Nέα της αγοράς

Η κλιματική κρίση «ανεβάζει» την κατανάλωση μπίρας στην Ελλάδα

Η κλιματική κρίση «ανεβάζει» την κατανάλωση μπίρας στην Ελλάδα
Ισχυρό οικονομικό αποτύπωμα, έντονος ανταγωνισμός και στροφή στη βιωσιμότητα διαμορφώνουν το νέο τοπίο της ελληνικής ζυθοποιίας, σύμφωνα με μελέτη του ΙΟΒΕ και της Αθηναϊκής Ζυθοποιίας.

Η κλιματική αλλαγή δεν επηρεάζει αρνητικά μόνο την αγροτική παραγωγή, αλλά φαίνεται να λειτουργεί θετικά για ορισμένους κλάδους, όπως η ζυθοποιία. Όπως επισήμανε ο Γενικός Διευθυντής του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ), Νίκος Βέττας, οι υψηλότερες θερμοκρασίες που προκαλεί η κλιματική κρίση ενισχύουν την κατανάλωση μπίρας στην Ελλάδα, καθώς η ζέστη αποτελεί βασικό παράγοντα ζήτησης.

«Ένας από τους παράγοντες κατανάλωσης στην Ελλάδα είναι η υψηλή θερμοκρασία. Οπότε οι υψηλές θερμοκρασίες που επικρατούν λόγω της κλιματικής κρίσης μόνο θετικά έχουν επιδράσει προς το παρόν στην κατανάλωση», ανέφερε χαρακτηριστικά ο κ. Βέττας κατά την παρουσίαση της μελέτης που πραγματοποίησε το ΙΟΒΕ σε συνεργασία με την Αθηναϊκή Ζυθοποιία.

Ένας ανθεκτικός κλάδος με ισχυρό οικονομικό αποτύπωμα

Η μελέτη σκιαγραφεί μια αγορά που μετασχηματίζεται ραγδαία, αλλά διατηρεί σημαντική ανθεκτικότητα. Ο κλάδος της ζυθοποιίας στην Ελλάδα χαρακτηρίζεται από έντονο ανταγωνισμό, αύξηση των παραγωγικών μονάδων και διαφοροποίηση των προϊόντων.

Ενδεικτικά:

  • Οι παραγωγικές μονάδες αυξήθηκαν από 11 το 2008 σε 76 το 2025.
  • Η απασχόληση στον κλάδο φτάνει τα 1.800 άτομα.
  • Μετά την πανδημία, η εγχώρια παραγωγή σημείωσε αύξηση 10%, ενώ το 10-11% κατευθύνεται σε εξαγωγές.
  • Το 2024, ο κύκλος εργασιών του κλάδου ανήλθε στα 626 εκατ. ευρώ, το υψηλότερο επίπεδο της περιόδου.

Η συμβολή του κλάδου στην ελληνική οικονομία είναι σημαντική: δημιουργεί προστιθέμενη αξία 576 εκατ. ευρώ, υποστηρίζει άμεσα και έμμεσα 12.300 θέσεις εργασίας, ενώ με την ευρύτερη αλυσίδα αξίας (διανομή, εστίαση κ.ά.) φτάνει πάνω από 70.000 θέσεις εργασίας.

Μετατόπιση κατανάλωσης και προκλήσεις

Η αγορά HORECA (ξενοδοχεία, εστιατόρια, καφετέριες), που ήταν παραδοσιακά ο βασικός πυλώνας, έχει υποχωρήσει στο περίπου 51%, επηρεασμένη από την οικονομική κρίση και την πανδημία, ενώ η λιανική πώληση αποκτά μεγαλύτερο μερίδιο.

Η κατά κεφαλήν κατανάλωση στην Ελλάδα παραμένει χαμηλή, στα 41 λίτρα ετησίως, συγκριτικά με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, αφήνοντας σημαντικά περιθώρια ανάπτυξης. Ωστόσο, ο πληθωρισμός, το αυξημένο ενεργειακό κόστος και η υψηλή φορολογία (ο 6ος υψηλότερος Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης στην ΕΕ) έχουν οδηγήσει σε άνοδο των τιμών, με το φορολογικό βάρος να φτάνει το 41,8% της τελικής τιμής.

Στροφή στη βιωσιμότητα και την καινοτομία

Ο κλάδος δείχνει σαφή σημάδια ανάκαμψης σε σχέση με τη δεκαετία του 2010. Τα περιθώρια κέρδους έχουν βελτιωθεί, ενώ καταγράφεται στροφή των καταναλωτών προς ελληνικές μπίρες, τάση που ενισχύεται και από τους ξένους επισκέπτες.

Ο Γενικός Διευθυντής της Αθηναϊκής Ζυθοποιίας, Sebastian Sanchez, τόνισε ότι, παρά τις ήπιες πιέσεις που αναμένονται για το φετινό καλοκαίρι, η στρατηγική της εταιρείας παραμένει εστιασμένη στη βιώσιμη ανάπτυξη, την καινοτομία και την ανάπτυξη νέων προϊόντων. Σημείωσε επίσης ότι ενώ στη Βόρεια Ευρώπη η κατανάλωση μπίρας μειώνεται, στη Νότια Ευρώπη παραμένει σταθερή, δημιουργώντας ευκαιρίες ανάπτυξης από χαμηλότερη βάση.

Το μέλλον του κλάδου

Η μελέτη του ΙΟΒΕ και της Αθηναϊκής Ζυθοποιίας καταλήγει ότι η ελληνική ζυθοποιία είναι ένας κλάδος με ισχυρή ανθεκτικότητα, σημαντική οικονομική συνεισφορά και αυξανόμενη προσαρμοστικότητα στις απαιτήσεις της βιώσιμης ανάπτυξης. Η κλιματική κρίση, παρότι δημιουργεί προκλήσεις, φαίνεται να λειτουργεί προς το παρόν ως θετικός παράγοντας για την κατανάλωση.

Με στροφή στην καινοτομία, ενίσχυση των εξαγωγών και προσαρμογή στις νέες καταναλωτικές τάσεις, ο κλάδος της ζυθοποιίας μπορεί να συνεχίσει να αποτελεί σημαντικό πυλώνα της ελληνικής οικονομίας τα επόμενα χρόνια.

Πηγή: Pagenews.gr

Διαβάστε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο