Η ιστορία θα μπορούσε να μοιάζει με κλισέ: ένας άνθρωπος της αγοράς, με μια σχετικά μικρή επιχείρηση, αποφασίζει να τα βάλει με τον Λευκό Οίκο. Μόνο που αυτή τη φορά δεν μιλάμε για συμβολική αντίσταση, αλλά για μια νομική μάχη που έφτασε μέχρι το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ και κατέληξε σε απόφαση-σταθμό. Ο πρωταγωνιστής λέγεται Βίκτορ Σβαρτς (Victor Schwartz), είναι εισαγωγέας κρασιών στη Νέα Υόρκη και, χωρίς να το επιδιώκει ως δημόσιο ρόλο, έγινε το πρόσωπο που συνδέθηκε με ένα από τα πιο ηχηρά «φρένα» στη δασμολογική πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ.
Για τον ίδιο, η υπόθεση ξεκίνησε με μια λέξη που για τις επιχειρήσεις είναι πιο κρίσιμη ακόμη κι από τις πωλήσεις: ρευστότητα. Όταν επιβάλλεις δασμούς που πληρώνονται προκαταβολικά, πριν πουληθεί το προϊόν, δεν αλλάζεις απλώς το κόστος. Αλλάζεις την αναπνοή μιας εταιρείας. Και ειδικά για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, αυτή η αλλαγή μπορεί να αποβεί μοιραία.
Από την κάβα στο Συνταγματικό Δίκαιο: πώς φτάσαμε στο Ανώτατο Δικαστήριο
Ο Σβαρτς είναι ιδρυτής της VOS Selections, μιας εταιρείας που εισάγει κρασιά και ποτά από μικρούς παραγωγούς και τα διαθέτει σε εστιατόρια και σημεία πώλησης στις ΗΠΑ. Το επιχειρηματικό του μοντέλο βασίζεται σε μια λεπτή ισορροπία: προπληρωμές, μεταφορές, αποθήκευση, διανομή. Σ’ ένα τέτοιο σύστημα, ο αιφνιδιασμός δεν «γράφεται» ως απλή ενόχληση. Γίνεται συστημικός κίνδυνος.
Όταν η κυβέρνηση Τραμπ προχώρησε σε εκτεταμένους “ανταποδοτικούς” δασμούς σε μεγάλο εύρος εμπορικών εταίρων, η πίεση μεταφράστηκε σε χρήμα που έπρεπε να βγει άμεσα από τα ταμεία των εισαγωγέων. Κι εκεί γεννήθηκε η απόφαση της προσφυγής: όχι επειδή ο Σβαρτς ήθελε να κάνει «πολιτική», αλλά επειδή έβλεπε ότι το νέο καθεστώς μπορούσε να μετατρέψει μια υγιή επιχείρηση σε εταιρεία που παλεύει απλώς να μείνει όρθια.
Το ενδιαφέρον είναι ότι η καρδιά της υπόθεσης δεν στάθηκε στο αν οι δασμοί είναι «καλοί» ή «κακοί» οικονομικά. Στάθηκε στο αν είναι νόμιμο να επιβάλλονται έτσι. Το κεντρικό επιχείρημα των προσφευγόντων ήταν ότι ο πρόεδρος χρησιμοποίησε νόμο έκτακτης ανάγκης για να κάνει κάτι που, κατά το Σύνταγμα, ανήκει στον πυρήνα της φορολογικής εξουσίας του Κογκρέσου: να επιβάλλει στην ουσία φόρους μέσω δασμών.
Η απόφαση-ορόσημο: το Δικαστήριο «κόβει» την έκτακτη εξουσιοδότηση
Η υπόθεση έφτασε στο Ανώτατο Δικαστήριο με μορφή που είχε ήδη λάβει μεγάλες διαστάσεις, καθώς δεν αφορούσε μόνο μια εταιρεία κρασιών. Μαζί με την VOS Selections, σημαντικό ρόλο είχε και άλλη προσφυγή, από τη Learning Resources, μια εταιρεία εκπαιδευτικών παιχνιδιών, που επίσης υποστήριξε ότι οι δασμοί ως “μέτρο έκτακτης ανάγκης” λειτουργούσαν σαν παράνομοι φόροι και κατέστρεφαν τον σχεδιασμό της εφοδιαστικής αλυσίδας.
