Ο πόλεμος των Ηνωμένων Πολιτειών με το Ιράν έχει αρχίσει να προκαλεί όχι μόνο γεωπολιτικούς και οικονομικούς τριγμούς, αλλά και μια βαθιά ανησυχία στο εσωτερικό της Ουάσιγκτον για την ίδια την αντοχή του αμερικανικού οπλοστασίου. Μέσα σε μόλις δύο εβδομάδες στρατιωτικών επιχειρήσεων, η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ έχει ήδη καταναλώσει ποσότητες προηγμένων πυρομαχικών που, σύμφωνα με πρόσωπα που γνωρίζουν τις εξελίξεις, αντιστοιχούν σε αποθέματα πολλών ετών.
Το βασικό βάρος της κατανάλωσης πέφτει σε όπλα υψηλής τεχνολογίας και μεγάλης εμβέλειας, όπως οι πύραυλοι Tomahawk, αλλά και σε πανάκριβα αντιαεροπορικά συστήματα όπως τα Patriot και THAAD. Η εικόνα αυτή έχει αρχίσει να προκαλεί έντονο προβληματισμό, καθώς το κόστος της σύγκρουσης ανεβαίνει με εκρηκτικούς ρυθμούς και το ερώτημα που πλανάται πλέον ανοιχτά είναι αν οι ΗΠΑ μπορούν να συνεχίσουν με τον ίδιο ρυθμό χωρίς να πιέσουν επικίνδυνα τη στρατιωτική τους ετοιμότητα.
Τεράστια κατανάλωση σε ελάχιστο χρόνο
Σύμφωνα με πληροφορίες που επικαλούνται οι Financial Times, η Ουάσιγκτον έχει ήδη ξοδέψει μέσα σε λίγες ημέρες ποσότητες πυρομαχικών που συνήθως αντιστοιχούν σε πολυετή αποθέματα. Η ανησυχία εστιάζει κυρίως στους Tomahawk, ένα από τα πιο ακριβά και κρίσιμα όπλα του αμερικανικού ναυτικού.
Αμερικανός αξιωματούχος, με γνώση της χρήσης των συγκεκριμένων όπλων, μίλησε για «τεράστια δαπάνη πυραύλων Tomahawk», προειδοποιώντας πως το Πολεμικό Ναυτικό θα χρειαστεί χρόνια για να επαναφέρει τα αποθέματά του σε ασφαλή επίπεδα. Η διαπίστωση αυτή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα αν αναλογιστεί κανείς ότι οι Tomahawk αποτελούν βασικό μέσο στρατηγικής κρούσης των ΗΠΑ σε πολλές περιοχές του κόσμου και όχι μόνο στη Μέση Ανατολή.
Το μέγεθος της κατανάλωσης δείχνει με σκληρό τρόπο πόσο ακριβός και απαιτητικός είναι ο σύγχρονος πόλεμος, ειδικά όταν διεξάγεται με όπλα ακριβείας μεγάλης εμβέλειας, τα οποία δεν μπορούν να παραχθούν και να αναπληρωθούν γρήγορα.
Ο σύγχρονος πόλεμος και το ακριβό τίμημα
Η πραγματικότητα των αριθμών αποκαλύπτει τη σφοδρότητα της πίεσης. Κάθε πύραυλος Tomahawk, που κατασκευάζεται από την RTX Corporation, κοστίζει περίπου 3,6 εκατ. δολάρια. Τα τελευταία πέντε χρόνια, ο αμερικανικός στρατός έχει αγοράσει μόλις 322 τέτοιους πυραύλους, γεγονός που δείχνει ότι οι πρόσφατες επιχειρήσεις πιθανότατα έχουν ήδη απορροφήσει ιδιαίτερα σημαντικό μέρος των συνολικών διαθέσιμων αποθεμάτων.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις του Κέντρου Στρατηγικών και Διεθνών Σπουδών, μόνο μέσα στις πρώτες 100 ώρες του πολέμου χρησιμοποιήθηκαν περίπου 168 Tomahawk. Πρόκειται για αριθμό που αποτυπώνει ξεκάθαρα τον ρυθμό εξάντλησης του συγκεκριμένου οπλικού συστήματος και, ταυτόχρονα, τον χρόνο και τις επενδύσεις που θα απαιτηθούν για να αντικατασταθεί.
