Μελέτη: Πάνω από 3 ώρες social media την ημέρα συνδέονται με άγχος και κατάθλιψη στους εφήβους
Πηγή Φωτογραφίας: FREEPIK/Μελέτη: Πάνω από 3 ώρες social media την ημέρα συνδέονται με άγχος και κατάθλιψη στους εφήβους
Η αυξημένη χρήση των social media από τα παιδιά και τους εφήβους επανέρχεται στο επίκεντρο της επιστημονικής συζήτησης, μετά από νέα μελέτη που συνδέει τη μεγάλη καθημερινή έκθεση στις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης με υψηλότερα επίπεδα άγχους και κατάθλιψης στην εφηβεία. Η έρευνα, που δημοσιεύθηκε στο BMC Medicine και παρουσιάστηκε από το Imperial College London, κατέγραψε ότι παιδιά που χρησιμοποιούσαν social media για πάνω από τρεις ώρες την ημέρα είχαν περισσότερες πιθανότητες να εμφανίσουν αυξημένα συμπτώματα ψυχικής επιβάρυνσης λίγα χρόνια αργότερα, σε σύγκριση με συνομηλίκους τους που περνούσαν περίπου 30 λεπτά ημερησίως στις ίδιες πλατφόρμες.
Η μελέτη βασίστηκε σε δεδομένα από τη γνωστή ερευνητική βάση SCAMP για τη γνωστική λειτουργία, τους εφήβους και τα κινητά τηλέφωνα. Οι ερευνητές ανέλυσαν απαντήσεις 2.350 παιδιών από 31 σχολεία του Λονδίνου, τα οποία συμμετείχαν δύο φορές σε γνωστικές δοκιμασίες και ερωτηματολόγια για τις ψηφιακές τους συνήθειες, τον τρόπο ζωής και την ψυχική τους υγεία: αρχικά όταν ήταν 11 έως 12 ετών και ξανά όταν ήταν 13 έως 15 ετών. Η μεθοδολογία αυτή έδωσε στους επιστήμονες τη δυνατότητα να παρακολουθήσουν όχι μόνο μια στιγμιαία εικόνα, αλλά και την εξέλιξη των συσχετίσεων μέσα στον χρόνο.
Η πολύωρη χρήση συνδέθηκε με περισσότερα συμπτώματα στην εφηβεία
Το βασικό εύρημα της ανάλυσης ήταν σαφές: όσο αυξανόταν ο χρόνος που αφιέρωναν τα παιδιά στα social media, τόσο εντονότερη εμφανιζόταν η τάση για μελλοντικά συμπτώματα άγχους και κατάθλιψης. Οι ερευνητές έκαναν λόγο για μια ξεκάθαρη τάση ανάμεσα στον χρόνο χρήσης και τις επιπτώσεις στην ψυχική υγεία, με τη σχέση να είναι πιο έντονη κυρίως στα κορίτσια ως προς την κατάθλιψη. Τα αποτελέσματα δεν παρουσιάζονται ως απόδειξη ότι τα social media «προκαλούν» από μόνα τους ψυχική νόσο, αλλά ως ισχυρή ένδειξη ότι η πολύωρη χρήση συνδέεται με χειρότερες εκβάσεις στην εφηβική περίοδο.
Η σημασία αυτού του ευρήματος είναι μεγάλη, επειδή η συζήτηση για τη σχέση παιδιών και social media συχνά εγκλωβίζεται σε γενικές διατυπώσεις ή ηθικούς πανικούς. Η συγκεκριμένη μελέτη επιχειρεί να φωτίσει έναν πιο συγκεκριμένο μηχανισμό επιβάρυνσης και να εξηγήσει γιατί η παρατεταμένη χρήση ίσως δεν είναι απλώς μια «αθώα» ψηφιακή συνήθεια. Οι επιστήμονες υποστηρίζουν ότι τα παιδιά που χρησιμοποιούν περισσότερο τα social media συχνά πηγαίνουν αργότερα για ύπνο και κοιμούνται λιγότερο, ιδίως τις νύχτες των σχολικών ημερών, στοιχείο που φαίνεται να παίζει καθοριστικό ρόλο στη μετέπειτα ψυχική τους κατάσταση.