Το Δικαστήριο, με ψήφους 6-3, έκρινε ότι η επίκληση της συγκεκριμένης νομοθεσίας έκτακτης ανάγκης δεν δίνει στον πρόεδρο την εξουσία να επιβάλλει τέτοιου τύπου, τόσο ευρείας κλίμακας δασμούς. Με απλά λόγια, η κυβέρνηση έχασε το επιχείρημα ότι μπορεί να χρησιμοποιεί έναν μηχανισμό «έκτακτης ανάγκης» ως κλειδί για να ξεκλειδώνει μια τεράστια εμπορική πολιτική χωρίς την κλασική διαδικασία και χωρίς την αναγκαία εξουσιοδότηση του Κογκρέσου.
Η ετυμηγορία είχε και πολιτικό βάρος, γιατί αποτέλεσε σπάνιο πλήγμα σε μια κεντρική πτυχή της οικονομικής ατζέντας Τραμπ, από ένα Δικαστήριο που έχει αναδιαμορφωθεί σε μεγάλο βαθμό από διορισμούς της εποχής του. Η απόφαση δεν αμφισβήτησε ότι η κυβέρνηση μπορεί να επιβάλλει δασμούς γενικά. Αμφισβήτησε το εργαλείο και τον τρόπο: το κατά πόσο μπορεί να «ντύσει» δασμούς με τη στολή της έκτακτης ανάγκης.
Η στρατηγική του Σβαρτς: δεν «νίκησε τους δασμούς», νίκησε το πλαίσιο
Εδώ βρίσκεται το πιο χρήσιμο μάθημα της υπόθεσης. Ο Σβαρτς δεν πόνταρε στο να πείσει ότι οι δασμοί είναι λάθος πολιτική. Πόνταρε στο να πείσει ότι είναι υπέρβαση εξουσίας. Αυτή η επιλογή είναι που μετατρέπει μια επιχειρηματική διαμάχη σε συνταγματική υπόθεση.
Στην πράξη, η στρατηγική του είχε τρία στοιχεία.
Το πρώτο ήταν να αναδείξει τη συγκεκριμένη, απτή ζημιά στο επιχειρηματικό μοντέλο: τη ρευστότητα που «αδειάζει» πριν υπάρξει έσοδο. Το δεύτερο ήταν να μεταφράσει την οικονομική πίεση σε νομική γλώσσα: όταν ένας δασμός λειτουργεί ως φόρος, τότε η επιβολή του απαιτεί τη θεσμική διαδρομή που προβλέπει η αμερικανική συνταγματική τάξη. Και το τρίτο ήταν να δείξει ότι το μέτρο δεν ήταν περιορισμένο, στοχευμένο ή προσωρινό με σαφή όρια, αλλά ευρύ, οριζόντιο και δυνητικά απεριόριστο.
Με αυτό το τρίπτυχο, η υπόθεση πήρε εθνική διάσταση. Ο Σβαρτς παρουσιάστηκε από ορισμένα μέσα ως ο «εισαγωγέας που τα έβαλε με τον Τραμπ», όμως η πραγματικότητα ήταν πιο συγκεκριμένη: έγινε ο ενάγων που υποχρέωσε το σύστημα να απαντήσει στο ερώτημα «ποιος έχει το κλειδί της φορολογικής εξουσίας;».
Η επόμενη μέρα: ανακούφιση, αλλά όχι τέλος της αβεβαιότητας
Παρά τη δικαστική νίκη, η υπόθεση δεν κλείνει σαν μυθιστόρημα. Η απόφαση δημιουργεί ανακούφιση, αλλά όχι απόλυτη σταθερότητα. Υπάρχουν δύο μεγάλα «ανοιχτά» μέτωπα.
Το πρώτο είναι το ζήτημα των χρημάτων που ήδη καταβλήθηκαν. Το Ανώτατο Δικαστήριο δεν έλυσε αυτομάτως το ερώτημα αν οι εταιρείες μπορούν να πάρουν πίσω δισεκατομμύρια που πληρώθηκαν στο παλιό καθεστώς. Αυτό είναι θέμα που θα παιχτεί σε χαμηλότερα δικαστήρια, με χρονοβόρες διαδικασίες και πολλές παραμέτρους.