Δεν είναι, όμως, μόνο οι Tomahawk. Μεγάλη οικονομική και στρατηγική πίεση ασκεί και η χρήση των συστημάτων αεράμυνας Patriot και THAAD. Κάθε πύραυλος αυτών των συστημάτων κοστίζει εκατομμύρια δολάρια, γεγονός που μετατρέπει κάθε ημέρα πολέμου σε μια μάχη όχι μόνο στο στρατιωτικό μέτωπο, αλλά και στο πεδίο της βιομηχανικής αντοχής και της δημοσιονομικής διαχείρισης.
Ο πόλεμος των ακριβών και των φθηνών όπλων
Μια από τις πιο ανησυχητικές πτυχές της σύγκρουσης είναι η οικονομική ανισορροπία ανάμεσα στα όπλα που χρησιμοποιούν οι ΗΠΑ και εκείνα που αξιοποιεί το Ιράν. Ο Δημοκρατικός γερουσιαστής Μαρκ Κέλι, πρώην πιλότος της Πολεμικής Αεροπορίας, περιέγραψε εύστοχα την κατάσταση ως έναν πόλεμο ανάμεσα στα ακριβά και στα φθηνά όπλα.
Την ώρα που οι ΗΠΑ αναγκάζονται να δαπανούν εκατομμύρια δολάρια για κάθε αναχαίτιση ή πλήγμα ακριβείας, το Ιράν χρησιμοποιεί φθηνά drones όπως τα Shahed, τα οποία μπορούν να παραχθούν γρήγορα με κόστος περίπου 30.000 δολάρια το καθένα. Αυτή η σχέση κόστους δημιουργεί ένα σοβαρό στρατηγικό πρόβλημα για την Ουάσιγκτον, διότι όσο η σύγκρουση παρατείνεται, τόσο μεγαλώνει το χάσμα ανάμεσα στο τι πληρώνει η μία πλευρά και στο τι δαπανά η άλλη.
Η συγκεκριμένη ανισορροπία δεν είναι απλώς ένα λογιστικό ζήτημα. Είναι πυρήνας της στρατιωτικής στρατηγικής του 21ου αιώνα, όπου φθηνά, μαζικά και εύκολα αναλώσιμα μέσα μπορούν να εξαντλήσουν αργά αλλά σταθερά ακόμη και τις πιο ισχυρές στρατιωτικές μηχανές.
Το Πεντάγωνο ετοιμάζει νέο αίτημα-μαμούθ
Μπροστά σε αυτή την πραγματικότητα, το Πεντάγωνο αναμένεται να καταθέσει σύντομα αίτημα προς τον Λευκό Οίκο και το Κογκρέσο για πρόσθετες στρατιωτικές δαπάνες που θα μπορούσαν να φτάσουν έως και τα 50 δισ. δολάρια. Το αίτημα αυτό θεωρείται σχεδόν αναπόφευκτο, καθώς οι ανάγκες αναπλήρωσης των αποθεμάτων και συνέχισης των επιχειρήσεων αυξάνονται διαρκώς.
Ήδη, σύμφωνα με την ενημέρωση που έχει γίνει προς γερουσιαστές, το κόστος των πρώτων έξι ημερών στρατιωτικών επιχειρήσεων ξεπέρασε τα 11 δισ. δολάρια. Πρόκειται για ρυθμό δαπανών που δύσκολα μπορεί να περάσει χωρίς πολιτικές αντιδράσεις, ιδιαίτερα σε μια περίοδο όπου το αμερικανικό πολιτικό σύστημα βρίσκεται σε προεκλογική εγρήγορση ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών.
Το αίτημα του Πενταγώνου δεν θα αφορά μόνο τον πόλεμο με το Ιράν, αλλά συνολικά την ανάγκη ενίσχυσης της αμερικανικής αποτρεπτικής ισχύος σε ένα ολοένα και πιο ασταθές διεθνές περιβάλλον. Ωστόσο, η χρονική συγκυρία κάνει τη συζήτηση εξαιρετικά εκρηκτική.
