Με νέα ένταση επανέρχεται στο δημόσιο πεδίο η αντιπαράθεση γύρω από τα «κόκκινα» δάνεια, τους servicers και τη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων οφειλών που άφησε πίσω της η μεγάλη οικονομική κρίση. Η ρητορική που αναπτύσσεται είναι συχνά σφοδρή, με τις τράπεζες και τις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων να βρίσκονται στο επίκεντρο καταγγελιών για πίεση, πλειστηριασμούς και κοινωνική αναλγησία. Όμως όσο δυναμώνουν οι φωνές, τόσο πιο επιτακτική γίνεται η ανάγκη να διαχωριστούν οι πραγματικά αδύναμοι από εκείνους που χρησιμοποιούν την κοινωνική προστασία ως προπέτασμα καπνού.
Η υπόθεση των μη εξυπηρετούμενων δανείων δεν είναι μονοδιάστατη. Δεν αφορά μόνο όσους βρέθηκαν σε οικονομικό αδιέξοδο λόγω κρίσης, απώλειας εισοδήματος ή προσωπικών ανατροπών. Αφορά επίσης μια κοινωνία που για χρόνια πλήρωσε το κόστος της χρηματοπιστωτικής αποσταθεροποίησης, αλλά και μια κατηγορία οφειλετών που επιλέγει συνειδητά να μην εξυπηρετεί τις υποχρεώσεις της, προσπαθώντας ταυτόχρονα να διατηρήσει τον έλεγχο σημαντικής περιουσίας.
Οι τρεις όψεις ενός κοινωνικά εκρηκτικού ζητήματος
Η κοινωνική διάσταση των «κόκκινων» δανείων έχει τουλάχιστον τρία ξεχωριστά επίπεδα. Το πρώτο αφορά τους πραγματικά ευάλωτους. Πρόκειται για ανθρώπους που βρέθηκαν σε αδυναμία αποπληρωμής εξαιτίας της κρίσης, της ανεργίας, μιας σοβαρής ασθένειας ή άλλης μεγάλης ανατροπής στη ζωή τους. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η πολιτεία έχει θεσπίσει εργαλεία όπως ο Εξωδικαστικός Μηχανισμός, ακριβώς για να παρέχεται μια στοιχειώδης δικλείδα προστασίας και να εξασφαλίζονται βιώσιμες λύσεις.
Το δεύτερο επίπεδο αφορά τη μεγάλη πλειοψηφία της κοινωνίας, εκείνους δηλαδή που εξακολουθούν να πληρώνουν κανονικά τις υποχρεώσεις τους, είτε πρόκειται για δάνεια, είτε για φόρους, είτε για λογαριασμούς. Αυτοί οι πολίτες επιβαρύνονται τελικά έμμεσα από το κόστος των μη εξυπηρετούμενων οφειλών. Και αυτό δεν είναι θεωρητικό. Οι ανακτήσεις από τα κόκκινα δάνεια συνδέονται με τιτλοποιήσεις που έγιναν στο πλαίσιο του σχεδίου «Ηρακλής», το οποίο συνοδεύεται από κρατικές εγγυήσεις. Εάν οι ανακτήσεις δεν επαρκούν, το κόστος δεν εξαφανίζεται. Μεταφέρεται τελικά στο Δημόσιο, άρα στον φορολογούμενο.
Το τρίτο επίπεδο είναι ίσως και το πιο αμφιλεγόμενο. Πρόκειται για εκείνη τη μειοψηφία που είδε στην κρίση μια ευκαιρία για να αποφύγει τις υποχρεώσεις της. Όχι επειδή αδυνατεί αντικειμενικά να πληρώσει, αλλά επειδή επιλέγει να μη το κάνει. Αυτή είναι η κατηγορία των λεγόμενων στρατηγικών κακοπληρωτών, των οφειλετών δηλαδή που επιχειρούν να διατηρήσουν ακίνητα, επιχειρηματικά οφέλη και περιουσιακά στοιχεία, ενώ ταυτόχρονα εμφανίζονται δημόσια ως θύματα ενός άδικου συστήματος.
Η κοινωνική ευαισθησία ως εργαλείο συγκάλυψης
Το πρόβλημα, σύμφωνα με τραπεζικά στελέχη και κύκλους της αγοράς, δεν είναι μόνο η ύπαρξη στρατηγικών κακοπληρωτών. Είναι το γεγονός ότι αυτοί οι οφειλέτες συχνά καταφέρνουν να κρύβονται πίσω από την κοινωνική ευαισθησία που ορθώς υπάρχει για τους πραγματικά αδύναμους. Χρησιμοποιούν την εικόνα του «διωκόμενου», τη δραματική καταγγελία και τη γενίκευση κατά τραπεζών και servicers, ώστε να θολώσουν τα πραγματικά δεδομένα της περίπτωσής τους.