Το δεύτερο είναι ότι η κυβέρνηση έχει ήδη δείξει πρόθεση να χρησιμοποιήσει άλλες νομικές οδούς για να επαναφέρει δασμούς, έστω και με διαφορετική φόρμουλα, διαφορετική διάρκεια ή νέο πλαίσιο. Αυτό σημαίνει ότι η αγορά μπορεί να περάσει σε μια νέα φάση αβεβαιότητας: λιγότερο «ανεξέλεγκτη» σε επίπεδο προεδρικής εξουσίας, αλλά εξίσου ταραχώδης ως προς το τι τελικά θα ισχύσει.
Για τους εισαγωγείς, η αβεβαιότητα δεν είναι θεωρία. Είναι τιμοκατάλογοι που αλλάζουν, συμβόλαια που πρέπει να επαναδιαπραγματευτούν, αποθέματα που κοστίζουν διαφορετικά από μέρα σε μέρα, και, κυρίως, η αίσθηση ότι κάθε σχέδιο μπορεί να γίνει άχρηστο με μια υπογραφή.
Γιατί αυτή η νίκη αφορά πολύ περισσότερους από τον κλάδο του κρασιού
Η υπόθεση Σβαρτς έχει αξία πέρα από το εμπόριο ποτών. Αφορά τη σχέση ανάμεσα στην πολιτική ισχύ και στα θεσμικά όρια. Σε περιόδους όπου οι κυβερνήσεις συχνά δοκιμάζουν πόσο «μακριά» μπορούν να φτάσουν, τέτοιες αποφάσεις λειτουργούν σαν σημάδι ότι το σύστημα ελέγχων και ισορροπιών παραμένει ενεργό.
Παράλληλα, αναδεικνύει κάτι που οι μεγάλες εταιρείες σπανίως θέλουν να κάνουν δημόσια: να γίνουν το πρόσωπο μιας σύγκρουσης με τον Λευκό Οίκο. Σε αυτή την ιστορία, ο ρόλος του μικρού παίκτη είναι καθοριστικός, ακριβώς επειδή ο μικρός παίκτης δεν έχει άπειρα περιθώρια να απορροφά κόστος. Δεν μπορεί να «κάνει υπομονή» επί μήνες. Είτε θα αντιδράσει είτε θα κλείσει.
Κι έτσι, ένας εισαγωγέας κρασιών βρέθηκε να μιλά για τη δημοκρατία όχι ως αφηρημένη έννοια, αλλά ως καθημερινή λειτουργία: το δικαίωμα μιας μικρής επιχείρησης να αμφισβητεί μια κυβερνητική πράξη, όταν πιστεύει ότι είναι παράνομη, και να φτάνει μέχρι το ανώτατο επίπεδο της Δικαιοσύνης.
Το πραγματικό «πώς τα κατάφερε»
Ο Σβαρτς «τα κατάφερε» επειδή διάλεξε σωστό πεδίο μάχης. Δεν προσπάθησε να νικήσει την πολιτική ρητορική. Δεν προσπάθησε να νικήσει τον προστατευτισμό ως ιδέα. Προσπάθησε να νικήσει μια μεθοδολογία εξουσίας που, κατά την προσφυγή, παρέκαμπτε το Κογκρέσο. Έδεσε την επιχειρηματική ζημιά με νομικό επιχείρημα, προσέθεσε τεκμηρίωση και κράτησε τη υπόθεση καθαρή: η φορολογική εξουσία δεν μεταβιβάζεται σιωπηλά στην εκτελεστική εξουσία, ακόμη κι αν το ένδυμα λέγεται «έκτακτη ανάγκη».
Και κάπως έτσι, ένα μπουκάλι κρασί σε μια αποθήκη της Νέας Υόρκης βρέθηκε να συνδέεται με το ερώτημα που, τελικά, καθορίζει τις δημοκρατίες: ποιος αποφασίζει, με ποια εξουσία και με ποια όρια.
Πηγή: Pagenews.gr