Πολιτικές αντιδράσεις σε Βουλή και Γερουσία
Η προοπτική νέων τεράστιων εξοπλιστικών δαπανών έχει ήδη αρχίσει να προκαλεί αντιδράσεις στο Καπιτώλιο. Η Ρεπουμπλικανή γερουσιαστής Λίζα Μουρκόφσκι, μέλος της επιτροπής προϋπολογισμού της Γερουσίας, έστειλε σαφές μήνυμα ότι το Κογκρέσο δεν πρόκειται να εγκρίνει νέα κονδύλια χωρίς συγκεκριμένες εξηγήσεις και πλήρη ενημέρωση.
Η στάση αυτή αντικατοπτρίζει έναν ευρύτερο σκεπτικισμό, όχι μόνο στους Δημοκρατικούς αλλά και σε μερίδα των Ρεπουμπλικανών, ιδίως εκείνων που αντιδρούν σε μεγάλης κλίμακας δημόσιες δαπάνες ή φοβούνται το πολιτικό κόστος μιας νέας παρατεταμένης εμπλοκής στη Μέση Ανατολή.
Στη Βουλή των Αντιπροσώπων, όπου οι Ρεπουμπλικανοί διαθέτουν οριακή πλειοψηφία, κάθε τέτοια ψηφοφορία ενδέχεται να εξελιχθεί σε δοκιμασία. Η αντίδραση μπορεί να γίνει ακόμη πιο έντονη αν η κυβέρνηση επιχειρήσει να συνδέσει τη στρατιωτική χρηματοδότηση με άλλα οικονομικά μέτρα, όπως φορολογικές ελαφρύνσεις ή πακέτα ενίσχυσης για κοινωνικές και επαγγελματικές ομάδες που έχουν πληγεί από τις διεθνείς αναταράξεις.
Οι Δημοκρατικοί και η κατηγορία περί παρανομίας
Παράλληλα, οι Δημοκρατικοί εμφανίζονται επίσης ιδιαίτερα επιφυλακτικοί. Πολλοί από αυτούς έχουν ήδη χαρακτηρίσει τον πόλεμο παράνομο, υποστηρίζοντας ότι ο Ντόναλντ Τραμπ δεν ζήτησε την απαιτούμενη προηγούμενη έγκριση του Κογκρέσου για τη χρήση στρατιωτικής βίας.
Η κατηγορία αυτή δεν είναι τυπική ή συμβολική. Αγγίζει τον πυρήνα των αμερικανικών θεσμικών ισορροπιών και μπορεί να επηρεάσει βαθιά τη συζήτηση για τη χρηματοδότηση της σύγκρουσης. Για αρκετούς Δημοκρατικούς, η έγκριση νέων δισεκατομμυρίων χωρίς προηγούμενη λογοδοσία θα ισοδυναμούσε με αποδοχή μιας στρατηγικής που δεν νομιμοποιήθηκε επαρκώς από το νομοθετικό σώμα.
Από την άλλη πλευρά, φωνές όπως εκείνη του Μιτς ΜακΚόνελ καλούν τους γερουσιαστές να εγκρίνουν τη χρηματοδότηση, ακόμη κι αν διαφωνούν με την έναρξη του πολέμου. Κατά την άποψή του, η σημερινή συγκυρία είναι ευκαιρία για την ενίσχυση της αμερικανικής άμυνας σε μια περίοδο αυξανόμενων διεθνών εντάσεων.
Το Ορμούζ, το πετρέλαιο και το οικονομικό κόστος
Η πίεση δεν περιορίζεται στα στρατιωτικά αποθέματα. Ο πόλεμος έχει ήδη προκαλέσει σοβαρή αναστάτωση στη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ, έναν από τους σημαντικότερους διαδρόμους πετρελαίου στον κόσμο. Οι διακυμάνσεις στις τιμές του πετρελαίου επιβαρύνουν την αμερικανική οικονομία και προσθέτουν επιπλέον πολιτικό βάρος στον Λευκό Οίκο.
Το ενεργειακό σοκ λειτουργεί πολλαπλασιαστικά. Δεν αυξάνει μόνο το κόστος της σύγκρουσης, αλλά απειλεί να χτυπήσει και την καθημερινότητα των Αμερικανών πολιτών μέσω των καυσίμων, των μεταφορών και του πληθωρισμού. Και σε μια προεκλογική περίοδο, αυτό μεταφράζεται αμέσως σε πολιτική πίεση.