Μέσα από αυτή τη στρατηγική, οι ευάλωτοι μετατρέπονται σε ασπίδα προστασίας για ανθρώπους που δεν ανήκουν σε αυτή την κατηγορία. Κάπως έτσι, η δημόσια συζήτηση συχνά ξεφεύγει από την ουσία. Αντί να επικεντρώνεται στην προστασία εκείνων που πράγματι έχουν ανάγκη, μεταφέρεται σε ένα πεδίο οργής και καταγγελίας, όπου όλες οι περιπτώσεις εμφανίζονται όμοιες, ανεξάρτητα από το πραγματικό οικονομικό τους προφίλ.
Αυτή η εξίσωση είναι που δημιουργεί και το μεγαλύτερο πρόβλημα αξιοπιστίας. Διότι άλλο είναι ο οφειλέτης που κατέρρευσε οικονομικά και ζητά μια δεύτερη ευκαιρία, και άλλο ο επιχειρηματίας που συνεχίζει να αποκομίζει έσοδα, διαμένει σε πολυτελή ακίνητα και παρ’ όλα αυτά δεν αποπληρώνει επί χρόνια ούτε ένα ευρώ.
Η περίπτωση του επιχειρηματία που χρωστά 3 εκατ. και εμφανίζεται ως θύμα
Χαρακτηριστική είναι, σύμφωνα με τραπεζικές πηγές, η περίπτωση επιχειρηματία που παρουσιάζεται δημοσίως ως «διωκόμενος», ενώ στην πράξη φέρεται να οφείλει περισσότερα από 3 εκατ. ευρώ από επιχειρηματικά δάνεια και άλλες χρηματοδοτήσεις. Το στοιχείο που προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση είναι ότι, όπως αναφέρουν τραπεζικά στελέχη, για αυτές τις οφειλές δεν έχει καταβάλει ούτε ένα ευρώ εδώ και χρόνια.
Την ίδια στιγμή, ο συγκεκριμένος οφειλέτης φέρεται να αξιοποιεί ακίνητο μέσω Airbnb, αποκομίζοντας έσοδα από μισθώσεις, ενώ παράλληλα καταγγέλλει τον πλειστηριασμό του. Επιπλέον, διαμένει σε πολυτελή βίλα με πισίνα στα βόρεια προάστια, η οποία επίσης βρίσκεται υπό πλειστηριασμό, παρουσιάζοντάς την δημόσια ως «απειλούμενη κατοικία».
Η εικόνα αυτή συμπυκνώνει την ουσία της κριτικής που διατυπώνεται από την τραπεζική πλευρά. Ότι δηλαδή πίσω από ορισμένες κραυγές περί κοινωνικής αδικίας, υπάρχουν περιπτώσεις προσώπων που δεν αντιστοιχούν σε καμία έννοια οικονομικής αδυναμίας, αλλά αξιοποιούν τη δημόσια συγκίνηση και την πολιτική φόρτιση του θέματος για να καθυστερήσουν ή να αποφύγουν τις συνέπειες των δικών τους επιλογών.
Ο ρόλος συμβούλων και δικηγόρων στη συντήρηση της ψευδαίσθησης
Πέρα από τους «μεγάλους» στρατηγικούς κακοπληρωτές, οι τραπεζικοί κύκλοι επισημαίνουν ότι υπάρχει και ένα ευρύτερο στρώμα οφειλετών που συχνά ενθαρρύνεται από συμβούλους και δικηγόρους να πιστέψει πως μπορεί να διατηρήσει ακέραιη την περιουσία του χωρίς να πληρώσει τις υποχρεώσεις του. Αυτή η κουλτούρα αναμονής, αναβολής και διαρκούς νομικής καθυστέρησης έχει καλλιεργηθεί έντονα τα τελευταία χρόνια.
Το αποτέλεσμα είναι να συντηρείται μια στρεβλή αντίληψη ότι το σύστημα μπορεί να παρακαμφθεί επ’ αόριστον, ότι οι πλειστηριασμοί είναι περισσότερο επικοινωνιακό εργαλείο παρά πραγματική απειλή και ότι πάντα θα υπάρχει ένα νέο επιχείρημα, μια νέα παρέμβαση ή μια νέα ρύθμιση που θα αναστείλει τις συνέπειες. Όμως αυτή η λογική δεν παράγει κοινωνική δικαιοσύνη. Παράγει καθυστερήσεις, στρεβλώσεις και μεγαλύτερο κόστος για όλους.
Η συζήτηση για τράπεζες, servicers και REOCOs
Στο πλαίσιο της δημόσιας κριτικής προβάλλεται συχνά και ο ισχυρισμός περί μιας «τριγωνικής σχέσης» ανάμεσα σε τράπεζες, servicers και εταιρείες διαχείρισης ακινήτων, τις λεγόμενες REOCOs. Σύμφωνα με τραπεζικές πηγές, αυτή η εικόνα είναι σε μεγάλο βαθμό παραπλανητική. Οι τράπεζες, όπως υποστηρίζουν, συμμετείχαν στο σχέδιο «Ηρακλής» κυρίως κεφαλαιακά και όχι με τρόπο που να αποκομίζουν άμεσο όφελος από την εκμετάλλευση των ακινήτων.
