανεβαίνουν, αλλά με εμφανή σημάδια φρεναρίσματος. Περίπου 45% εκτιμά ότι θα υπάρξει συνέχιση της ανόδου, ενώ ένα επιπλέον 7% βλέπει ακόμη και εκτίναξη. Την ίδια στιγμή όμως, ένα ισχυρό 29% αναμένει σταθεροποίηση, μια λέξη-κλειδί που δείχνει ότι ένα σημαντικό κομμάτι της κοινωνίας θεωρεί πως η αγορά πλησιάζει σε σημείο κορεσμού.

Οι προσδοκίες πτώσης παραμένουν μειοψηφικές: 11% προβλέπει ήπια πτώση και 7% σημαντική πτώση. Έτσι, το «αρνητικό» σενάριο συνολικά συγκεντρώνει λιγότερο από το ένα πέμπτο του δείγματος. Η αγορά, όπως φαίνεται, θεωρείται ανθεκτική. Απλώς, η ανθεκτικότητα αυτή δεν συνοδεύεται από ενθουσιασμό, αλλά από μια πιο ψυχρή, ρεαλιστική προσδοκία: θα συνεχίσει, αλλά όχι ανεξέλεγκτα.

Δεν είναι τυχαίο ότι η προσδοκία ανόδου εμφανίζει μια ήπια υποχώρηση σε βάθος χρόνου: από 44% τον Νοέμβριο 2024, στο 51% τον Ιούνιο 2025 και ξανά στο 45% τον Ιανουάριο 2026. Η αγορά παραμένει «πάνω», αλλά το κοινό μοιάζει να βλέπει ότι τα όρια πλησιάζουν.

Οι ρόλοι μέσα στην αγορά αποκαλύπτουν το πραγματικό χάσμα

Η πιο ενδιαφέρουσα εικόνα αναδύεται όταν κοιτά κανείς όχι μόνο τις απαντήσεις, αλλά ποιος τις δίνει. Οι αγοραστές, παρά τη δυσκολία εισόδου, εμφανίζονται ιδιαίτερα «βέβαιοι» ότι οι τιμές θα συνεχίσουν να ανεβαίνουν (55% προβλέπει αύξηση). Αυτό όμως δεν διαβάζεται εύκολα ως αισιοδοξία. Μοιάζει περισσότερο με αναγκαστική αποδοχή της πραγματικότητας: αν δεν αγοράσω τώρα, θα είναι χειρότερα μετά.

Αντίθετα, οι επαγγελματίες της αγοράς εμφανίζονται οι πιο επιφυλακτικοί, με την πλειονότητα να προβλέπει σταθεροποίηση. Κι αυτό έχει ειδική βαρύτητα, επειδή οι επαγγελματίες συνήθως «μυρίζονται» πρώτοι πότε αλλάζει ο ρυθμός. Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι ότι το 2024 το 66% των επαγγελματιών έβλεπε την άνοδο ως αναμενόμενη και λογική, ενώ το 2026 το ποσοστό αυτό πέφτει στο 50%. Δηλαδή ακόμη και μέσα στον κλάδο, η βεβαιότητα για «κανονικότητα» της ανόδου έχει ραγίσει.

Η κοινωνία βλέπει «παραλογισμό» – και αυτό αλλάζει το κλίμα

Η διαχρονική σύγκριση δείχνει ότι μειώνεται η αίσθηση πως η άνοδος είναι φυσιολογική. Η άποψη ότι η άνοδος είναι «αναμενόμενη» υποχωρεί από 19% (2024) σε 17% (2026), ενώ η αντίληψη της «παράλογης» ανόδου και της «φούσκας» παραμένει υψηλή, αλλάζει μορφή και μετακινείται ανά περιόδους, χωρίς να χάνει τη δύναμή της. Αυτό, πολιτικά και κοινωνικά, σημαίνει ένα πράγμα: η αγορά ακινήτων παύει να λειτουργεί ως πεδίο ευκαιρίας για την πλειονότητα και γίνεται πεδίο αδικίας στα μάτια της.

Κι όταν μια αγορά αρχίζει να αντιμετωπίζεται μαζικά ως άδικη, δεν χρειάζεται να καταρρεύσει για να γίνει επικίνδυνη. Αρκεί να παραμείνει ακριβή, άκαμπτη και απρόσιτη, ώστε να δημιουργεί ένα μόνιμο αίσθημα αδιεξόδου.

Η «μεγάλη εικόνα»: ανθεκτική αγορά, κουρασμένη κοινωνία

Το συμπέρασμα που αναδύεται είναι διπλό και εξαιρετικά καθαρό. Από τη μία, η κτηματαγορά εξακολουθεί να θεωρείται ανθεκτική. Οι περισσότεροι δεν περιμένουν κατάρρευση, ούτε πιστεύουν ότι έρχεται μια μεγάλη διόρθωση. Από την άλλη, η κοινωνία δείχνει να έχει φτάσει σε ένα σημείο όπου δεν δικαιολογεί πια την άνοδο, δεν την «καταπίνει» εύκολα και δεν νιώθει ότι μπορεί να συμβαδίσει.

Η αγορά, με άλλα λόγια, συνεχίζει να ανεβαίνει, αλλά το κάνει πάνω σε ένα έδαφος όπου η «γείωση» της κοινωνικής αντοχής χαλαρώνει. Και όταν η αντοχή γίνεται οριακή, η κουβέντα για τα ακίνητα δεν είναι μόνο οικονομική. Είναι θέμα καθημερινότητας, ζωής, οικογένειας, μετακίνησης, δουλειάς, ακόμα και δημογραφίας.

Αν κάτι προεξοφλείται από τα δεδομένα, είναι ότι η επόμενη περίοδος δεν θα κριθεί μόνο από τους αριθμούς των τιμών. Θα κριθεί από το αν η κοινωνία μπορεί να συνεχίσει να «ζει» μέσα σε αυτή την πραγματικότητα ή αν θα απαιτήσει αλλαγές με πιο έντονο τρόπο. Και αυτό είναι πάντα το σημείο όπου μια αγορά, όσο ανθεκτική κι αν φαίνεται, αναγκάζεται τελικά να κοιτάξει κάτω και να βρει ξανά τη γείωσή της.

Πηγή: Pagenews.gr

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ APP ΤΟΥ PAGENEWS PAGENEWS.gr - App Store PAGENEWS.gr - Google Play

Το σχόλιο σας

Loading Comments