Ο Δημοκρατικός γερουσιαστής Ρον Γουάιντεν προειδοποίησε ότι το συνολικό κόστος του πολέμου έχει ήδη λάβει αστρονομικές διαστάσεις και ότι οι ΗΠΑ δαπανούν δισεκατομμύρια σε μια σύγκρουση που γίνεται όλο και λιγότερο δημοφιλής στο εσωτερικό της χώρας.
Οι παλιές προειδοποιήσεις που επιστρέφουν
Οι φόβοι για την επάρκεια των αμερικανικών αποθεμάτων δεν εμφανίστηκαν ξαφνικά. Τα τελευταία χρόνια, πολλοί στρατιωτικοί και πολιτικοί παράγοντες είχαν προειδοποιήσει ότι η παραγωγική ικανότητα της αμερικανικής αμυντικής βιομηχανίας ίσως να μην επαρκεί για να καλύψει γρήγορα μεγάλες καταναλώσεις σε περίπτωση σοβαρής σύγκρουσης.
Το πρόβλημα είχε ήδη φανεί στην υπόθεση της στρατιωτικής βοήθειας προς την Ουκρανία, όταν η Ουάσιγκτον διαπίστωνε ότι δεν μπορούσε πάντοτε να διαθέσει περισσότερα όπλα και πυρομαχικά χωρίς να πιέσει τα δικά της αποθέματα. Η σημερινή σύγκρουση με το Ιράν φέρνει αυτή την αδυναμία ξανά στο προσκήνιο, αλλά σε πολύ πιο έντονη μορφή.
Η Μουρκόφσκι υπενθύμισε ακριβώς αυτό: ότι στο παρελθόν οι ΗΠΑ είχαν ήδη βρεθεί στη δύσκολη θέση να εξηγούν σε συμμάχους τους πως δεν μπορούσαν να προσφέρουν όσα ζητούσαν, επειδή τα αποθέματα δεν ήταν ανεξάντλητα.
Η καθησυχαστική γραμμή της κυβέρνησης
Παρά τις ανησυχίες, η κυβέρνηση Τραμπ επιμένει σε πιο καθησυχαστικό τόνο. Ο υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ υποστήριξε ότι οι ΗΠΑ διαθέτουν επαρκή αποθέματα ώστε να συνεχίσουν τις επιχειρήσεις όσο χρειαστεί. Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου Κάρολάιν Λέβιτ, η οποία δήλωσε ότι ο αμερικανικός στρατός διαθέτει αρκετά όπλα και πυρομαχικά για να πετύχει τους στόχους της επιχείρησης «Επική Οργή».
Ωστόσο, πίσω από αυτή την επίσημη αισιοδοξία, οι αριθμοί παραμένουν αμείλικτοι. Και όσο μεγαλώνει η διάρκεια της σύγκρουσης, τόσο δυσκολότερο θα γίνεται να πειστεί το Κογκρέσο αλλά και η κοινή γνώμη ότι το αμερικανικό στρατιωτικό απόθεμα μπορεί να αντέξει χωρίς βαρύ κόστος.
Το μεγάλο ερώτημα για την επόμενη μέρα
Το ερώτημα πλέον δεν είναι μόνο αν οι ΗΠΑ θα «ξεμείνουν» κυριολεκτικά από πυρομαχικά. Το ουσιαστικότερο ζήτημα είναι αν η Ουάσιγκτον μπορεί να συνεχίσει έναν πόλεμο τέτοιας έντασης χωρίς να αποδυναμώσει τη συνολική στρατηγική της ετοιμότητα, χωρίς να επιβαρύνει υπέρμετρα την οικονομία της και χωρίς να προκαλέσει βαθιά πολιτική ρήξη στο εσωτερικό της.
Ο πόλεμος με το Ιράν αποκαλύπτει ξανά ότι η ισχύς δεν μετριέται μόνο με το μέγεθος του οπλοστασίου, αλλά και με τη δυνατότητα διαρκούς αναπλήρωσης, χρηματοδότησης και πολιτικής νομιμοποίησης της χρήσης του. Και σε αυτό ακριβώς το σημείο, η Αμερική του Ντόναλντ Τραμπ φαίνεται να εισέρχεται σε μια περίοδο πολύ πιο δύσκολων αποφάσεων από όσες είχε υπολογίσει στην αρχή της σύγκρουσης.
Πηγή: Pagenews.gr
Το σχόλιο σας