Αντιθέτως, τα έσοδα που προκύπτουν από τις σχετικές διαδικασίες κατευθύνονται στις τιτλοποιήσεις, μειώνοντας τα senior ομόλογα και περιορίζοντας, κατά συνέπεια, την έκθεση του Δημοσίου μέσω των εγγυήσεων. Με άλλα λόγια, η αποτελεσματική ανάκτηση μέρους των οφειλών δεν παρουσιάζεται από τις τράπεζες ως ιδιωτικό κέρδος, αλλά ως μηχανισμός μείωσης μιας δημόσιας δυνητικής επιβάρυνσης.
Οι καθυστερήσεις στη διάθεση ακινήτων και η πραγματική αιτία
Ένας ακόμη ισχυρισμός που ακούγεται συχνά είναι ότι οι διαχειριστές καθυστερούν σκόπιμα να διαθέσουν ακίνητα στην αγορά, είτε για να ελέγξουν την προσφορά είτε για να μεγιστοποιήσουν τα οφέλη τους. Η τραπεζική πλευρά απορρίπτει αυτό το επιχείρημα, υποστηρίζοντας ότι η ταχεία πώληση είναι ξεκάθαρα προς το συμφέρον των servicers και των επενδυτικών σχημάτων.
Όπως αναφέρουν πηγές της αγοράς, οι καθυστερήσεις οφείλονται κυρίως σε χρόνιες νομικές, πολεοδομικές και διοικητικές εκκρεμότητες. Πολλά ακίνητα που καταλήγουν σε διαδικασία πλειστηριασμού φέρουν προβλήματα τακτοποίησης, εκκρεμείς άδειες, καταπατήσεις, πολεοδομικές παραβάσεις ή άλλου είδους εμπλοκές που καθιστούν δύσκολη την άμεση εμπορική αξιοποίησή τους. Επομένως, η καθυστέρηση δεν παρουσιάζεται ως επιλογή, αλλά ως αναπόφευκτη συνέπεια ενός βεβαρημένου ακινήτου και μιας δυσκίνητης διοικητικής πραγματικότητας.
Η λεπτή γραμμή ανάμεσα στην κοινωνική προστασία και την ανοχή στην ασυνέπεια
Το ουσιαστικό ερώτημα που επανέρχεται μέσα από αυτή τη συζήτηση είναι πού τελειώνει η αναγκαία κοινωνική προστασία και πού αρχίζει η ανοχή απέναντι στην οργανωμένη ασυνέπεια. Κανείς δεν αμφισβητεί ότι τα κόκκινα δάνεια είναι ένα βαθιά κοινωνικό και πολιτικά ευαίσθητο ζήτημα. Κανείς επίσης δεν μπορεί να παραβλέψει ότι υπήρξαν πολίτες που συντρίφτηκαν από την κρίση και χρειάζονται πραγματική προστασία.
Όμως η γενίκευση έχει κόστος. Όταν κάθε πλειστηριασμός αντιμετωπίζεται αυτομάτως ως κοινωνικό σκάνδαλο και κάθε οφειλέτης ως θύμα, τότε χάνεται η δυνατότητα να διακρίνει κανείς τις πραγματικές ανάγκες από την κατάχρηση του συστήματος. Και όταν η κοινωνική ευαισθησία εργαλειοποιείται από ανθρώπους που διαθέτουν οικονομική επιφάνεια, τότε υπονομεύεται η ίδια η έννοια της προστασίας.
Η μεγάλη πρόκληση για την επόμενη μέρα
Η Ελλάδα έχει περάσει μια μακρά και επώδυνη διαδρομή στο ζήτημα των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Η πρόκληση της επόμενης ημέρας δεν είναι απλώς να κλείσει λογιστικά αυτό το κεφάλαιο, αλλά να υπάρξει μια πιο ώριμη και δίκαιη δημόσια συζήτηση. Μια συζήτηση που να προστατεύει τους αδύναμους χωρίς να αθωώνει τους ισχυρούς που επιλέγουν να μην πληρώνουν. Μια συζήτηση που να αναγνωρίζει το βάρος των φορολογουμένων και να μην επιτρέπει την κατάχρηση της κοινωνικής αλληλεγγύης.
Γιατί τελικά, το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι μόνο τα κόκκινα δάνεια. Είναι και το ποιοι μιλούν στο όνομα των ευάλωτων, ποιοι κρύβονται πίσω από αυτούς και ποιος πληρώνει στο τέλος τον λογαριασμό.
Πηγή: Pagenews.gr
Το σχόλιο σας