Η θεωρία χρώματος του Schrödinger «κλείνει» μετά από 100 χρόνια με μαθηματική λύση-κλειδί
Πηγή Φωτογραφίας: FREEPIK/Η θεωρία χρώματος του Schrödinger «κλείνει» μετά από 100 χρόνια με μαθηματική λύση-κλειδί
Ένα παλιό ερώτημα για το χρώμα επιστρέφει από την… κβαντική εποχή
Η ανθρώπινη αντίληψη του χρώματος είναι από τα πιο καθημερινά θαύματα: κοιτάμε ένα αντικείμενο και, χωρίς να το σκεφτούμε, ξέρουμε αν είναι «πιο κόκκινο», «πιο μπλε», «πιο φωτεινό» ή «πιο ξεθωριασμένο». Στην πραγματικότητα, αυτό που ο εγκέφαλος μεταφράζει ως χρώμα βασίζεται σε τρεις τύπους κωνικών κυττάρων στον αμφιβληστροειδή, που ανταποκρίνονται σε διαφορετικές περιοχές του φωτός. Έτσι, η επιστήμη εδώ και δεκαετίες περιγράφει τα χρώματα σε τρεις διαστάσεις μέσα σε “χρωματικούς χώρους”.
Αλλά το κρίσιμο πρόβλημα δεν ήταν ποτέ μόνο η αναπαράσταση. Ήταν η απόσταση: πόσο διαφορετικά φαίνονται δύο χρώματα σε έναν παρατηρητή; Και κυρίως, μπορεί αυτή η «αντιληπτική απόσταση» να περιγραφεί με μαθηματική ακρίβεια χωρίς να εξαρτάται από εξωτερικούς παράγοντες όπως η κουλτούρα ή η εμπειρία;
Η ιδέα του Schrödinger και το κενό που δεν έκλεινε
Στη δεκαετία του 1920 ο Erwin Schrödinger προσπάθησε να κάνει κάτι τολμηρό για την εποχή του: να ορίσει απόχρωση, κορεσμό και φωτεινότητα ως ιδιότητες που προκύπτουν από τη γεωμετρία του ίδιου του χρωματικού συστήματος, με βάση μια αρχή «μέγιστης χρωματικής ομοιότητας», δηλαδή την αντίληψή μας για το πόσο κοντά ή μακριά είναι δύο χρώματα.
Όμως υπήρχε ένα θεμελιώδες κενό: ο Schrödinger στηριζόταν σε έναν «ουδέτερο άξονα» (την κλίμακα των γκρι από το μαύρο στο λευκό) για να χτίσει τους ορισμούς του, χωρίς να τον ορίσει αυστηρά μαθηματικά. Χωρίς αυτόν τον άξονα, το οικοδόμημα έμενε τυπικά ατελές, σαν να λείπει το σημείο αναφοράς ενός τρισδιάστατου χάρτη.
Η λύση από το Los Alamos: ο ουδέτερος άξονας «γεννιέται» από τη γεωμετρία
Η ομάδα της Roxana Bujack στο Los Alamos National Laboratory, δουλεύοντας πάνω σε αλγορίθμους επιστημονικής οπτικοποίησης, εντόπισε τις αδυναμίες της παλιάς θεωρίας και επιχείρησε να την «κλείσει» με έναν τρόπο που δεν βασίζεται σε αυθαίρετες επιλογές. Το πιο σημαντικό βήμα ήταν ακριβώς αυτό που έλειπε για έναν αιώνα: ο μαθηματικός ορισμός του ουδέτερου άξονα αποκλειστικά από τη γεωμετρία της χρωματικής μέτρησης.
Για να το πετύχουν, οι ερευνητές χρειάστηκε να ξεπεράσουν το παραδοσιακό πλαίσιο Ρίμαν (το κλασικό «καμπύλο αλλά πειθαρχημένο» γεωμετρικό μοντέλο που χρησιμοποιείται συχνά για αντιληπτικούς χώρους) και να δείξουν ότι ο χρωματικός χώρος της αντίληψης έχει μη-Ρίμαννια φύση σε κρίσιμα σημεία.