Ο ύπνος φαίνεται να είναι ο κρίσιμος παράγοντας
Η καθηγήτρια Mireille Toledano από το Imperial College London, επικεφαλής της έρευνας, τόνισε ότι η ανάλυση δείχνει μια σαφή κατεύθυνση ως προς τον χρόνο στα social media και την ψυχική υγεία. Όπως εξήγησε, τα παιδιά που μένουν στις εφαρμογές κοινωνικής δικτύωσης για περισσότερη ώρα και μέχρι αργά τη νύχτα μπορεί να στερούνται τον ύπνο που χρειάζονται για να λειτουργούν υγιώς, και αυτό θεωρείται από την ερευνητική ομάδα ο βασικός λόγος για τη μακροπρόθεσμη αρνητική επίδραση που καταγράφεται. Με άλλα λόγια, το πρόβλημα δεν φαίνεται να είναι μόνο η οθόνη, αλλά και η μετατόπιση του βιολογικού ρυθμού και η συστηματική υπονόμευση της ξεκούρασης.
Αυτό δίνει και έναν πιο πρακτικό τόνο στη συζήτηση. Οι ερευνητές δεν περιορίζονται στο να αναδείξουν τον συσχετισμό, αλλά προτείνουν να δοθεί πολύ μεγαλύτερη έμφαση στη ψηφιακή παιδεία και στις συνήθειες ύπνου στο σχολικό περιβάλλον. Στο άρθρο του BMC Medicine αναφέρεται ότι τα σχολεία δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης θα μπορούσαν να παίξουν πιο ενεργό ρόλο στην ενημέρωση των μαθητών για τις επιπτώσεις της νυχτερινής χρήσης κοινωνικών μέσων και για τη σημασία του επαρκούς ύπνου.
Το Ηνωμένο Βασίλειο ανοίγει διαβούλευση, αλλά οι επιστήμονες ζητούν προσοχή
Η δημοσίευση της μελέτης συμπίπτει με μια περίοδο κατά την οποία στο Ηνωμένο Βασίλειο βρίσκεται σε εξέλιξη δημόσια συζήτηση για το κατά πόσο πρέπει να επιβληθούν αυστηρότεροι περιορισμοί στην πρόσβαση των παιδιών στα social media. Η βρετανική κυβέρνηση έχει ξεκινήσει επίσημη διαβούλευση για την παιδική εμπειρία στο διαδίκτυο, εξετάζοντας μεταξύ άλλων το ενδεχόμενο ελάχιστης ηλικίας πρόσβασης, περιορισμών σε επικίνδυνες λειτουργίες όπως το infinite scroll και το autoplay, αλλά και το ενδεχόμενο να αποκτήσει νομική ισχύ η υπάρχουσα καθοδήγηση για τα κινητά τηλέφωνα στα σχολεία. Η διαβούλευση άνοιξε στις 2 Μαρτίου 2026 και θα διαρκέσει έως τις 26 Μαΐου 2026.
Παρά το έντονο ενδιαφέρον γύρω από μια πιθανή απαγόρευση για ανηλίκους κάτω των 16 ετών, η ίδια η ερευνητική ομάδα εμφανίζεται συγκρατημένη. Η Toledano δήλωσε ότι δεν υπάρχουν ακόμη επαρκή στοιχεία που να αποδεικνύουν πως μια καθολική απαγόρευση social media ή μια νομικά δεσμευτική απαγόρευση κινητών στα σχολεία θα έλυνε από μόνη της το πρόβλημα. Όπως υπογράμμισε, η εικόνα είναι σύνθετη και εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, γι’ αυτό και χρειάζεται καλύτερη κατανόηση των αιτίων πίσω από τους συσχετισμούς που καταγράφονται.