Γιατί δεν αρκεί η κλασική γεωμετρία: οι «φθίνουσες αποδόσεις» του χρώματος
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα συμπεράσματα που έδεσαν το παζλ είναι η αρχή των diminishing returns στην αντίληψη χρώματος: όσο μεγαλώνουν οι διαφορές μεταξύ δύο χρωμάτων, ο εγκέφαλος δεν τις «μετρά» γραμμικά. Με άλλα λόγια, μια μεγάλη χρωματική απόσταση δεν ισούται με το άθροισμα πολλών μικρών αποστάσεων. Αυτό το φαινόμενο δεν μπορεί να περιγραφεί σωστά από μια καθαρά Ρίμαννια γεωμετρία, γιατί εκεί η ιδέα της απόστασης είναι πιο «αθροιστική».
Και ακριβώς αυτή η μαθηματική λεπτομέρεια έχει πρακτικό βάρος: αν ο χρωματικός χώρος δεν μοντελοποιηθεί σωστά, τότε χάνεται η ακρίβεια σε εφαρμογές όπου το χρώμα είναι εργαλείο κατανόησης δεδομένων, όχι απλώς αισθητική.
Από το Bezold–Brücke μέχρι τη «συντομότερη διαδρομή» ανάμεσα στα χρώματα
Η ομάδα δεν στάθηκε μόνο στον ουδέτερο άξονα. Αντιμετώπισε και φαινόμενα όπως το Bezold–Brücke, όπου η αύξηση της φωτεινότητας μπορεί να κάνει ένα χρώμα να φαίνεται ότι αλλάζει απόχρωση. Αντί να υποθέσουν «ευθείες γραμμές» μεταβολής στο χρωματικό σύστημα, οι ερευνητές υπολόγισαν τη συντομότερη διαδρομή μέσα στον γεωμετρικό χώρο, ώστε η περιγραφή να ταιριάζει καλύτερα με την ανθρώπινη αίσθηση της αλλαγής.
Το αποτέλεσμα είναι μια ενίσχυση του αρχικού οράματος του Schrödinger: οι βασικές ιδιότητες του χρώματος να προκύπτουν ως εγγενείς συνέπειες της ίδιας της χρωματικής μέτρησης, όχι ως πρόσθετα «κόλπα» ή εξωτερικές κατασκευές.
Γιατί αυτό αφορά και όσους δεν κάνουν φυσική
Μπορεί να μοιάζει «ακαδημαϊκή» ιστορία, όμως το διακύβευμα είναι χειροπιαστό. Τα ακριβή μοντέλα χρώματος είναι κρίσιμα για την επιστημονική οπτικοποίηση, δηλαδή για το πώς βλέπουμε πολύπλοκα δεδομένα σε χάρτες, ιατρικές εικόνες, προσομοιώσεις, βίντεο, ακόμη και σε εφαρμογές όπου μια λάθος απόχρωση μπορεί να σημαίνει λάθος ερμηνεία. Η ίδια η ομάδα του Los Alamos συνδέει αυτή την πρόοδο με πρακτικές ανάγκες οπτικοποίησης και καλύτερη «μετάφραση» δεδομένων σε ανθρώπινη αντίληψη.
Και κάπως έτσι, μια θεωρία σχεδόν 100 ετών κλείνει τον κύκλο της: όχι επειδή «ήταν λάθος», αλλά επειδή χρειαζόταν εκείνη τη μία αυστηρή μαθηματική θεμελίωση που δεν υπήρχε τότε, και που σήμερα μπορεί να στηριχτεί σε πιο προχωρημένα εργαλεία και σε πιο πλούσια δεδομένα αντίληψης.
Πηγή: Pagenews.gr
Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο
Το σχόλιο σας