Η περίπτωση της Αυστραλίας ως διεθνές τεστ
Η συζήτηση αυτή γίνεται ακόμη πιο έντονη λόγω της εμπειρίας της Αυστραλίας, η οποία έγινε η πρώτη χώρα που εφάρμοσε περιορισμό πρόσβασης στα social media για άτομα κάτω των 16 ετών. Σύμφωνα με την επίσημη αυστραλιανή υπηρεσία eSafety, από τις 10 Δεκεμβρίου 2025 πολλές πλατφόρμες δεν επιτρέπεται να διατηρούν λογαριασμούς για Αυστραλούς κάτω των 16 ετών. Λίγες εβδομάδες μετά την εφαρμογή του μέτρου, περίπου 4,7 εκατομμύρια λογαριασμοί είχαν αφαιρεθεί, διαγραφεί ή περιοριστεί, σύμφωνα με στοιχεία που μετέδωσε το Reuters.
Η Toledano υποστήριξε ότι ίσως το Ηνωμένο Βασίλειο θα ήταν πιο συνετό να παρακολουθήσει πρώτα τι θα συμβεί στην Αυστραλία μέσα στο 2026 και ποιες θα είναι οι πραγματικές επιπτώσεις αυτής της πολιτικής στην υγεία και την ευημερία των νέων. Η θέση αυτή δείχνει πως ακόμη και όσοι εντοπίζουν σαφή ανησυχητικά σήματα στη σχέση social media και ψυχικής υγείας δεν θεωρούν δεδομένο ότι μια οριζόντια απαγόρευση αποτελεί από μόνη της την ιδανική απάντηση.
Χρειάζεται νέα έρευνα για ένα τοπίο που αλλάζει γρήγορα
Οι ίδιοι οι επιστήμονες τονίζουν ότι τα δεδομένα της μελέτης αφορούν την περίοδο 2014 έως 2018, άρα καταγράφουν μια φάση της ψηφιακής ζωής που διαφέρει αισθητά από τη σημερινή. Από τότε, οι πλατφόρμες έχουν αλλάξει δραματικά, το περιεχόμενο έχει γίνει πιο αλγοριθμικό, τα βίντεο μικρής διάρκειας έχουν κυριαρχήσει και οι μηχανισμοί διαρκούς παραμονής του χρήστη έχουν ενισχυθεί. Ο δρ Chen Shen από τη Σχολή Δημόσιας Υγείας του Imperial σημείωσε ότι καθώς οι πλατφόρμες, η χρήση και το περιεχόμενο εξελίσσονται συνεχώς, απαιτείται διαρκής έρευνα για να κατανοηθεί πώς ακριβώς επηρεάζεται σήμερα η ψυχική υγεία των παιδιών.
Αυτό σημαίνει ότι η νέα μελέτη δεν κλείνει τη συζήτηση· αντίθετα, την ανοίγει πιο σοβαρά. Το βασικό μήνυμα που εκπέμπει είναι ότι η πολύωρη χρήση social media στην παιδική ηλικία δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται επιπόλαια, ιδιαίτερα όταν συνοδεύεται από καθυστερημένο ύπνο, κόπωση και καθημερινή υπερδιέγερση. Η σχέση με το άγχος και την κατάθλιψη φαίνεται υπαρκτή και ανησυχητική, αλλά η απάντηση των κοινωνιών δεν θα κριθεί μόνο από το αν θα μπουν απαγορεύσεις, παρά και από το αν θα διαμορφωθούν πιο υγιείς ψηφιακές συνήθειες, καλύτερη ενημέρωση και πιο ουσιαστική προστασία των παιδιών στο σημερινό online περιβάλλον.
Πηγή: Pagenews.gr
Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο
Το σχόλιο σας